Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Graffiti Kolkata Broadside /no.3

http://api.ning.com/files/MPshmX4ldZ0sEauHhybRr20p-7T*xxQkvPhLKkIW2EAl*M5*CkWDUtK8vR2J2B8hO6J*8tDgpIMOdFUtAdMzEoZ2n*5g7eaF/brd3_jpeg_web.jpg

Erik Vatne, Joseph Goosey, Andy Clausen, Yannis Livadas, Onitsura.

Γιάννης Λειβαδάς / La bouche rien

La bouche rien
οστεώνει τα της σαρκός δεδομένα απραγμάτευτα
όταν πια και όταν δεν είναι ποτέ νωρίς
λες και η κοροϊδία στα παίρνει ποτέ από λίγο
όπως κουρεύονται τα γλαφυρά στον σβέρκο

στους φαύλους αξίζουν χριστούγεννα
στο μάτσο ετούτων των στυλών ανάποδα γυρισμένων
μες στην παλιά κονσέρβα
της χρήσης η παλάβρα

οι συνοικίες παρά μόνο πλάι σε συνοικίες –
ευαισθησίες σε καβάλησαν και θες να πεις πολλά
δες πρώτα τα μουράγια μες στο στόμα μου
για κατρακύλα.

Yannis Livadas - Internal Lights (2003)

INTERNAL LIGHTS

This is the habit of writing a poem
The night before christmas
Trapped for some times in the trap
Of conclusion drinks his own blood
With Dex Gordon a dirty chair
And smoking butts -

Alas to this emotional isolation
He feels a little happy when he feels a little
Dizzy a little happy for only a moment
For long years
With this dissolving habit
A little sadder with this
Firmly taken-away chest of groans;
Notes dancing with the dust on the floor
He grasps the hand of the chair
With the grasp of the ocean
His lips open and close silence
As if there is such thing as silence

He’s so sorry for memories
But it’s the habit of writing a poem
(he will write again now)
The world secures by turning off the lamps
He has the night for cloth
And darkness for
Internal lights.

V. Lefevre - Γ. Λειβαδάς "Πόδια πάνω στο τραπέζι"

καταστρέφω ποίηματα απαγγέλοντάς τα
είναι κι αυτό μια βροχή
αρκεί να μην φέρεσαι παράξενα
να μην φέρεσαι τίποτα
υπερέχει η εξάρτηση απ' το μελάνι
είμαστε συγγενείς του
κάτι ξέρουν οι κροάτες και σε τύπωσαν
κάτι ξέρει η γαλλία για σένα
κάτι γνωρίζουν όλοι για όλους μας
αυτό μην το γράψεις με κεφαλαία
θα βάλω πόδια πάνω στο τραπέζι.

11/12/2009

Mets/ 11-12-2009 two photos by Victor Lefevre. During a morning conversation about Blaise Cendrars.

















"αν κάποιος ξεφύγει από την επιρροή του Cendrars έχοντας δημιουργήσει επιρροή, τότε έχει καταφέρει σχεδόν τα πάντα..." (από την πρωινή κουβέντα).

Γιάννης Λειβαδάς "Γυρίζοντας ηφαίστεια ανάποδα" (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=111069

Εχω επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη, πίνω καφέδες, για να φύγει απ' το κεφάλι μου ο νυχτερινός ύπνος του τρένου. Τελευταία για πολλοστή φορά· μ' εκείνη τη δροσιά μέσα στο στήθος που ανταριάζει. Μπορώ να το αφήσω να περάσει, αλλά προτιμώ να γράψω κάτι.

Χειλάκια των κοριτσιών φτιαγμένα απ' τον Φα Πρέστο ή κάποιον που τον μιμείται περίφημα. Η πόλη ορθωνόταν μέσα από μαλλιά που κάποτε χάιδεψα. Οι καπνοί και οι σιγανές κουβέντες στο ξενοδοχείο «Πέλλα». Οπου δεν ξαναπήγα.

Είναι να αναρωτιέσαι για πράγματα, αλλά και να μην αναρωτιέσαι. Ομορφα ποτήρια, που διακοσμούνται από τα απομεινάρια του αφρού. Τα χέρια μου βαριά, σαν ένα τάνκερ, που προσεγγίζει του Μαγγελάνου το Πέρασμα. Συγκλίνοντες αποδεκατισμοί, γεροντότεροι και νεότεροι ποιητές.

Τα ξεχασμένα έχουν παραγίνει: όλες οι πέτρες κείτονται, εκτός από 'κείνες που παρατηρεί ο σκύλος να εκτοξεύονται από τα χέρια του αφεντικού του. Ο σκύλος δεν μπορεί να πετάξει πέτρες. Γίνονται τόσες πλάκες, αλλά συμμετέχω μόνο στις ταφόπλακες.

Η ποίηση είναι δικαίωμα όλων, αλλά δεν υπάρχουν πια άνθρωποι με δικαιώματα. Αχανές ορνιθοτροφείο.

Είμαστε η αφίσα του χρόνου. Και ψεύδομαι ασύστολα, που χρησιμοποιώ πληθυντικό. Καταλαβαίνεις, φίλε μου; Η απουσία είναι έγκλημα, που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ: είναι σαν αυτό: η απουσία του Τσάρλι Πάρκερ στα εργοστάσια που κατασκευάζουν σαξόφωνα.

Το μήνυμα προς την Αθήνα για κάτι που ακολουθεί λίγο πιο κάτω: Είναι να είσαι συκοφάντης όσων σε καθιστούν μικρό και βγαίνεις μπροστά να τα πλασάρεις με μια υπογραφή που αξίζει όσο μια σβουνιά από ένα γιακ στα Ιμαλάια. Μιλήστε, λοιπόν, μιλήστε και ευφραίνεστε με όλη την αυτοπάθεια του καθρέφτη και της άγνοιας που σας διακατέχει.

Στη Θεσσαλονίκη συνάντησα ανθρώπους που και μόνον η ανταύγεια του κεριού της ψυχής τους θα μπορούσε να φωτίσει μια ολόκληρη συνοικία.

Στην εκδήλωση για την Απτερο Νίκη έγινε ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Παροξυσμοί μηδέν. Είδα ανθρώπους που μπορούν να σέβονται και, αν το θελήσουν, να καταστραφούν δίχως να διατυμπανίσουν ένα κλαψιάρικο ξεφωνητό. Ξέρουν να υποφέρουν, γιατί υποφέρουν κυρίως για τους άλλους.

Στο βιβλιοπωλείο «Σαιξπηρικόν», που καθόμουν, εμφανίστηκε και μια φυλλάδα της αθηναϊκής υποκουλτούρας, με ένα αφιέρωμα στους Μπιτ, «Γιατί να τους διαβάζουμε σήμερα», αλλά προς Θεού, γράφουμε μια ανοησία να περάσει η ώρα, από αύριο ξανά στα καθ' ημάς... Και ως κορωνίδα ένα αστείο κείμενο, γραμμένο από ένα δύσμοιρο πόδι, που έχασε για πάντα το όνειρό του να κάνει την πιρουέτα «ψαλίδι» σ' ένα γαλλικό καν-καν... Ερχεται η αστική αντίδραση μιας νέας Αριστεράς, που έχει ως σπορ να συντηρεί την παραλογοτεχνία, και ανοίγει το στόμα της, για να μας πείσει πως εκφράζει και κάτι παραπάνω από δευτερεύουσες σημασίες. Επί χάρτου όμως, και επί θεσμών: το μηδέν και ο έλεγχος.

Σήμερα έχω πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα ενός δοκιμίου που έγραψε ο φούρναρης της γειτονιάς μου, για τις μορφολογικές συνιστώσες των αξιακών διαμελισμών στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Κατέχει από πρώτο χέρι. Βέβαια, κλέβει πάντοτε στο ζύγι και υποστηρίζει πως κατέχει καλά τις λύσεις για τα δεινά της κοινωνίας. «Οι συγγραφείς που μας πλασάρουν τα λαμόγια, έχουν πικρίσει ως και ψωμί».

Ευτυχώς που η Θεσσαλονίκη δεν φαίνεται να υποφέρει τόσο.

Πρέπει να ξέρεις, mademoiselle, πως εσύ έχεις ανάγκη την κουλτούρα, η κουλτούρα δεν έχει ανάγκη εσένα.

Δεν το αντέχεις να υπάρχουν άνθρωποι που γυρίζουν ηφαίστεια ανάποδα σαν ποτήρια και καταπίνουν τη λάβα.

Γιάννης Λειβαδάς - Οι βρόντοι και οι άσσοι της ενάργειας.

Μοιάζει χειμώνας και λέω επιτέλους. Μετά τα μεσάνυχτα μπαίνω στο σπίτι και τινάζω από πάνω μου την βροχή που έξω πέφτει στριμωχτές βελόνες.
Το σπίτι μυρίζει λεμονόφλουδες (παραγγέλνω σχεδόν καθημερινά χοιρινές μπριζόλες οι οποίες συνοδεύονται πάντα από δυο μεγάλες φέτες λεμονιού). Αλλά είναι και μια μυρωδιά που λείπει. Ανάβω αμέσως ένα τσιγάρο και πηγαίνω στην μπαλκονόπορτα να χαζέψω την βροχή. Τις βελόνες. Χτυπούν τατουάζ σ’ όλη την άσφαλτο την αίσθηση του χαμού ολονυχτίς.
Δεν έχω λόγο για να γράψω, μα γράφω για την δικαιολογία του «γράφω», κάπως σαν να λέμε την δικαιολογία του «είμαι». Κάθομαι λοιπόν και το κάνω. Το μυαλό μου έγινε υδράργυρος. Από πότε… το τότε.
Οι φλέβες στα χέρια μου Σηκουάνες και Λίγηρες. Και απανωτά περάσματα του Γιβλαρτάρ όταν το πλοίο σκοντάφτει σε κάποια αχαρτογράφητη ξέρα συνείδησης, και τα λοιπά. Οι ρυτίδες κάνουν τον ανήξερο. Από τους στύλους του Ολυμπίου Διός ως το διαμέρισμα που μένω περνά σαν σίφουνας κάθε νύχτα κάποιος τελειωμός. Η άνεση που νιώθω όμως μες στα ρούχα μου μοιάζει ακατανίκητη. Κολόνια, μαύρο πουκάμισο όπως πάντα, μαύρο παντελόνι όπως πάντα, το στήθος πίσσα όπως πάντα, η ανάσα φύσηγμα για την ρότα του Μπουκενβίλ – κι έχει δρόμο ακόμα.
Δεν έχω να γυρίσω, εκτός κι αν είναι ανείδωτο μέλλον.
Ετούτος ο τόπος είναι δαγκωμένος άσχημα και με περνά για κοφτερό δόντι. Για τούτο και τα αίματα που φτύνω απανωτά.
Μετά από τόσα χρόνια συνειδητοποιώ πως έχω τόσα πολλά πράγματα. Τριγύρω μέσα στο σπίτι αφημένα, με τάξη και άτακτα. Είναι ήδη γεμάτο χωρίς εμένα. Με τον ίδιο τρόπο που τα πάντα συγκλίνουν στον απώτερο σκοπό τους χωρίς εμένα. Παρόλα αυτά έχω αφήσει αποτύπωμα. Με χέρια, με πόδια, με δόντια, με σωθικά.
Καταστρέφω την αυθόρμητη ροή της γραφής, κάνοντας μία παύση, δυο παύσεις, που αφορούν τα πάντα. Δεν έχω καμία όρεξη να πιαστώ στο δόκανο της γραφής. Υπερέχω ασήμαντα. Αυτό να ξέρεις. Και σε συμβουλεύω, τώρα που μιλώ απ’ έξω προς τα μέσα, να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Το άδικο. Παράτα όλα τα πατρόν, και τραβήξου μέσα στην αναστάτωση – σε όλα, παντού.
Τελειώνω, όπως στην ζωή: απότομα.
Πάνω απ’ όλα επιθύμησα εσένΑ.

Γιάννης Λειβαδάς: Κέφια από ένα ταξιδιωτικό σημειωματάριο

Ταξιδεύοντας με το Beni Ansar
έχω στο νου μου πράγματα
που ταξιδεύουν
πιο εύκολα από μένα

είμαι κόκαλο και ζωγραφίζω
φράσεις πάνω στο κατάστρωμα

συνεχίζω σκίζω
πάμε λέω

αυτά τα πλοία είναι και κάτι
άλλο σαν
καταφέρνουν να χωρέσουν
μια σκέψη που κάνω
πως κάνω

(την ίδια στιγμή:)
μια μικρούλα σουλουπώνει
το σουτιέν της
από μέσα η σβούρα του στήθους της
και πιο μέσα ένας
καθεδρικός του ονείρου

μας σπρώχνουν
στο μαρόκο
πορεία με κρανίο ανάποδα

με τραβάει ένας γλάρος
από το μανίκι
αυτό δεν θα γίνει
πιστευτό από κανέναν

όλα από κάπου βγήκαν
του άλλου
του παράλλου

και μόνο που το σκέφτεσαι
το χαλάς
άνθρωπέ μου.

Γιάννης Λειβαδάς - Αντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον / Ελευθεροτυπία

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=108133

Λέμε τόσα πολλά και καταλαβαίνουμε τόσα λίγα. Χωρίζουμε και χωριζόμαστε με άλλους, και με την ιστορία, με τα γραπτά. Με όλα. Και ο Ομηρος παραμένει ακλόνητος στη θέση του. Μετά απ' αυτόν λογαριαζόμαστε με τον Αρχίλοχο. Που ήταν ο πρώτος μοντέρνος ποιητής.

Και εδώ, για μας, ποιητές και μη, ο Αρχίλοχος είναι μια βαθιά χαραγμένη γραμμή ακριβώς στο όριο που το ελληνικό μας κενό χάσκει από την ανάγκη μιας συνέχειας μεγάλης και βαθιά ανθρώπινης. Λέμε πολλά και θα συνεχίσουμε να λέμε ακόμη περισσότερα. Δεν είχαμε εξάλλου ποτέ μας ασπίδα για να τη χάσουμε. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί κανείς, εξοστρακισμένος από τις δήθεν αγαθότητες μιας τραγικά μεγάλης και πνιγηρής αλαλίας αρκετών αιώνων, να κατανοήσει ξαφνικά τι; Πως κανένας δεν μπορεί δεν κάνει κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένος. Ας κάνουμε μια επαλήθευση στην πράξη αυτή λοιπόν.

Κάθομαι εδώ στο μικρό μου γραφείο και λέω στον εαυτό μου: «Ανθρωπέ μου, από τον Αρχίλοχο και ύστερα πέσαμε σε κενό αέρος, πιάσαμε ξανά πορεία (αν ήμουν άλλος θα έλεγα "με τον Σολωμό, τον Καβάφη", υπαρκτούς ποιητές, μα δεν είμαι...) με τον Γιώργο Μπάτη. Αυτόν τον τρομερό καλλιτέχνη. Και φαντάσου πως δεν είμαι και κανένας λάτρης του ρεμπέτικου».

Πώς μου ήρθε και τα είπα όλα αυτά;

Δεν πρόκειται να σας πω τι έγραψα στο σημειωματάριό μου, αυτό θα παραμείνει μυστικό μέχρι να πάρω επιτέλους μιαν ασπίδα όντας νεκρός. Προτιμώ να σταθώ πλάι σε όλα αυτά που σκέφτομαι και λέω σαν αναλφάβητος. Δεν γνωρίζω τίποτα, λοιπόν. Αδυνατώ, σε κάθε πεδίο και επίπεδο. Λυγίζω και ιδρώνω, κάμπτομαι και ύστερα από λίγο αναλαμβάνω. Αρνούμαι να δανειστώ αυτά που κατάλαβαν άλλοι πριν από μένα. Οι εξ αριστερών του Κυρίου καθώς και οι εκ δεξιών του αξίζουν μόνο την αδιαφορία - γιατί; γιατί πήγαν τάχα να ρίξουν φως στον Αρχίλοχο, καθώς και σ' αυτόν που πόνταρε τις αράδες του πάνω στο μπουζούκι. Λες και η ποίηση έχει ανάγκη από (του οποιουδήποτε) το φως. Μάλλον σκιές και σκοτάδι έχει ανάγκη. Και στο τέλος θα συμφωνήσεις, αγαπητέ μου άνθρωπε, όχι μόνο κατά βάθος αλλά και κατά ύψος - και θα πεις κι ένα τραγούδι: «Μηχανικός στη μηχανή / και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο / με τις φωτιές μαλώνει / Αγάντα θερμαστάκι μου / και ρίχνε τις φτυαριές σου / μέσα στο καζανάκι σου / να φτιάξουν οι φωτιές σου / Κάργα ρασκέτα και λοστό / τον Μπέη να περάσω / και μες του Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν' αράξω / Μα η φωτιά είναι φωτιά / μα η φωτιά είναι λαύρα / κι η θάλασσά μου τα 'κανε / τα σωθικά μου μαύρα».

Σηκώνομαι να χορέψω, αλλά δεν μπορώ. Χορεύει μέσα μου εκείνη και πιο μέσα χορεύω μέσα της εγώ. Πώς να μας φτάσουν τότε της δάφνης τα στεφάνια; Τόσοι πολλοί που είμαστε; Εκεί μέσα που είμαστε, εγκαταλελειμμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, κατατροπωμένοι πριν καν γδυθούμε για τη μάχη. Και μετά λέμε πως αγαπάμε τάχα και τις γυναίκες και ξέρουμε να ερωτευόμαστε. Φευ!

Εάν γνωρίζεις πρέπει να κοπιάσεις για να ξεμάθεις. Αν γράφεις πρέπει να γράφεις πως δεν γίνεται να γράφεις. Αν αγαπάς μπορεί να χρειάζεται να φύγεις. Πηγαίνει κάπου ο νους σας θαρρώ...

Μα είμαστε όλοι φίλοι πάνω απ' όλα και μέσα σ' όλα. Αλλά αυτό μάλλον δεν θέλουμε να το καταλάβουμε όλοι. Είμαστε εξίσου και εχθροί, μα αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε όλοι. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και την αντιστροφή, είναι το ίδιο πράγμα.

Να και κάτι από το σημειωματάριο που κρατάω και μπορώ μαζί σας να το μοιραστώ: «Σου ζήτησα να χωρίσουμε, εγώ που έβαζα όλα τα στοιχήματα... καταργώ λοιπόν τα πάντα για το πιο μεγάλο στοίχημα απ' όλα... Σ' αγαπώ ως μέλλον». Μπροστά σου πάντοτε μια θάλασσα. Πάντοτε μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη απ' αυτήν που άφησες πίσω σου.

Τι να μας πουν λοιπόν όλα εκείνα τα ενδιάμεσα. Βαυκαλίδια. Αναχώματα. Ο φόβος υπάρχει, μα εντέλει είναι ο πορφυρός μανδύας της καρδιάς. Μπορεί να γίνει και σημαία. Είμαστε και δεν είμαστε. Ο Αρχίλοχος τινάζει σε μια γωνιά την πιτυρίδα του. Μετράει τα ψιλά του. Γράφουν άλλοι γι' αυτόν τα βιβλία του. Και δεν το ξέρουν. Το κείμενο κλείνει από μόνο του. Εχω ραντεβού με τους πιο άγριους εχθρούς μου. Οχι μόνο σε περίοδο ειρήνης άξιοι λοιπόν. Και όχι μόνον ειρήνη. Η μακαριότητα είναι η μισή αρχοντιά, όχι ολόκληρη.

Αν η ποίηση περίμενε μονάχα από τις λέξεις θα ήταν χαμένη...

Γιάννης Λειβαδάς

Γιάννης Λειβαδάς: Απόκομμα

Τόσο άσχημα που δεν λέγεται αλλά γράφεται;
Τον λυμαίνονται.
Πάμε να γράψουμε βλακείες.
Σάββατο 21 Νοεμβρίου στο Μετς η λιακάδα σαν από τσίγκο. Το στρογγυλό μαρμάρινο τραπέζι έχει πάνω του κάνα δυο κουτσουλιές από τα περιστέρια, που τώρα έχουν μετακομίσει λίγο πιο πάνω μέσα στο άλσος του νεκροταφείου.
Τα κανόνια της μελαγχολίας. Το δωμάτιο τιγκαρισμένο από τυπωμένες σελίδες, εισπνέουν την ελαφριά μυρωδιά των πεύκων απ’ έξω. Και μόνο η αίσθηση πως πρόκειται να περιγράψω το πώς και το πού βρίσκομαι μού φέρνει έναν προειδοποιητικό πονόκοιλο.
Πέρασα κι ένα κρύωμα, από τις νυχτερινές μου κραιπάλες πριν από λίγες μέρες στην Θεσσαλονίκη. Επέστρεψα με το νυχτερινό τρένο πίνοντας και καπνίζοντας παρανόμως μέσα στην βρομερή του τουαλέτα, στην διάρκεια του μισού ταξιδιού• βοηθούσε εκείνο το μονίμως ανοιχτό παράθυρο που έμοιαζε με φεγγίτη. Εδώ και δύο μέρες πίνω δίκταμο, μαντζουράνα, τσάι και καφέδες. Και δεν ξαναφήνω μουστάκι γιατί φυτρώνει η λέξη Μοναξιά πάνω απ’ το στόμα μου – και δεν έχω καμία όρεξη να κυκλοφορώ στους δρόμους μ’ αυτήν την λέξη σαν διαφημιστικό μου.
Ο ήλιος έχει γυρίσει λιγάκι και όλα παίρνουν την απόχρωση μιας εικόνας που έχει κανείς κοιτάζοντας μέσα από σκονισμένα τζάμια. Πάω να το στρίψω. Για άλλο ξεκίνησα να γράψω και αλλού καταλήγω, μα εφόσον λέμε πως σήμερα γράφουμε βλακείες, θα αποδείξω περίτρανα το πόσο πικραμένος είμαι: λέω να πάω στην Κροατία γιατί μόλις έλαβα ένα τεύχος του Poezija με κάμποσα ποιήματά μου μέσα. Ξεσηκώνομαι για τους ανθρώπους που μπορεί να γίνουν φίλοι. Τα πιο φοβερά τοπία, οι πιο τρελές περιηγήσεις, είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Φίλοι. Εν δυνάμει. Και ίσως μακάριοι.
Τα σπουργίτια τσιμπούν επιλεκτικά τα ψίχουλα της αγάπης που δεν έχω, περνώντας φίνα στο μπαλκόνι… Μην αρχίσουμε τους κλασικισμούς, αντιθέτως, πάμε να πάρουμε κεφάλια. Και είναι γνωστό σε όλους πως δεν χωρούν δύο κεφάλια σε μια μασχάλη.
Έχω ξεχάσει κάτι πλυμένα ρούχα στο σύρμα και μου θυμίζουν. Ένα παντελόνι, ένα πουκάμισο, ένα… δεν γυρνώ προς τα πίσω, το πριν έρχεται στο σήμερα υπενθυμίζοντάς μου εκείνα τα αδυσώπητα κύματα μοναξιάς• και πάνω από την κορυφή των κυμάτων οι κορυφές των κυμάτων. Στέκομαι πίσω από την τζαμόπορτα και καπνίζω παρατηρώντας από πάρα πολύ κοντά κάποια δαχτυλικά αποτυπώματα πάνω στο αριστερό φύλο της πόρτας. Από τα δάχτυλα μιας χάρης που δεν υπάρχει τώρα. Δείκτης, παράμεσος, ένα μεγάλο κομμάτι της παλάμης κοντά στον καρπό, όλα τους λεπτά και σε μια ιδανική διάταξη. Η διάταξη του να θυμίζουν πάντα πως η καρδιά…
Για πρώτη φορά νιώθω περίεργα ξένος μέσα στο δωμάτιο όπου ζω, γράφω, επιστρέφω και απ’ όπου θα ξαναφύγω. Πάλι χαζεύω τα χέρια μου. Όταν ζορίζομαι χαζεύω τα χέρια μου. Θα ήταν θείο δώρο αν μπορούσαν να βγάλουν από μέσα μου την καρδιά μου, λέω από μέσα μου, αλλά δεν το πιστεύω. Γονατίζω, κυριολεκτικά, στην αντηλιά, καπνίζω από τη στάχτη της πυράς μου ενώ πρόσωπα, όχι, πτυχές ενός ανείδωτου προσώπου που με περιπαίζει, περιστρέφονται γύρω μου και είναι χαλκομανίες των πιο σκοτεινών παράδρομων της συνείδησής μου. Πρέπει να μπορείς να γελάς. Να γυρίζεις πλευρό και να βασίζεσαι στο αύριο.
Το φως λοιπόν ίδιο και απαράλλακτο όπως στον σταθμό του Μπερσύ όταν το τρένο σου γυαλίζει έτοιμο να ξεκινήσει σε λίγα λεπτά, κι εσύ, δηλαδή εγώ, κατεβαίνω σχεδόν τρεμάμενος από συγκίνηση τέσσερις-πέντε φορές μέσα σε μόλις πενήντα δευτερόλεπτα, από το τρένο και χαζεύω τον σταθμό και όσα αφήνω πίσω μου, ο σιδηροδρομικός που κοιτάζει το ρολόι του είναι σίγουρος πως μου έχει στρίψει, ή τέλος πάντων δεν έχω αποφασίσει αν θέλω πράγματι να φύγω ή να μείνω – αλλά πετάω το τσιγάρο και κάθομαι στην θέση μου, το τρένο ξεκινά και ώρα μου καλή, με το ίδιο αυτό φως ώρα αφόρητη και καμένη που ακρωτηριάζω αυτές τις φράσεις πάνω στο χαρτί. Τα τρένα είναι κάτι παραπάνω για μένα: ο δρόμοι τους είναι φτιαγμένοι μόνο γι’ αυτά.
Ποτέ επαναλήψεις. Σεκάνς. Επαναφορές. Δοξασμένο το όνομα του αύριο, γιατί σήμερα πεθαίνω.

Γιάννης Λειβαδάς - "Ποίημα Έντεκα Μήνες Μετά"

Θα μπορούσα να σε πω με τ’ όνομά σου
Καταστροφή του Αμαζονίου
Ήσουν αυτή που έπρεπε να ήσουν
Θυμάμαι καλά το δεξί δακρυσμένο σου μάτι
Όταν είπα στον σερβιτόρο: «l'addition s'il vous plait!»
Καρχαρίες στον Σηκουάνα
Μετά κοιτούσαμε πέρα
Κοιταχτήκαμε οι δυο μας
Ξέραμε
Ήταν η μοναδική φορά που είχαμε
Κάτι κοινό με τον κόσμο.


(ανασύρθηκε από ταξιδιωτικό σημειωματάριο)

Γιάννης Λειβαδάς - "Taragoto"

Taragoto

Η γραφή δεν μου έκανε
Ποτέ ούτε μια ερώτηση
Πολύ θα ήθελα να είχα την τύχη
Κάποιου τυχερού πράγματος
Που εξασθενεί
Από τη χαρά της σύλληψης.

Προσκαλώ ανοιχτά.
Όλα τα περιζήτητα.

Γιάννης Λειβαδάς: Δυόμιση μέρες στην Θεσσαλονίκη και ο "Τύπος του Βιβλίου" (ένα χαρούμενο απόσπασμα)

Έχω επιστρέψει από την Θεσσαλονίκη, πίνω καφέδες για να φύγει απ’ το κεφάλι μου ο νυχτερινός ύπνος του τρένου. Τελευταία για πολλοστή φορά• μ’ εκείνη την δροσιά μέσα στο στήθος που ανταριάζει. Μπορώ να το αφήσω να περάσει, αλλά προτιμώ να γράψω κάτι.
Χειλάκια των κοριτσιών φτιαγμένα απ’ τον Φα Πρέστο ή κάποιον που τον μιμείται περίφημα. Η πόλη ορθωνόταν μέσα από μαλλιά που κάποτε χάιδεψα. Οι καπνοί και η σιγανές κουβέντες στο ξενοδοχείο Πέλλα. Όπου δεν ξαναπήγα.
Είναι να αναρωτιέσαι για πράγματα αλλά και να μην αναρωτιέσαι. Όμορφα ποτήρια που διακοσμούνται από τα απομεινάρια του αφρού. Τα χέρια μου βαριά σαν ένα τάνκερ που προσεγγίζει του Μαγγελάνου το Πέρασμα. Συγκλίνοντες αποδεκατισμοί, γεροντότεροι και νεότεροι ποιητές.
Τα ξεχασμένα έχουν παραγίνει: όλες οι πέτρες κείτονται εκτός από ‘κείνες που παρατηρεί ο σκύλος να εκτοξεύονται από τα χέρια του αφεντικού του. Ο σκύλος δεν μπορεί να πετάξει πέτρες. Γίνονται τόσες πλάκες αλλά συμμετέχω μόνο στις ταφόπλακες.
Η ποίηση είναι δικαίωμα όλων, αλλά δεν υπάρχουν πια άνθρωποι με δικαιώματα. Αχανές ορνιθοτροφείο.
Είμαστε η αφίσα του χρόνου. Και ψεύδομαι ασύστολα που χρησιμοποιώ πληθυντικό. Καταλαβαίνεις φίλε μου; Η απουσία είναι έγκλημα που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ: είναι σαν αυτό: η απουσία του Τσάρλι Πάρκερ στα εργοστάσια που κατασκευάζουν σαξόφωνα.
Το μήνυμα προς την Αθήνα για κάτι ακολουθεί λίγο πιο κάτω,: Είναι να είσαι συκοφάντης όσων σε καθιστούν μικρό και βγαίνεις μπροστά να τα πλασάρεις με μια υπογραφή που αξίζει όσο μια σβουνιά από ένα Γιάκ στα Ιμαλάια. Μιλήστε λοιπόν, μιλήστε και ευφραίνεστε με όλη την αυτοπάθεια του καθρέφτη και της άγνοιας που σας διακατέχει.
Στην Θεσσαλονίκη συνάντησα ανθρώπους που και μόνο η ανταύγεια του κεριού της ψυχής τους θα μπορούσε να φωτίσει μια ολόκληρη συνοικία.
Στην εκδήλωση για την Άπτερο Νίκη έγινε ακριβώς αυτό χρειαζόταν. Παροξυσμοί μηδέν. Είδα ανθρώπους που θα μπορούν να σέβονται και αν το θελήσουν να καταστραφούν δίχως να διατυμπανίσουν ένα κλαψιάρικο ξεφωνητό. Ξέρουν να υποφέρουν γιατί υποφέρουν κυρίως για τους άλλους.
Στο βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν που καθόμουν εμφανίστηκε και μια φυλλάδα της αθηναϊκής υποκουλτούρας με ένα αφιέρωμα στους Μπιτ, «Γιατί να τους διαβάζουμε σήμερα», αλλά προς θεού, γράφουμε μια ανοησία να περάσει η ώρα, από αύριο ξανά στα καθ’ ημάς... Και ως κορωνίδα ένα αστείο κείμενο γραμμένο από ένα δύσμοιρο πόδι που έχασε για πάντα το όνειρό του να κάνει την πιρουέτα «ψαλίδι» σ’ ένα γαλλικό καν-καν… Έρχεται η αστική αντίδραση μιας νέας αριστεράς που έχει ως σπορ να συντηρεί την παραλογοτεχνία, και ανοίγει το στόμα της για να μας πείσει πως εκφράζει και κάτι παραπάνω από δευτερεύουσες σημασίες. Επί χάρτου όμως, και επί θεσμών: το μηδέν και ο έλεγχος.
Σήμερα έχω πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα ενός δοκιμίου που έγραψε ο φούρναρης της γειτονιάς μου για την για τη μορφολογικές συνιστώσες των αξιακών διαμελισμών στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Κατέχει από πρώτο χέρι. Βέβαια κλέβει πάντοτε στο ζύγι και υποστηρίζει πως κατέχει καλά ακόμη και τις λύσεις για τα δεινά της κοινωνίας. «Οι συγγραφείς που μας πλασάρουν τα λαμόγια, έχουν πικρίσει ως και το ψωμί.»
Ευτυχώς που η Θεσσαλονίκη δεν φαίνεται να υποφέρει τόσο.
Πρέπει να ξέρεις mademoiselle πως εσύ έχεις ανάγκη την κουλτούρα, η κουλτούρα δεν έχει ανάγκη εσένα.
Είδα και ανθρώπους να γυρίζουν ηφαίστεια ανάποδα σαν ποτήρια και να καταπίνουν την λάβα.

Yannis Livadas / "Apteral Nike" at Graffiti Kolkata


http://networkedblogs.com/p15149205

The first part of the poem in english

Aπόσπασμα από τα "Οράματα του Κόντυ" του Τζακ Κέρουακ (υπό έκδοση Ηριδανός 2010)

ΑΚΟΛΟΥΘΩ ΤΟΝ ΛΗ ΚΟΝΙΤΖ τον διάσημο σαξοφωνίστα που παίζει άλτο και δεν γνωρίζω καν για ποιον λόγο – στην αρχή τον είδα σ’ εκείνο το μπαρ στην βορειο-ανατολική γωνία της 49ης Οδού και Έκτης Λεωφόρου που βρίσκεται σ’ ένα πραγματικά παλαιό κτήριο το οποίο δεν παρατηρεί ποτέ κανείς γιατί φαίνεται σαν μια μικροσκοπική ψείρα μπροστά στο θεόρατο κτήριο της Αρ Σι Έι – Εγώ το πήρα χαμπάρι μόλις τις προάλλες καθώς στεκόμουν έξω από το μαγαζί του Χάουαρντ Τζόνσον και έτρωγα παγωτό χωνάκι, ή μάλλον είχε πάρα πολύ κόσμο για να καταφέρω να πάρω ένα χωνάκι και απλώς στεκόμουν εκεί πέρα και σκεφτόμουν «Η Νέα Υόρκη είναι τόσο απέραντη που κανείς δεν δίνει δυάρα για το αν αυτό το κτήριο υπάρχει και είναι τόσο παλαιό» - Ο Λη, που δεν θα μου μιλούσε ακόμη κι αν με γνώριζε, ήταν μέσα στο μπαρ (από το οποίο έκανα πολλά τηλεφωνήματα) και περίμενε με τα μεγάλα του μάτια να εμφανιστεί ο φίλος του ο οποίος έφτασε και ήταν ο Άρνολντ Φίσκιν ο μπασίστας του Λέννυ Τριστάνο –

ATH (υπό έδοση 2010)


"Ποίημα είναι ο θόρυβος
της αποσύνθεσης του πνεύματος..."

Αμερικανική ποίηση στα ελληνικά:















ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ - ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ (δίγλωσση έκδοση)
ΤZΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ - MEXICO CITY BLUES
ΤΑΖΚ ΚΕΡΟΥΑΚ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΟΥ. Κ . ΟΥΪΛΛΙΑΜΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ε. Ε. ΚΑΜΜΙΝΓΚΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΝΤΕΝΙΣ ΛΕΒΕΡΤΟΦ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Γιάννης Λειβαδάς: Στις τσαλάκες του σήμερα

Έρχεται ένα εφήμερο απόβροχο καθώς σκέφτομαι ότι πιο φιλικό: τον ποιητή. Το τέρμα του ποιητή που είναι ένα σπερματικό καταφύγιο – αφότου έχει από τις στοές των ορυχείων της αιματικής του συνδρομής αναδυθεί.
Λίγες μόλις σταγόνες που κατρακυλούν από τα μουσκεμένα πεύκα μπορούν να σου χαλάσουν τα σχέδια. Εσύ βάζεις όρια στην υποκρισία.
Κολλούν οι καπνοί μου πάνω στα υγρά τζάμια ενώ γνέφω στο πουθενά που έχω μπροστά μου με την μορφή μιας πόλης. Λυπάμαι, σου λέω, που ο έλληνας, ο ινδός, ο κινέζος, καταπλακώνονται από την αιθάλη νεοτερισμών και όχι από τον νεοτερισμό των γραφών. Όμηρος, Βέδες, Σούτρες, Λάο Τσε κτλ. Τους χρωστάμε να ξημερώσουμε με κάτι πιο φιλικό από τον ποιητή, την χώρα, τις στοές και τα σχέδια. Έχουμε όλα τα γούστα αλλά όχι ιδιότητες.
Έχουμε το νέο και το αμόλυντο μιας ταυτοσύνης που έχει μόνον ονειρικά ξεβραστεί στον μοντέρνο κόσμο μας. Εμείς αν κάποτε το θελήσουμε θα γίνουμε μοντέρνοι – μα οφείλουμε σοβαρά εγκλήματα στους παππούδες μας. Πρωτοπορία με Θάνατο.
Ποιητή, πρέπει να μην μπορεί κανείς να σε καλέσει. Να σε οδηγήσει κανείς.
Πίνω και καπνίζω βαρεμένος και ευτυχής με όλη την ευθύνη. Κρατήστε όλη την ευφροσύνη από της μάνας σας το βυζί.
Αρνούμαι κάθε συμμετοχή ή συγκατάβαση, προσφέρω μονάχα μια ανοχή.
Στα έξι βήματα στημένη.


26/10/2009

Γιάννης Λειβαδάς: "Κατά τον δαίμονά μου"

Δεν μπορείς να με οδηγήσεις πουθενά
Να με προσκαλέσεις κάπου
Έχω φύγει πολύ πριν

Είσαι μόνος γιατί
Και η μοναξιά σου σ’ έχει αφήσει
Συμφωνείς μόνο εκεί που η αλήθεια
Είναι ανόητη και αστεία
Η μόνη σου αλήθεια

Ποτέ δεν ήταν πολύ νωρίς
Βγήκα μπροστά
Για να τελειώσω τα πολλαπλά μου
Πρόσωπα

Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα
Να με αλλάξεις
Να με φτάσεις
Παρά μόνο να είσαι στην ώρα σου

Χώνεψέ το
Οι εποχές πάνω στο δέρμα σου
Και μέσα στην ψυχή σου
Θα σε βοηθήσουν

Πιο μακριά απ’ όσο ελπίζεις
Κάτι έχω αφήσει

Αυτό σε καλεί
Εκεί.

Λίγα λόγια για την εκδήλωση «Kerouac & the Beats» στο Dasein / 23-10-2009

Ναι. Άλλη μία εκδήλωση• αλλά εκδήλωση προσωπικών συμφορών εν τέλει. Η προβολή του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ “What Happened To Kerouac?” θα μπορούσε να θέσει τις βάσεις για μία δημιουργική και αποδοτική συζήτηση, μετά την λήξη της, με τους ομιλητές οι οποίοι είχαν κληθεί να μιλήσουν σχετικά με το θέμα της εκδήλωσης. Η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Ίκαρος Μπαμπασάκης, κι εγώ.
Οι απαιτούμενες εστιάσεις είχαν τεθεί, λοιπόν, από το περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ. Η Σώτη Τριανταφύλλου η οποία πήρε πρώτη τον λόγο, απέδειξε για πολλοστή φορά την πλήρη άγνοιά της επί του θέματος κάνοντας αυθαίρετες και λανθασμένες αναγωγές, οι οποίες -ορθώς κατ’ εμέ- προκάλεσαν αντιδράσεις από ορισμένους παρευρισκομένους. Ο φίλος μου Ίκαρος Μπαμπασάκης έκανε μία προσπάθεια να φέρει την κουβέντα σε ένα μετριοπαθές πλαίσιο, η οποία όμως απέτυχε από την δική μου αντίδραση απέναντι στα λεγόμενα και των δυο, και την χρήσιμη, αν και λυπηρή, ταχύτατη αναχώρηση της Τριανταφύλλου.
Το πρέπον, ακολουθώντας την απαιτούμενη δεοντολογία, σ’ αυτήν την εκδήλωση, θα ήταν να μιλήσουν για το φαινόμενο των Beat και τον Jack Kerouac, εκείνοι που τους έχουν μελετήσει καλά και έχουν επίσης παράξει σημαντικό έργο: δοκίμια, σχόλια, δημοσιεύματα και μεταφράσεις επ’ αυτών. Συνεπώς, οφείλω να ομολογήσω πως οι μόνοι που έλειπαν από το πάνελ των «ομιλητών» ήταν ένας νευρολόγος, ένας γενικός παθολόγος κι ένας νταβατζής.
Κάποιες επισημάνσεις λοιπόν, θα ήταν παραπάνω από χρήσιμες: σκαιότητες, που δημιουργούνται τόσο από την άστοχη εκτίμηση της γραφής, όσο και από τον ακαδημαϊκό ή όχι, φενακισμό, που έχει κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους εκδοτικούς οίκους και τους λοιπούς εμπλεκόμενους χώρους – όπως τόσο μελανά την κριτική. Τα τελευταία χρόνια, κατά κόρον, αναρμόδιοι επαγγελματίες και αδαείς σχολιαστές δημοσιεύουν σχετικά κείμενα. Είναι πασιφανής η ανάγκη των αρθρογράφων να αντλούν κάθε τόσο μία ισχυρή δόση ψευτο-αμφισβήτησης, εισπράττοντας τον ερεθισμό μίας ολότελα δανεικής παρέκκλισης από την βάρβαρη και άγονη ζωή τους. Πολλαπλά «αφιερώματα» και κείμενα για τους Μπιτ (οι οποίοι εξακολουθούν γελοιωδώς να χαρακτηρίζονται «μπίτνικς») πλημμυρισμένα από την χαρακτηριστική «μπιτνικίτιδα», ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, σύγχυση των Μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ ν’ ρολ, αγρεύσιμες και πλήρως αποπροσανατολισμένες νύξεις περί «αμερικανικού ονείρου» και τα συναφή.
Καλό θα ήταν λοιπόν αν κάποιος δεν έχει την απαιτούμενη προπαιδεία και δεν έχει μελετήσει το Μπιτ φαινόμενο, να καθίσει στα αυγά του και να τα βγάλει κόκκινα προς κατανάλωση το Πάσχα.
Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον οικοδεσπότη και υπεύθυνο του Dasein, για την φιλοξενία, την άψογη διοργάνωση και την φυσική του ευγένεια – η οποία παρεμπιπτόντως ήταν ότι καλύτερο συνάντησα στην χθεσινή εκδήλωση. Κατά τα άλλα: ένα χαρμόσυνο διδακτικό φιάσκο, όπως πάντα.

Γιάννης Λειβαδάς

Για τον Antonin Artaud /"B" της Ελευθεροτυπίας 23/10/09


http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=94876

"Αρτό σε λένε Αντονέν"

Μέγας αιρετικός, όντας μέσα στη δίνη ενός εκ των πλέον αιρετικών και ανατρεπτικών κινημάτων, του Σουρεαλισμού, ο Αντονέν Αρτό (1896-1948) διέγραψε μία απίστευτα εμπνευσμένη, ξεπερνώντας τα συνήθη λογοτεχνικά όρια, πορεία.

Συνώνυμο της λέξης «πρωτοπορία», ο Αρτό τράβηξε κυριολεκτικά την τέχνη από τα μαλλιά, την οδήγησε στον έσχατο βωμό της άρνησης κάθε προσδιορισμού, κάθε ταυτότητας και συγκατάβασης.

Ο Αντονέν Αρτό, ποιητής και θεωρητικός μίας νέας μορφής θεάτρου, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος, τοξικομανής, παρανοϊκός. Μα υπεράνω όλων ένας αγνός ανθρωπιστής. Η γραφή του είχε ως στόχο να καταστρέψει όλη την επικοινωνιακή δομή και να φέρει στη θέση της το tremens μιας άμεσης σπλαχνικής εμπειρίας.

Ο Αρτό γεννήθηκε στη Μασσαλία. Από πολύ μικρή ηλικία εμφάνισε δείγματα κακής υγείας. Στην ηλικία των τεσσάρων ετών προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα. Μεγαλώνοντας του διέγνωσαν νευραλγία και περνούσε μεγάλες περιόδους κατάθλιψης. Οντας έφηβος οι γονείς του (η μητέρα του είχε ελληνικές ρίζες) αναγκάζονταν να τον διατηρούν έγκλειστο για πολύ μεγάλα διαστήματα σε διάφορα σανατόρια. Στην επιστράτευση του 1916 ο Αρτό απαλλάχτηκε ως υπνοβάτης. Σχολεία του αποδείχτηκαν όλα εκείνα τα ψυχιατρικά ιδρύματα μέσα στα οποία εμβάθυνε στο έργο του Ρεμπό, του Μποντλέρ και άλλων ιδιαίτερα σημαντικών ποιητών. Το 1920 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σχετίστηκε με το σουρεαλιστικό κίνημα, στο οποίο εισχώρησε και επέδρασε καταλυτικά, και για τον λόγο αυτό -δεδομένης και της αντίθεσής του στη σχέση του κινήματος με το Κομμουνιστικό Κόμμα- αποβλήθηκε ηρωικά λίγο αργότερα.

Το 1948 διαγνώστηκε πως είχε προσβληθεί από καρκίνο και πέθανε την ίδια χρονιά από θανατηφόρα δόση ενός φαρμάκου. Η υπόνοια της αυτοκτονίας εξακολουθεί να τον συνοδεύει.

Ο Αρτό ταξίδεψε με σπασμένο μονόξυλο στον ωκεανό του γκροτέσκου μυστικισμού, των ουσιών και των πρωτοφανών σημασιών που κληρονόμησε ο ίδιος ρισκάροντας στη διανόηση, στην έρευνα και στη δημιουργία - με φάρο και οδηγό, πάντοτε, την Πνευματική Απελπισία. Δημιούργησε ένα εξαιρετικά πρωτότυπο ποιητικό και πεζογραφικό έργο.

Την εποχή που οι «συλλογικότητες» έδειχναν πως, έστω και παροδικά, κατάφερναν τη δυνατότητα μιας σχετικά σίγουρης και συμπαγούς έκφρασης χρήσιμων ιδεών, ο Αρτό κυριολεκτικά τα βρόντηξε απαξιώντας να συμμετάσχει σε κάθε τι «συλλογικό» που -όχι άδικα- πίστευε πως δεν ήταν σε θέση να εκφράσει κάτι ουσιωδώς συγκεκριμένο. Υπάρχει και μία συγγενική, με αυτόν τον σχολιασμό, κατάθεση του ιδίου: «... η διαφορά με τους σουρεαλιστές είναι ότι αυτοί αγαπούν την ζωή τόσο όσο εγώ την περιφρονώ...». Σχοινοβασία στο απόλυτο κενό και όχι μετα-ερωτικό μίσος, σαν εκείνο που αβγατίζει στα εκατομμύρια των εκδόσεων.

Ο Αρτό ήταν ένας, από τους μετρημένους στα δάχτυλα των δύο χεριών, εκφραστής της καθαρής επιθυμίας και της απόλυτης ελευθερίας στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ακόμη και στις μέρες μας παραμένει στην περίμετρο της λογοτεχνικής γεωγραφίας.

Τον Αρτό δεν μπορούμε να τον συνοψίσουμε με ασφάλεια, και αυτή είναι τρανή επιβεβαίωση της αξίας του. Αξιο τέκνο της Μούσας, με ταπεινότητα, πίστη και όραμα ανατινάχτηκε αυτοβούλως με τα εκρηκτικά που ο ίδιος είχε τοποθετήσει στα θεμέλια της δημιουργίας του. Δεν είναι λοιπόν ένας λογοτέχνης που αρκεί απλώς να τον θυμόμαστε, αυτό θα ήταν αστείο· μα και να τον μιμηθεί στην τόλμη κανείς μοιάζει πάλι απίθανο(;):

«Αναζητούσα ένα νέο έργο που θα αιχμαλωτίζει ορισμένα οργανικά σημεία της ζωής/ένα έργο/μέσα στο οποίο θα νιώθαμε ολόκληρο το νευρικό σύστημα/να φωτίζεται σαν πυρακτωμένη λάμπα/από δονήσεις/μια ομοβροντία/που θα καλούσε/τον άνθρωπο/ΝΑ ΕΞΕΛΘΕΙ/με το σώμα του/να αναζητά τη νέα του/μυστήρια και ακτινοβόλα Επιφάνεια στον ουρανό».

Μία μορφή έκφρασης της απόλυτης ανάγκης για επαναπροσδιορισμό των πάντων.

«Ενας κόσμος που μέρα νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά που δεν τρώγονται, για να φέρει σε πέρας την κακή του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει».

Γιάννης Λειβαδάς

21 Οκτώβρη - Ο Jack Kerouac


5:54/Ξημερώνει. Το καφενείο απέναντι ανοίγει με παστρικές κινήσεις. Βαριά πιωμένος από ώρες σκουντάω το ρολόι να προχωρήσει. Και προχωράει. 21 Οκτώβρη ανήμερα της κάσας του Κέρουακ. Οι φλέβες φουσκωμένες και το κεφάλι μου ανοιγμένο σαν λωτός που μπάζει.
Πάντα κάτι καινούργιο και άφταστο. Οι άνθρωποι είναι λάτρεις. Οι δυο τρεις ποιητές που υπάρχουν απλώς υπάρχουν. Καθώς και η αυγή έχει μπράτσα δερματόστικτα. Πολύ μεγάλο ειδικό βάρος και ακόμα δεν έγραψα τίποτα. Είπα να γράψω δυο αράδες για τον Κέρουακ. Δυο κουβέντες για το νεκροταφείο του Λόουελ. Είναι μέρα για κάποια αναγγελία. Είναι μια μέρα πέρα ως πέρα μια πέτρα ριγμένη σε ρηχό ποτάμι. Στην Ελλάδα τον Κέρουακ σαν ξέσκισαν σαν αντιδραστική αφίσα. Και τον ξανακόλλησαν με μίζερα μερεμέτια. Είχα λυπηθεί πριν από χρόνια, και λυπάμαι και σήμερα. Μα είμαι πάντα χαρούμενος με το γέλιο μιας μυλόπετρας.
Εύχομαι να μάτια σου για κάποιον λόγο να αστράψουν: Αν είμαι ξένος είμαι από μένα.
Γ.Λ.

Γ. Λειβαδάς: "Υπόλοιπο ταξιδιωτικού ημερολογίου"

Υπόλοιπο ταξιδιωτικού ημερολογίου

« … Αφαιρούμαι γιατί σκέφτομαι τη θάλασσα, το ταξίδι που ετοιμάζω για τη νότια Αμερική, τις μέρες που θα ακτινοβολούν αλλιώτικα από τη σημερινή και θα θυμάμαι στωικά τη Γαλλία και το Παρίσι. Το Παρίσι όπως σχηματίστηκε μέσα στο δικό μου κεφάλι – από το τέλος προς την αρχή.
Αυτό σημαίνει επιστρέφω, ναι, αλλά δεν γνωρίζω πού, όπως δεν γνώριζα και πού θα έφτανα. Άγνωστο ακόμη το σημείο απ’ όπου ξεκίνησα.
Τα όργανα κουρδισμένα κοντά στην έξοδο.
Χωρίς τη νύχτα δεν βλέπεις άστρα. Και κάποιες φορές το πιάνο δεν παίζει, μετράει την ώρα…
Διασχίζω τη Γαλλία λοιπόν. Montereau, Dole, Vallorbe (23:15), Le Day, μετά δεν θυμάμαι τίποτα. Αποκοιμήθηκα.
Το άλλο πρωί 10:49 είμαι στη Ρώμη και πίνω καφέ στο De Cicco Pino, λίγο πιο πέρα από τον κεντρικό σταθμό. Ωραία σκέπη με καμάρες.
Η Via Cavour και η κίνηση στους δρόμους εξακολουθούν να θυμίζουν. Μια ωραία μελαχρινή ιταλίδα κουνάει ασταμάτητα το πόδι της – τα νύχια της είναι βαμμένα σκούρα. Λίγο πιο πέρα μια συνομήλικη της τα έχει βάψει ολόλευκα.
Μα και ο αέρας μιας λάγνας αρχαιότητας: θα ψάξω για κανένα μπαρ.
Απομακρύνομαι, φτάνω στην πλατεία . . . . . . και αράζω στο απλό, τρομερά φιλικό περιβάλλον του . . . . . . που πέρα από το μελλοντικό του φως, λατρεύω τα παλιά πλαστικά του τραπεζομάντηλα που έχουν πάνω τους ροδάκινα, σταφύλια, πορτοκάλια. Κάτω από τα πόδια μου το πράσινο κάλυμμα που σκεπάζει την άσφαλτο. Δεν μου λείπει τίποτα.
Ευτυχής καπνίζοντας στον ίσκιο μου. Μέσα σε πέντε λεπτά κλείνουν οι δρόμοι, οι οδηγοί εξοργίζονται και πατούν ασταμάτητα τις κόρνες. Κάποιο αριστερό κόμμα διαδηλώνει: όπως συνηθίζω να λέω: παρελαύνει με σφυρίχτρες και φαιδρά πανό και φωνές.
Ταΐζω τα σπουργίτια, τουλάχιστον δέκα, γύρω από τα πόδια μου, με το σνακ της μπύρας. Τρελαίνονται για το σνακ κι εγώ τρελαίνομαι γι’ αυτά. Στο τέλος της πορείας ακολουθούν δύο καθαριστικά οχήματα του δήμου. Σκληρή ηθική στον καύσωνα. Θυμάμαι τον Brotzmann. Και κάτι ακόμα, τα όμορφα μάτια μιας γυναίκας…»

Συνέντευξη του Γιάννη Λειβαδά στον Νίκο Πετράκη:

Ε: Πριν ξεκινήσουμε θα θέλατε να πούμε κάτι σχετικό με τις εκλογές;

Α: Όχι, εκτός και αν θέλετε να με ρωτήσετε κάτι.

Ε: Ψηφίζετε;

Α: Όχι.

Ε: Αυτό σημαίνει πως είστε απολιτικός;

Α: Σημαίνει πως δεν υπάρχει κάτι, κάπου, για να το ψηφίσω. Είμαι φιλελεύθερος αναρχικός και εξίσου αντι-δεξιός όσο και αντι-κομμουνιστής.

Ε: Αυτό επηρέασε ποτέ τα θέματα ή τον τρόπο της γραφής σας;

Α: Για ποιον λόγο θα μπορούσε να συμβεί αυτό;

Ε: Εσείς πρέπει να ξέρετε, εγώ απλώς σας ρωτώ.

Α: Ο τρόπος ζωής ναι, είναι ας το πούμε κάπως επηρεασμένος ή σοβαρά επηρεασμένος, τίποτε άλλο. Αλλά η ποίηση δεν έχει θέμα, όπως το λέτε. Δεν έχω γράψει ποτέ μου κάποιο ποίημα με «θέμα». Αυτό θα ήταν ανόητο από την πλευρά μου.

Ε: Τότε; Τι γράφετε; Ή μάλλον, για τι γράφετε; Είστε σίγουρος; Ποια μπορεί να είναι τότε η ουσία ενός ποιήματος;

Α: Απλώς γράφω τον τρόπο που γράφω, η ουσία ή το θέμα του ποιήματος ανήκουν αποκλειστικά στον αναγνώστη. Αυτός θα το δημιουργήσει.

Ε: Υπονοείτε συνεπώς ότι ο αναγνώστης κάνει το ποίημα «ότι θέλει;»

Α: Ακριβώς.

Ε: Τότε κ. Λειβαδά, ποιος είναι ο δικός σας ρόλος, σαν ποιητής, σαν δημιουργός;

Α: Ο ποιητής είναι ένας διασαλευτής, οπότε αν είμαι πράγματι ποιητής είμαι κι εγώ ένας διασαλευτής.

Ε: Έχετε άλλα ενδιαφέροντα εκτός από την γραφή;

Α: Πάθη ναι, ενδιαφέροντα όχι.

Ε: Όπως;

Α: Να έχω πάθη. Και να έχω πάθει. Καταλαβαίνετε….

Ε: Ναι, αλίμονο. Οι μεταφράσεις;

Α: Οι μεταφράσεις είναι κι αυτές ποίηση, αλλά από την ανάποδη. Όταν μεταφράζεις, ακριβώς όπως συμβαίνει και όταν γράφεις ο ίδιος ένα ποίημα, πρέπει διαρκώς να ξεχνάς αυτό που ξέρεις, να μην φιλολογήσεις, να μην βασιστείς στο υποκείμενο της σκέψης – η συνείδηση είναι μία εκ γενετής παραίσθηση.

Ε: Ναι, αυτήν σας την φράση την είδα κάπου στο ιστολόγιό σας.

Α: Δεν είναι δική μου φράση, είναι του Σαντράρ.

Ε: Φαίνεται πως έχετε δεχθεί πολύ βαθιές επιρροές απ’ αυτόν.

Α: Όχι, μόνο μία, αυτήν που μόλις προανέφερα. Θες απ’ αυτό;

Ε: (με σερβίρει) Τι είναι;

Α: Παστίς, γαλλικό, να βάλεις μέσα και παγάκια.

Ε: Ευχαριστώ.

Α: Παρακαλώ.

Ε: Ωραία γεύση, μοιάζει με ούζο.

Α: Ναι, ένα ούζο αιθέριο, θα έλεγα ερωτικό.

Ε: Αν δεν κάνω λάθος ζείτε από τις μεταφράσεις;

Α: Ναι, σε μεγάλο βαθμό. Νιώθω ικανοποίηση απ' αυτό, αν και υπάρχουν κάποια μελανά σημεία, δυστυχώς. Ορισμένες απ' αυτές ταλαιπωρήθηκαν από άστοχες παρεμβάσεις και δουλειά του ποδαριού από τους επιμελητές και το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Υπάρχουν δυο-τρία τέτοια παραδείγματα. Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Γενικότερα όμως οι μεταφράσεις πηγαίνουν καλά. Τις χαίρομαι.

Ε: Ζείτε μόνος εδώ;

Α: Ναι, είναι προτιμότερο. Ταξιδεύω και μόνος. Αλλά δεν είμαι ποτέ μόνος. Έχω κάποιες ψυχές μαζί μου.

Ε: Τόση ώρα σας κοιτάζω και δεν μπορώ να καταλάβω αν είστε πολύ χαρούμενος ή πολύ θλιμμένος...

Α: Είμαι κάπου μέσα ανάμεσα, αλλά αυτό μετριέται σε βάθος.

Ε: Αυτό έχει σχέση με τον Βουδδισμό;

Α: Πού να ξέρω;

Ε: Γράφεται πως είστε βουδδιστής, γι’ αυτό σας ρωτάω.

Α: Κοιτάξτε, είμαι βουδδιστής λόγω του Βούδδα και των γραφών, όχι λόγω του Βουδδισμού. Δεν πρέπει μόνο «να σου κόβει» που λέμε, αλλά πρέπει «να κόβεις» κιόλας, εσύ, ο ίδιος. Η πίστη είναι μια κατάρα σχεδόν το ίδιο επικίνδυνη με την ποίηση. Απέχουν ελάχιστα.

Ε: Η ποίηση όμως είναι και η χαρά της δημιουργίας. Ο ποιητής είναι προικισμένος με αρετές, θετικές νομίζω, έτσι δεν είναι;

Α: Ναι, αυτό μου αρέσει… ο ποιητής χαίρεται, οπωσδήποτε, αυτό είναι για μένα παραπάνω από σίγουρο αλλά και πάλι έχει να κάνει με το «βάθος» που λέγαμε… Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν μόνον οι ποιητές, όχι οι κλαψιάρηδες. Σε ενοχλεί να καπνίσω;

Ε: (-Όχι). Εννοείτε λοιπόν, για να καταλάβω, ότι οι ποιητές είναι πάντα χαρούμενοι; και ότι όποιος δεν είναι χαρούμενος δεν είναι ποιητής; Αυτό φαίνεται να λέτε.

Α: Ποτέ δεν το είπα αυτό. Ούτε το έγραψα. Αυτό που λέω είναι πως ο ποιητής έχει ξεπεράσει τα όρια του φαινομενικού, της ηλιθιότητας που προκαλεί κάθε επίγνωση και έχει φτάσει σε έναν ακατανόητο πολλές φορές παροξυσμό ευδαιμονίας. Αλλά αυτό είναι ακατόρθωτο να το συλλάβει κανείς αν δεν είναι ποιητής.
Ξέρετε, υπάρχει γενικότερα ένα πρόβλημα: αν προφέρεις την λέξη "ποίηση" αμέσως έχουν όλοι μία εμπεριστατωμένη άποψη - δηλαδή νομίζουν πως έχουν. Αν όμως προφέρεις την λέξη "κβαντοφυσική" θα παραμείνουν όλοι βουβοί. Αυτό είναι κατάντια, βαρέθηκα να το λέω. Από πού αντλεί κανείς την αλήθεια της ποίησης ώστε να γίνεται εκφραστής της; Τους πληροφορώ πως οι κβαντοφυσικοί είναι πολλοί περισσότεροι από τους ποιητές σ' αυτή την πλάση.
Έχουμε αυτούς που λατρεύουν την γραφή, για τον οποιοδήποτε λόγο, όπως λατρεύει κανείς ένα ιερατείο. Όλα εντάξει ως εδώ, αλλά μόνο ο ιεροφάντης κατέχει. Συνεπώς για το μυστήριο γνωρίζει μόνο ο ιεροφάντης. Οι υπόλοιποι μπορούν να εκφέρουν την όποια γνώμη, σε πλήρη αντίθεση όμως με την μη-γνώμη του ιεροφάντη.

Ε: Μήπως είστε κάπως υπερβολικός με αυτόν τον, ας τον πούμε, διαχωρισμό;

Α: Υπερβολικός είναι μόνον αυτός που δεν είναι ποιητής, υπάρχει ένα ζήτημα ισορροπίας στην γραφή ξέρετε, το οποίο η πληθώρα όσων γράφουν το αντιμετωπίζουν σαν κάτι άλλο, οτιδήποτε – το αντιμετωπίζουν αντί να καταπιάνονται μ’ αυτό, αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά που κάνει την διάκριση, όχι αυτά που λέω εγώ. Το να αποζητά κανείς την δικαίωση γράφοντας, αυτό τον καθιστά αυτομάτως μη- ποιητή. Γι’ αυτό και επιμένω στην άποψή μου πως είναι καλύτερα να κρατούν ημερολόγιο και να αποκτούν φίλους. Καλούς φίλους. Αυτό θα έλυνε το πρόβλημα μια κι έξω. Αυτό ξέρεις μοιάζει με εκείνη την ανοησία ολκής με τον Αβραάμ. Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται… Ο Αβραάμ έπρεπε να προτείνει στον θεό του να τον θέσει στην απόλυτη δοκιμασία: να του αφαιρούσε κάθε ψήγμα δυνατότητας πίστης από μέσα του και να τον προκαλούσε να τον κερδίσει κατόπιν, σαν πιστό του. Ναι…

Ε: Αυτό έχει εφαρμογή στην ποίηση; Πιστεύετε σ’ αυτό;

Α: Αυτό κάνει ο ποιητής, τίποτε άλλο, αδιαλείπτως, σχεδόν μονομερώς. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Χαλιμά.

Ε: Σας ευχαριστώ.

Α: Να είστε καλά.

Με αφορμή το δημοσίευμα των London Times : Out of the waste land: TS Eliot becomes nation's favourite poet (9/10/2009)

Γράφω επίσης αυτό που σου λείπει – ακριβώς γι’ αυτό δεν με διαβάζεις. Αλλά διαβάζεις, ίσως πολύ. Όταν αναζητάς γιατρό, παίρνεις γνώμες, έχεις ανησυχία, να καταλήξεις στον καλύτερο – μα όταν αναζητάς ποιητή κάνεις αλλιώς. Η υγεία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου, και ορθώς.
Οι Άγγλοι λοιπόν ανακοίνωσαν τον Τ.Σ. Έλιοτ ως αγαπημένο εθνικό τους ποιητή. Θα ψήφιζαν τον Ουίλλιαμ Μπλαίηκ αλλά αυτός ήταν και Πυγμαίος. Δεν γινόταν να έρθει πρώτος. Και αυτό μου θύμισε τις ρεκλάμες: «η ποίησή του είναι σκοτεινή, εξακολουθεί να είναι δυσνόητη, αψεγάδιαστη, εσωτερική…». Χρειάζονται επειγόντως γιατρό και όχι ποιητή.
Δεν αντιλέγω πως ο Έλιοτ έχει γράψει ορισμένα πολύ καλά ποιήματα, και πως η Ελλάδα λόγου χάρη, τον έχει περισσότερο ανάγκη απ’ όσο έχει ανάγκη η Αγγλία κάποιον Έλληνα ποιητή. Αλλά αυτό είναι δικό μας εξάνθημα – όχι της Αγγλίας.
Νομίζω πως χρειάζεται παραπάνω χιούμορ απ’ όσο νόμιζα, για να αντιμετωπίσει κανείς αυτήν την κατάσταση. Έρχομαι να συμφωνήσω με την ατάκα της Βασιλομήτορος της Μεγάλης Βρετανίας, που ξεστόμισε γελώντας όταν άκουσε τον Έλιοτ να της απαγγέλει ζωντανά: «αυτός ο σκυθρωπός με το κοστούμι»…

Από το σημειωματάριο

Μέσα του Οκτώβρη μια συννεφιά σαν τσίκνα δίχως μυρωδιά από κρέας. Σήμερα έμαθα πως κάποιος βούτηξε στον Σηκουάνα ακριβώς εκεί που κάποτε είχα διαλέξει να βουτήξω. Μα εκείνος δεν ξαναβγήκε. «Εκείνα τα πυκνά χορτάρια που αόρατα κυματίζουν βαθιά στην κοίτη του ποταμού, δεν θα σε αφήσουν να φύγεις άμα το ξανασκεφτείς…»
Είμαι αυτός που δεν ξαναγάπησε. Και δεν θέλει καν γράφει γι’ αυτό. Κοιμάμαι ακόμα κάτω από κείνη τη γέφυρα. Και σηκώνομαι από τη γέφυρα εκείνη. Όταν με ακούσεις να γελάω -γελάω δυνατά- θα ακούσεις κι άλλα πράγματα από κάτω. Κάτω από το γέλιο της γλώσσας που δεν μιλώ.
Όταν δεν μπορώ ο ένας, στέλνω τον άλλον. Και γυρίζει πάντα πίσω. Και όλα αυτά δεν τον αφήνουν να το ξανασκεφτεί. Έχω φίλους, πολλούς φίλους, που είναι φίλοι μαζί μου. Και με ακούν όταν γελάω, κι όταν γράφω.
Πρέπει κάποτε να μου πεις αυτό που θέλεις. Παραμένω και οι δυο.
Πάψε να κάνεις πια την ανήξερη – κάνε κάτι μεγάλο.


Γ.Λ.

Γιάννης Λειβαδάς: "ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ-ΜΠΙΖΝΕΣ-ΣΦΙΓΞ" / 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟ FLORAL


Mάζωξη για να γιορτάσουμε την έκδοση "ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ-ΜΠΙΖΝΕΣ-ΣΦΙΓΞ" που τείνει προς εξάντληση των 1500 αντιτύπων της. Απομένουν 190 αντίτυπα τα οποία θα πωλούνται στην μάζωξη. Μία βραδιά με μουσική και ποτό στην αίθουσα του Φλοράλ. Για το έργο του ποιητή θα μιλήσουν οι: Σωτήρης Παστάκας (ποιητής) και Γ.Ι.Μπαμπασάκης (συγγραφέας).
Τιμά μας η παρουσία όλων σας. Να είστε εκεί.

Γιάννης Λειβαδάς - Όπως σείστηκε ο νεκρός / Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 25/9/09

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=85842

Στις δεκαπέντε Αυγούστου γιόρταζε το γάλα της συκιάς. Σαν να λέμε: έχουμε γνώση. Κατέχουμε εκτενώς. Σε αντίθεση με τα κιτάπια. Τα αίματα.

Κοίτα να δεις που έχουμε επίσης γνώση καλή γύρω από την επικράτεια της αυτοκρατορίας της Μεγάλης Βρετανίας ώς την Ινδία, μα τίποτε για την πιο προηγμένη κουλτούρα των ινδικών βασιλείων που τη βάστηξαν.

Μα δεν συντρέχει λόγος να τα χάσει κανείς, αυτή η συντήρηση καταγράφεται με εξαιρετική συνέπεια. Τα ιδρύματα φωτογραφίζουν το κολίβριον και αρρωσταίνουν από τη χάρη. Ρεκλάμες ανθρωπιάς χωρίς ανθρώπους μέσα.

Σπάταλη ακόμη κι αυτή η ερημιά. Αναρωτιέται ο άνθρωπος του πνεύματος, Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα ή στην ιδιωτική του πρωτεύουσα. Πόσο καλά του τα έχουν παραδώσει όλα. Νερό και αλάτι = θάλασσα.

Γύρω στο '14 του περασμένου αιώνα, ο Pound έχανε τον χρόνο του μεταφράζοντας λατινικά επιγράμματα και συντονίζοντας την αισθητική των ασμάτων του, την ώρα που ο Cendrars είχε ήδη ολοκληρώσει το «Πάσχα στη Νέα Υόρκη» και την «Πρόζα του Υπερσιβηρικού». Μα και αργότερα, όταν άρχισαν τα επίσημα αποκαλυπτήρια, κάποιοι άλλοι κατέθεταν κεφαλές στον ντορβά.

Οψόμεθα λοιπόν, ή πολλές Παναγίες ή καμία. Ή λογοτεχνία ή λάφυρα.

Οι τίτλοι αυτού του φιλμ θα πέσουν, κάποια στιγμή. Η πόλη έχει αδειάσει αλλά δεν είναι ήσυχη - ποτέ δεν ησυχάζει η πόλη. Βραδιάζει δίχως αντίδραση. Τα σπουργίτια δημιουργούν σμήνη και σπεύδουν για το άλσος που επέζησε χάρη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Φυσάει μόνο για τις κουρτίνες με τον τρόπο που δεν διαβάζω πια ελληνική ποίηση. Το αντίθετο της μακρηγορίας δεν είναι η συντόμευση. Η μίμηση ενός αδελφάτου κατευνάζει τις ζωντοχήρες. Τη βυζανιά στο έλεος της παραχάραξης του καιρού, της εποχής, της διαμέλισης.

Είτε θα πηδήξω απ' αυτήν είτε θα την περάσω, τη γέφυρα την έχω ερωτευτεί. Αλίμονο στην πατριδογνωσία, η πρωτεύουσα δεν έχει ποτάμια. Εχουμε γνώση. Η νύχτα θα πέσει με νύχτα, όχι με μηνύματα. Κουλούρες τα φίδια πάνω στη συκιά.

Κάθομαι με τον τρόπο που σκέφτομαι σε μια ψάθινη καρέκλα. Το μόνο πράγμα που απαγορεύεται στα μέρη μου είναι η σιχαμιά. Η καλτσοδέτα της δημοκρατίας. Η αλήθεια μάς στέλνει αδιάβαστους.

Η αγάπη μόνο με εσώρουχα. Η μέρα στου ρολογιού τη λησμονιά. Πόσοι θεοί στο ταμείο ανεργίας. Η νύχτα κάνει αυλακιές, ουλές, και ανοίγει παραπόρτια. Κάποιοι βγαίνουν από 'κεί μέσα και έρχονται προς τα μένα. Το μπαλκόνι βαραίνει επικίνδυνα.

Μελάνι έχει ακόμη και η σουπιά: όσοι βαριούνται το μέσα τους γράφουν εξυπνάδες για υποστύλωμα. Πάνω στην αντάρα τρέχουν να κρυφτούν στο «παράλληλο» διαπίστευμα. Πόσες δουλειές ξέρει να κάνει ο καθένας; Ή μόνο μία ή καμία.

Αν έχεις ζαλάδα, αδερφέ, ζητάς τα φάρμακα. Εδώ ολόκληρη πόλη κόρωσε και αποζήτησε λίγη μοναξιά. Δεκαπέντε ογδόου, του Μεταμοντερνισμού ανήμερα. Ο μήνας που πέρασε.

Ξέρεις καλά. Μη σε πάρουν απ' τους άλλους, να δείξεις βαρβάτη αυτοπάθεια. Μια καλύτερη μέρα βρίσκεται πάντοτε κοντά.

Στα χέρια μου καπνίζουν πολλά τσιγάρα. Το μπαλκόνι σήκωσε πανιά, μα μες στη σελίδα έριξα την άγκυρα.
Γιάννης Λειβαδάς

Flamber

Δεν κατέχω τίποτα
Κατέχουν μια ιδέα.
Έχουν χώρα
Έχω χώρο.
Και χορό.
Προσποιούνται πως γράφουν
Προσποιούμαι πως δεν γράφω.
Είναι.
Δεν είμαι.

Να χαιρετάς.

Γιάννης Λειβαδάς - 23 Σεπτέμβρη

Κόκκινοι εμετοί και πίνω νερό από τον τρούλο
Της Σακρέ Κερ.
Μα έχω ορκιστεί από πολύ πιο πριν.
Ξαναλέω ο άνεμος να φυσάει πριν το αύριο.
Εκεί θα ‘μαι θαμμένος και τα μαλλιά μου
Θα συνεχίζουν να μακραίνουν.

Έχω ευκαιρία ακόμη και στο μίσος:
Δες πώς μου χαϊδεύουν την αγάπη τ’ απογεύματα.

Η αλήθεια είναι πως ντρέπομαι κάπως
Τη σπιτονοικοκυρά μου.
Και οι βραζιλιάνοι πρέπει να γίνουν βουδδιστές.

Οι σκέψεις αγαπητέ δημιουργέ του κόσμου
Είναι για πέταμα: Στρεβλώνουν.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική μαλακία από το γεγονός πως οι "ποιητές" ξοδεύονται στην αντίθεση αλλά ουδέποτε υιοθετούν Θέση.

Yannis Livadas in "Le Zaporogue" Magazine [Six-2009]





Poems included:

"Apteral Nike (part1)"
"What i am about to do"
"Antagonisticotis"
"Bastard Elegies"

Urs Leimgruber - Barre Phillips - Jacques Demierre




http://soufflecontinu.free.fr/

Urs Leimgruber multiplie depuis de nombreuses années les rencontres avec des musiciens de toute la planète (Fritz Hauser, Joëlle Léandre, etc.) Jacques Demierre est plus rare mais non moins indispensable. On l’a vu en compagnie de Barry Guy et de Lucas Niggli ou encore lors de micro-solos (Mhère 2004). Quant à Barre Phillips, il est un musicien majeur du jazz improvisé européen en compagnie de John Surman, d’Evan Parker, en solo, etc. En son âme et coeur, cette musique est faite de subtilité, de modestie, de nuance et de concision. Un des choix du trio semble avoir été de prêter une attention particulière à la dynamique: Que l'activité physique de produire un son sur son instrument puisse devenir la musique elle-même. C'est à peine audible, mais extrêmement vivant si l'on y prête attention. En lieu et place d'un discours basé sur l'harmonie et la mélodie, ces trois musiciens communiquent par effleurements, grattages, notes brisées, respirations, souffles, grincements, caresses, morsures, sifflements, intervalles détendus. Ils effacent les lignes, compriment les gestes, condensent les mouvements. D’allusions furtives en figures affirmées, le jazz se dessine aux détours de ce trio comme un mirage au-dessus d’une route déserte. On n’est jamais vraiment sûr de l’avoir vu mais il était peut-être là…

Location: Souffle Continu

"Εαρινή Ισημερία" / Βιβλιοθήκη 18-09-2009

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&s=ar8ro&c=vivlio&date=18/09/2009

"Η Νύχτα Σφυρίζει"




Καταστρέφω το αδιανόητο
Για να απομείνω με το αληθινό.


Λες να ήμουν εγώ.


16/9/2009

Προδημοσίευση από το ινδικό λογοτεχνικό περιοδικό "Another Eye"

http://graffiti-kolkata.blogspot.com/2009/09/talk-poetry-yannis-livadas-answers-back.html
Monday, September 14, 2009
Talk Poetry ## Yannis Livadas Answers Back
1. What sets your poems apart from other contemporary Greek poets?
: Poetry.

2. What are your main concerns as a poet?
: My life. My state of action. Poet is the organon of poetry therefore I must always be on the Wheel. Enjoying ever.

3. My FB friend Tim Hall an underground writer from US, whose piece from 1000th Monkey 'How To Be An Underground Lit Legend' I am translating now in Bangla, asked me a question which I want to repeat here to you...
Is there as much apathy towards outsider, unconventional or otherwise underground literature in Athens as there is here in Kolkata or USA? Is there a corporate-owned literary industry over there that controls access to serious writing and completely denies the existence of serious writers? Is there a movement against it?
: Yes, apathy there is, though I see no underground poetry here. I am also not quite a fan of it; I believe poetry must only be authentic, nothing else – it is well known that I am not interested in movements. And yes there is a “control” system in Athens, as anywhere. The only Greek literary movement I know is Mediocrity…


Three Poems Of Yannis Livadas


She's Out To Lunch


Who knows what
my dear prigs and ex-lovers
that you loved and censored
who knows what

dear families of this earth
i am standing but cannot stand anything
i study monotony

sodomize your prayers
for i love you so much

my sins are more innocent
than my good deeds

i had told you once:
Truth knows not

she's out to lunch.


Under The Hokusai Wave


God remains more powerful
Than man.
Beauty is a hidden sun
Over the clouds
Of this heavy shower that turns sour.

Perhaps we don’t need
Poems?

We quarreled for the umbrella
Under the Hokusai
Wave.


Poets Mourn For The Immortal Poem


Poets mourn for the immortal poem
And is very relative with this
Dew drop at the edge of the sparrow’s bill.

The look your breasts give me
Is pure immortality
Just like the grasp of the sparrow’s
Little feet.

The sea is words
That comes out from the mouth of the coast
And we naked liquefy future
For one more candle.

***

Το πραγματικό ποιητικό έργο είναι ένα σώμα σε διαρκή αφύπνιση. Τα σώματα της γραφής που ξυπνούν μια στο τόσο ή τινάζονται στον ύπνο τους δεν είναι ποίηση. Είναι ποιητική έξαρση.

Subhankar Das - From The Bunker Of This Life



(Calcutta, India / Grafiti Printing 1992)

Get this great poem-pamphlet!

Ok

Μέσα μου είναι του ποιητή
Και ξέρεις καλά ότι μισώ το γράψιμο
Αλλά μ’ αρέσει η ποίηση.
Μέσα μου είσαι εσύ
Και κατά πως φαίνεται κι εσύ.
Κάποτε ίσως χρειαστεί να επιλέξω
Το αγαπημένο μου ζώο.
Κι αυτό μέσα μου είναι
Του ποιητή.


Inside me is the poet’s
And you know well that I hate writing
But I like poetry.
It is you inside me
And apparently you too.
Someday I may need to choose
My favorite animal.
It is also inside me
Of the poet.

Έρχομαι/I am coming

Στην Λένα

Είσαι ένα θαύμα σχεδόν ένα μέτρο και
Εβδομήντα εκατοστά που αρνείται
Κάθε εξήγηση

Μια πόζα του κενού που δεν μπορεί
Να γίνει εικόνα πάνω στο χαρτί
Που διαφεύγει

Μιλάς δυνατά σαν το κλάμα ενός μωρού
Που γνωρίζει τα πάντα και στέλνει
Ειδοποίηση

Το πανόραμα μιας ελπίδας αδιάθετης
Που έχει πετάξει
Της λογικής της τα ρούχα.

Έρχομαι.



For Lena

You are a miracle almost one meter and
Seventy cm that refuses
Any explanation

A pose of emptiness that can not
Be a picture on the paper
That escapes

You talk like the cry of a baby
Who knows everything and gives a
Warning

The panorama of an unemployed hope
That has scraped
The clothes of reason.

I am coming.

Οργή / Ire / Colère

Εμφανίζομαι μόνο στους χώρους των πραγμάτων
Άνθρωποι φωνάζουν για τους ανθρώπους
Μα είναι άνθρωποι
Τα πράγματα μπορούν να πάνε καλύτερα
Κι εγώ να μην εμφανίζομαι πια.


I appear only into the spaces of things
People cry out for people
But they are people
Things can get better
And me appearing lo longer.


Je fais mon apparition à la place des choses
Les hommes crient pour les hommes
Pourtant ils restent des hommes
Les choses peuvent avancer
Sans moi.

Malcolm Lowry / 100 χρόνια από τη γέννησή του (Ελευθεροτυπία)

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=78890

Ο Malcolm Lowry κάτω από το ηφαίστειο

Εκατό χρόνια από τη γέννησή του

Και μόνο με εκείνο το απρόσμενο ποίημα, που έχει τίτλο «Ο διάολος ήταν τζέντλεμαν», τα καταλαβαίνει κανείς όλα. Αν θέλει να καταλάβει βέβαια, και όχι να προσαρτήσει τις σταματημένες μηχανές της ψυχής του σ' ένα δημιουργικό, μα εξίσου αόριστο και παθογόνο πλαίσιο, όπως ο αποκαλούμενος «μοντερνισμός».

Ενας από τους κορυφαίους αυτής της ιστορικής περιόδου ήταν και ο Μάλκολμ Λόουρυ. Με το μυθιστόρημά του «Κάτω από το ηφαίστειο» κατέστησε εμφανή τα όρια του μοντερνισμού, μα αποτέλεσε ταυτόχρονα και το ξεπέρασμά του.

Πολλά από τα χαρίσματα των έργων του, μα κυρίως ο τρόπος γραφής και επεξεργασίας του έργου του «Κάτω από το ηφαίστειο» προέκυψαν από την αγάπη του συγγραφέα για την τζαζ. Λεπτομέρειες σχετικά με την επίδρασή της στη ζωή και το έργο του μπορεί να αντλήσει κανείς από τη βιογραφία του και το αρχείο των επιστολών του. Το «Κάτω από το ηφαίστειο» ήταν το αποτέλεσμα που έφεραν το καλλιτεχνικό ρίσκο του συγγραφέα (η καταγραφή της ρευστότητας της συνείδησης) και η χρήση των μετρικών αναλογιών της τζαζ στην ανάπτυξη και τη δομή της εξιστόρησης.

Αναμφισβήτητα ένας συγγραφέας τέτοιου διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως ο Λόουρυ, δεν θα μπορούσε ποτέ να πατρονάρει τη γραφή του ακολουθώντας την όποια πρόσφορη αισθητική που θα υποστήριζε το έργο του. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία της τζαζ, η τεχνική των παράλληλων πλοχμών έκφρασης (μοντερνισμός), αλλά και η αισθητική του έντονου αντικομφορμισμού δεν αποτελούν παρά την πλεκτάνη πάνω στην οποία έθεσε τη δράση των ιδεών του - θέτοντας σε μόνιμο κίνδυνο (η έκφραση υπηρετεί τη ροή και όχι την ολοκλήρωση) τόσο τη δυναμική του συγγραφέα όσο και του αναγνώστη. Ο δεύτερος, μάλιστα, ίσως χρειαστεί ακόμη και να λοιδορήσει όλα όσα συμβαίνουν «Κάτω από το ηφαίστειο», ώστε να καταφέρει μια ολοκληρωμένη ανάγνωση. Παντού και πάντοτε ο Λόουρυ υπήρξε εκφραστής ενός δαιμόνιου μανιχαϊσμού πολλαπλών αυτοπροβολών, οι οποίες συνέβησαν, λαμβάνοντας ποικίλες μορφές, και στην πραγματική του ζωή.

Την εποχή που γράφτηκε το «Κάτω από το ηφαίστειο» αλλά και για τις δεκαετίες που ακολούθησαν μπορεί να πει κανείς πως αποτέλεσε μία από τις καλύτερες αναλύσεις του φαινομένου της γενικότερης κρίσης που καθόρισε και καθήλωσε τον «μοντέρνο» κόσμο, τις πολιτικές και αισθητικές τάσεις που επικύρωσαν την παντελή αδυναμία των ανθρώπων τού -γεμάτου υπερβολικές προσδοκίες- 20ού αιώνα, να επιτύχει την πνευματική του ανανέωση. Ο «πρόξενος» ήταν μια εξαιρετική μεταφορά του υποτροπιασμού που υπέστη ο μοντέρνος άνθρωπος - σαν ήταν άνθρωπος.

Το ηφαίστειο μπορεί να περιμένει, ο φόβος του ανθρώπου, όχι.


Γιάννης Λειβαδάς

Προς τον κ. Ντίνο Σιώτη εκδότη του περιοδικού "Δέκατα"

Κάθε μου ανταπόκριση σε κείμενα και σχόλια αποτελεί μέρος της ποίησης. Ουδόλως με απασχόλησε ουσιαστικά η κρίση και η άποψη όσων δεν γνωρίζουν εκ των έσω την συνθήκη της. Μα το τραγικότερο όλων είναι εκείνη η έλλειψη χιούμορ και η ηθική φτώχεια που τους καταδικάζει.


Ανήμερα της Λυπητερής
Γιάννης Λειβαδάς

Blaise Cendrars - Bon Anniversaire!



Couchers de soleil

Tout le monde parle des couchers de soleil
Tous les voyageurs sont d’accord pour parler des cou-
chers de soleil dans les parages
Il y a plein de bouquins où l’on ne décrit que les couchers
de soleil
Les couchers de soleil des tropiques
Oui c’est vrai c’est splendide
Mais je préfère de beaucoup les levers de soleil
L’aube
Je n’en rate pas une
Je suis toujours sur le pont
A poils
Et je suis toujours le seul à les admirer
Mais je ne vais pas décrire les aubes
Je vais les garder pour moi seul

31/8/09

Οι αναρροφήσεις
Περιλαμβάνουν κυρίως
Ταλαντώσεις του φυσιολογικού.


Egot

Το δουλεμπόριο των αναγνωστών είναι η απόδειξη
Της ποίησης.


The slave-trade of readers is the evidence
Of poetry.

"Σε προσκαλούν"

Ζωτικός από τότε
Υστεροβουλία σαν βάζεις πλάτη στα χαμένα
Έχεις να κάνεις ένα σωρό δουλειές
Που ακτινίζουν άλλων τον μέλλοντα.
Προχθές εκεί ο που ο χρόνος πέρασε σύμφωνα
Με τις ευχές πάνω στις κάρτες.

Latest statement:

Suicide is never successful; unless you continue to stay alive.

Y.L. 20/08/2009

Σχόλιο επισυναπτόμενο στα γραφτά μου «Περί Ποίησης και Κατάστασης»:

Ο ποιητής είναι φύσει αναρχικός – τάσσεται κατά, ή είναι τουλάχιστον αδιάφορος, απέναντι στον πολιτισμό. Γιατί είναι ο υπέρτατος φορέας της κουλτούρας, της έμπρακτης παιδείας. Μάλιστα όχι μία φορά, αλλά δυο, εφόσον ζει ανάμεσα στα λείψανα των αρχαίων μνημείων και στα θρυμματισμένα μάρμαρα.
Κι όμως το 2007 διερωτάται κανείς αν έχει υπάρξει πραγματική διείσδυση σ’ αυτό που, εμπορεύεται, δεν αξιοποιείται, στην ημεδαπή και την αλλοδαπή ως: «ελληνική τέχνη»… της οποίας το ιδεώδες εξακολουθεί να αποτελεί μοναδική έδρα της ποίησης.
Λιμοκοντόροι πάσης φύσεως πασχίζουν εδώ και αιώνες να μας πείσουν (και προς μεγάλη μου δυστυχία το έχουν καταφέρει) πως έχουμε να κάνουμε με κάτι μνημειώδες, ατάραχο και εξωραϊσμένο. Λέω λοιπόν πως μάλλον πρόκειται για το αντίθετο, για μία απροκάλυπτη σύρραξη σκοτεινών και φωτεινών ορμών, μία βίαιη κορύφωση της συνεύρεσης των πιο αντίθετων δυνάμεων, που αποφεύγει να παραμείνει ουδέτερη, αρνείται το υψιπετές και δεν ολοκληρώνεται στην ανάπαυση αλλά στη νίκη μετά την απόλυτη σύγκρουση.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν συνεχίζει η ποίηση τον δρόμο της – κάθε άλλος δρόμος δεν είναι δικός της.


Γιάννης Λειβαδάς – 08/2009

Γράψε Χ

Ο νύχτωμα όσων λέγονται.
Δεν μου αρέσει να γράφω πως είμαι σιωπηλός
Γιατί συνεπώς δεν είμαι.
Τα στόματά μου.
Τα βιβλία μέσα στα έντερά μου.
Το κρασί τρέχει να γίνει καταρράκτης
Μέσα στο λαιμό μου.
Οι σπεκουλαδόροι μοιάζει να κερδίζουν –
Μα μόνο στη μάχη που στήνουν μεταξύ τους.
Πιο πέρα μια ήπειρος αντιλαμβάνεται
Τον χαμό της στα ωραία που οι άνθρωποι
Έχωσαν παράτολμα στα μουσεία της.

Didier Petit (bilingual presentation)

Né à Reims en 1962 dans un environnement musical, Didier Petit commence à jouer du violoncelle dès l’âge de six ans. Quatre mois après les événements de Mai 1968, il entre au conservatoire classique, étudie le violoncelle, outil qu’il va travailler et sonder avec le temps. Mis en étroit contact par son milieu familial, il se passionne très jeune pour la musique contemporaine et se souvient de débats interminables lors de soirées d’après concerts. Il côtoie ainsi des musiciens : Pierre Penassou, Claude Ballif, Cathie Berberian, le quatuor Parrenin, Yves Prin… et le claveciniste Scott Ross que sa mère hébergeait à cette époque. En 1977, année où plusieurs attentats terroristes de la bande à Baader explosent en Allemagne, Didier claque brutalement la porte du conservatoire et se retrouve livré à lui-même. Il réalise très vite que la musique ne veut pas se séparer de lui. Dans une envie d’excès et de dépassement cérébral et corporel, il se tourne vers le jazz et les musiques improvisées. Magistralement marqué par l’Arkestra de Sun Ra et le Celestrial Communication Orchestra d’Alan Silva auquel il participera durant dix années, il entre comme élève à l’I.A.C.P, devient enseignant puis administrateur jusqu’en 1989. Il prend conscience de l’existence d’un certain nombre de musiciens improvisateurs européens par sa rencontre avec Misha Lobko. Il partage alors de nombreuses aventures musicales avec Vladimir Tarasov, Sakis Papadimitriou, Daunik Lazro, Bruno Girard, Denis Colin, Carlos Zingaro, Roger Turner, Benat Achiary, François Tusques, Marilyn Crispell, Jac Berrocal... Co-organise les ‘’décades de musiques improvisées’’ qui se déroulent à la galerie Maximilien Guiol et enregistre un solo ‘’Sorcier’’ chez Leo Record, puis un autre, dix ans plus tard, ‘’Déviation’’, parue chez La Nuit Transfigurée. Afin de réaliser son désir de constituer l’utopie d’un courant, il lance en 1990 la collection de disque In Situ, un label qui propose aujourd’hui, trente et une références. Utopiste et réaliste Didier Petit ne perd toujours pas ce goût profond pour le risque et l’imaginaire, car il continue de croire en une certaine résistance de l’art.

Born in 1962 in Rheims into a musical family, Didier Petit took up the cello at the age of six. Four months after les événements of May 1968 he began his studies at the Conservatoire, deepening his knowledge of the instrument. He was introduced to new music by his family at an early age and soon developed a passion for it. Along with fond memories of interminable after-concert discussions, he began frequenting musicians in the field: Pierre Penassou, Claude Ballif, Cathy Berberian, the Quatuor Parrenin, Yves Prin and harpsichordist Scott Ross (who was staying in the Petit household at the time). In 1977, while the Baader-Meinhof gang was busy blowing up Germany, Didier slammed the Conservatoire door behind him. But he soon realised music wouldn't slam the door on him. Keen to overindulge and overload both mind and body, he turned towards jazz and improvised music, and, scarred for life by the Sun Ra Arkestra and Alan Silva's Celestrial Communication Orchestra (in which he played for ten years), he signed up at the IACP, where he worked until 1989, as a teacher and eventually administrator. Through his encounter with Misha Lobko he became aware of many European improvisers, and set off on numerous musical adventures with the likes of Vladimir Tarasov, Sakis Papadimitriou, Daunik Lazro, Bruno Girard, Denis Colin, Carlos Zingaro, Roger Turner, Benat Achiary, François Tusques, Marilyn Crispell and Jac Berrocal. He co-organised the "Improvised Music Decades" at the Galerie Maximilien Guiol and recorded his first solo album, Sorcier, for Leo Records, followed a decade later by Déviation, on the La Nuit Transfigurée label. To achieve his dream of transforming a musical trend into a utopia, he launched the In Situ label in 1990. Today the catalogue is over thirty strong. Utopian yet realistic, Didier Petit still hasn't lost his taste for the risky and the imaginary, believing as strongly as ever in the resistance of Art.


[Text from the Facebook page of the artist]

Reply to a formal letter from Paris (For the sender)

Since I received this letter of someone wanting to know me:
I tell you my friend:
I adore Paris but I don’t give a shit about “Shakespeare & Co.”:
As I don’t give even half a shit about the monument of “Beat Hotel”:
I never wanted to be a poet in Paris, or a painter, I never wanted anything to be:
Paris is just one of my long-distance pumps of my heart:
So:

Take care.

Γιάννης Λειβαδάς / Τρία Ποιήματα στο Poeticanet

http://www.poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1240859305&archive=&start_from=&ucat=188&show_cat=188

JOHN BERRYMAN - Δύο Ποιήματα

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Από την υπό έκδοση συλλογή "Τζων Μπέρρυμαν - Ποίηματα" (Ηριδανός 2009).



ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ

Ένας ακόμη παλιός φίλος, πολύ αργότερα,
στο Advocate στην τζαζ μου αφοσιωμένος
το έθεσε διαφορετικά:
την ονόμασε «ροπή καταραμένη» μου.

Θα σου βρυχηθώ επίσης λες να 'ταν κάποιο αρχάριο περιστέρι
τούτες οι σκοτιδιασμένες μέρες
μα ήμουν τόσο ανώριμος.
Δεν είχα αίσθηση όλων όσων ξεστόμιζα

και ό,τι είπα το είπα με ορμή και πνεύμα
το οποίο τσάκισε κάποιες χωρίς αμφιβολία σεμνότυφες και από μένα τώρα
απαλλαγμένες

ανθρώπινες οντότητες ποδεμένες.
Με την ντροπή μου στέκομαι.
ναι, στέκομαι όμως. Τις διαστροφές μου πάρε σαν να 'ναι

κάποια απ' τα χαρίσματά μου, αν βρεις κανένα.
Προβάλλω όπως ο Κοριολάνος με τις πληγές μου
για επιθεώρηση απ' τον όχλο.
Μονάχα που, αγαπητέ μου, για εκλογή καμιά δεν είμαι υποψήφιος

Δεν είμαι ο προικισμένος εγωμανιακός σύντροφος Ν. Μαίηλερ

Οι δυστυχίες του Ήρωα, του Αλεξάντερ.
Οι τρόμοι του Αγίου, -
μία χαρά νιώθουν οι περισσότεροι! Ο Θορώ είχε λάθος,
έκρινε από τον εαυτό του.

Όταν ασκόπως έπαιζα με κάθε σύζυγο αργότερα
στο Ανατολικό ακρογιάλι
ζητούσα ν' ανέβω σ' έναν άμβωνα και να εξομολογηθώ.
Κάντε με κομματάκια!

Έγραψε κάποτε ο Λίνκολν σ' έναν φίλο: «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ».



ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

Μοιάζει να είναι ΣΚΟΤΑΔΙ συνέχεια.
Περπατάω με δυσκολία.
Μπορώ να θυμάμαι τι να λέω στο σεμινάριό μου
μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω.

Είπα κάποτε σ' ένα Τραγούδι: συνήθως είμαι κουρασμένος.
Το επαναλαμβάνω κι επαυξάνω.
Ξερνάω.
Κατέρρευσα σήμερα στην αργή κίνηση του Κ. 365.

Αναμφίβολα δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ ακόμα.
Έγραψα: «Ίσως υπάρξουν φρίκες.»
Το επαυξάνω.
(Μου φαίνεται πως πήρε τα μικρά της στήθη μακριά.)

Είμαι ερωτευμένος με το εξαίσιο μωρό μου.
Σπίθες! Μέσ' στο σκοτάδι ΕΛΠΙΔΑ. και εξαφανίζεται.
Χαμένες τέχνες.
Εκμηδενίσεις.

Ουόλτ! Είμαστε στο ισόγειο,
ούτε κι εσύ δεν με ανακουφίζεις
μα παίζω το δικό σου ρίσκο αγαπημένε φίλε και μαζί σου πορεύομαι.
Δεν υπάρχουν ταιριάσματα

Ξεστόμισε, ο Πατέρας Του, μια λέξη

Γιάννης Λειβαδάς: Η μέθη του Perdu.

Η μέθη του Perdu.

Στη χαμοκέλα της ψυχής που μελανός τη ζούσα
Νύχτες βαριές και ασήκωτες από μια σκοτοδίνη
Γιατί παλάμη ουδεμιά δεν τέντωσε τη σάρκα
Για της καρδιάς μου τ’ άγγιγμα π’ αδιάκοπα το δίνει

Το ήλιον ρόδο της ζωής που πάντοτε ανατέλλει.
Της καταδίκης τύμπανο ολόγιομο ηχούσα
Πώς είν’ η ύπαρξη χολή τον έρωτα αν δεν έχει.

Έβγαλα ασκούς και φύσηξα τον εαυτό μου πέρα
Στην ήπειρο της καταχνιάς άφωνος για ν’ αδράξω
Το βλέμμα εκείνο τ’ άγνοο που κάποτε φιλούσα.

Στο Μονπαρνάς διπλώθηκε στα τέσσερα η ζωή μου
Και μια αποκάλυψη χαμού μ’ έστειλε να πεθάνω
Σε κάποια από τις γέφυρες που έλαμπαν στο Παρίσι.

Η άλλη πλευρά της γέφυρας με κάλεσε όμως τότε
Και μ’ ένα χέρι τρυφερό μου άναψε το τσιγάρο
Να γράψω άσμα αδειανό μου ζήτησε επί τόπου

Και απήγγειλε την αγκαθιά του αίματος του βάτου:
Πώς του ερώτου η χαρά μοιάζει με του θανάτου.

Διαφυγόντα / Escaped

Διαφυγόντα

Κάθε ποιητής έχει τον μουσικό του
Ακόμη κι αν έχει επιστρέψει από κάπου.
Ανάμεσα σε τέσσερα μολύβια επιλέγω το υπερωκεάνιο
Για να γράψω. Για να πω.
Διαφυγόντα.
Έχω πάντοτε και μια λίστα.
Η μοναξιά πολύ νωρίς το πρωί δεν συγκρίνεται
Με τίποτα.
Έπιασε νηνεμία και αντήχηση από γυναικεία τακούνια
Που έχουν προορισμό τo Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών.
Αυτήν τη ζωή την έχω βάψει.
Την παίζω στα δάχτυλα.
Τρεις μήνες τον χρόνο σταματώ και με παίζει εκείνη.
Κάθε ποιητής πρέπει να φτάσει.
Αφήνοντας τις παρτιτούρες πίσω του το πρωί πολύ
Νωρίς ασύγκριτα να τις ξεθωριάζει.
Κάθε ποιητής είναι πάντοτε.
Αν έχει κάπου να πάει.


15/08/2009
Γ.Λ.


Escaped

Every poet has his musician
Even if he has returned from somewhere.
Among four pencils I choose the ocean liner
To write. To speak.
The escaped.
I have always a list.
Solitude very early in the morning is not comparable
To anything.
Calmness falls and an echo of the heels of a woman
Who are destined for the A΄ Cemetery of Athens.
I have painted this life.
I play her in my fingers.
Three months a year I let her to play me.
Every poet must reach.
Letting the scores behind him the morning very
Early incomparably to bleach.
Every poet is always.
If he has some place to go.


15/08/2009
Y.L.

Ποίημα In Memoriam Rashied Ali

Στο δυσδιάβατο πατούσες όπου έπρεπε.
Στον κενό χώρο άλλαζες τις μπαγκέτες με θερμοπίδακες.
Το πρωί ανεξήγητα είπα στον Zerang να προσέχει.
Ο κόσμος που υπάρχει εξακολουθεί να είναι ένα τύμπανο
Σε σχέση μ’ αυτόν που δεν υπάρχει.
Ήθελα να σου πω και δυο κουβέντες αλλά ήμουν
Στις μαύρες μου αυτές τις μέρες.
Σπέρνω αποσιωπητικά απ’ όπου πέρασες…

R.I.P. Rashied Ali The Great


Rashied Ali (born Robert Patterson) (1 July 1935 - 12 August 2009)...

Για απόψε...

Τσιγαριές που καίγονται αργά και Melange από τον Eldridge. Το πιο εύκολο πράγμα Λειβαδά, είναι οι δύσκολοι τρόποι. Κάνω όπως είμαι.
Απόψε είναι από τις νύχτες που πέφτουν άστρα. Αν βρω κανένα στο μπαλκόνι το περιμένει η φορμόλη. Αλλιώς θα το φυσήξω για να σβήσει.
Τα αστέρια δεν κάνουν φτερά.

Ποίμα / Pome / (ελληνικά - english)

Αυτό το κενό δεν έχει φόβο να είναι.
Όπως ένα τραπέζι με αραδιασμένα βιβλία.
Φωνές και προτάσεις από ανθρώπους που κάθονται.
Συμμετέχουν σαν καλεσμένοι ή πορτατίφ.
Ο χρόνος γλιστρά από ράμφος.
Άμα καταπιαστούμε από τα γόνατα ως τον αφαλό
Κάτι γίνεται.
Ότι αντιπροσωπεύεις δεν βαθαίνει.
Θα έλεγες πως αρέσκομαι σκυθρωπός ανελέητος.
Ξεμοναχιάζομαι ρίχνοντας κεφαλιές στο γκονγκ
Του ήλιου για να μην βυθιστεί ουδέποτε
Μέσα μου.



This emptiness has no fear to be.
Like a table full of books in a row.
Voices and sentences by people who sit.
Participating as guests or portatifs.
Time slithers from a beak.
If we set about from knees up to the navel
Something is going on.
What you stand for does not deepen.
You could say that I enjoy been sullen merciless.
I am isolated giving headers to the gong
Of the sun never to sink
Inside myself.

Γιάννης Λειβαδάς: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΝΔΙΚΗ ΝΥΧΤΑ.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φαρφουλάς"/τεύχος 10, Μάρτιος 2009]

Όλο το σούρουπο που μπορεί να δημιουργηθεί τραχύ σαν πεσμένος σοβάς θρυμματίζεται στα πόδια μου. Έχει μια σκόνη που ανταριάζει και δίνει μεγάλη υπόσχεση. Το κέντρο της πόλης είναι μία κωμόπολη μαϊμούδων. Στις παρυφές τώρα παρκάρουν τους ταλαίπωρους ελέφαντες σαν φορτηγά σε αλάνες. Η μέρα της γιορτής του Γκανές, του θεού ελέφαντα, πέρασε. Κατάλοιπα εκείνης της ροδαλής στάχτης παντού τριγύρω πάνω σε κάθε τι, και οι κορμοί των μεγάλων δέντρων γεμάτοι αποτυπώματα χεριών και δαχτύλων με το ίδιο χρώμα. Το φεγγάρι σχεδόν ολόγιομο τρίζει σαν ιστιοφόρο καθώς υψώνεται στην ανατολή και χρυσίζει. Μα τα καράτια του είναι λίγα. Το φεγγάρι ετούτο δεν αξίζει ούτε για πέτρα σε φτηνό δαχτυλίδι. Οι λάμπες στους δρόμους μονίμως αναμμένες πρωί βράδυ.
Σε λίγο κόβει η κυκλοφορία και ανθίζουν οι μικροπωλητές, οι κλέφτες, τα πρεζάκια. Παρέες αρχίζουν να μαζεύονται στις όχθες του ποταμού. Τύποι κάθε λογής αράζουν στις αναποδογυρισμένες βάρκες και πιάνουν κουβέντα και καπνίζουν τσιγάρα και χειρονομούν ο ένας τον άλλον δασκαλεύοντας.
Είμαι στο σταντ του καφέ μπαρ Μοτιλάλ όπου το ουίσκι κοστίζει δυο δεκάρες, τα παγάκια μια, και οι μπύρες Κινγκφίσερ είναι ζεστές και ληγμένες. Έχω πέσει με τα μούτρα στο γράψιμο δίχως να έχω τίποτα να γράψω. Πέρασε όλη η μέρα περιμένοντας να πέσει η νύχτα, να καλμάρει η ζέστη, να κατακαθίσει λίγο η σκόνη και να βγει το φεγγάρι που δεν αξίζει. Είμαι με τις σκιές.
Περνούν πιτσιρίκια, βιαστικά, βαστώντας καράφες και πλυμένα ποτήρια για το μπαρ. Έχω γείρει. Τα μπράτσα του σκαμπό μοιάζουν με τα δικά μου μπράτσα, τα σφίγγω με τις παλάμες μου και με σφίγγουν κι εκείνα θρονιάζοντάς με καθισμένο για ώρες. Τα γράμματα πάνω στο χαρτί σχηματίζονται με μια βουή καθώς τα αφήνει για πάντα η μύτη του στυλού διαρκείας. Σχετική διάρκεια της δυνατότητας, απόλυτη σχετικότητα της δημιουργίας. Ετοιμαζόμουν γι’ αυτό από παιδί. Τα μικρά κουτάλια της ζάχαρης λαμπυρίζουν μα είναι η νύχτα δεν είναι τα κουτάλια. Σκέφτομαι πόσο τρομερές θα ήταν οι γροθιές των λουλουδιών. Σκέφτομαι εσένα, εμένα, τον ωκεανό και τα άδεια μπυρομπούκαλα. Τους ανθρώπους παντού αυτήν ακριβώς την ώρα που είμαι πάνω στην γραμμή μεταξύ μέρας και νύχτας και ήδη κερδίζει έδαφος η νύχτα. Η νύχτα που μοιάζει μ’ ένα στεγνό καθαρό πουκάμισο για μένα. Τα ιδρωμένα χέρια μου αφήνουν γραμμικές στάμπες πάνω στις σελίδες. Δεν έχουν λόγο τα χέρια στις σελίδες. Παραγγέλνω άλλο ένα ποτό και ο δίμετρος σερβιτόρος μου λέει με χαμηλωμένα μάτια ότι σε μία ώρα στο μαγαζί θα έχει κορίτσια. Παριστάνω τον βαρήκοο και του λέω να επαναλάβει αυτό που είπε. «Κορίτσια» μου λέει πλησιάζοντας στο αυτί μου. Θα έχουμε και «κορίτσια» λοιπόν. Θα φταίει που έχω κολλήσει εδώ και ώρες σ’ αυτό το σταντ. Πιστεύουν πως περιμένω κάποια πουτανίτσα, από εκείνες που μαζεύουν στα χωριά γύρω απ’ το Μαργκάο και καταλήγουν να περνούν ζωή και κότα στην μεγάλη πόλη, ζώντας στα καλύτερα ξενοδοχεία, γερνώντας ήσυχα, μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας μειλίχια παιδιά.
Δεν περιμένω τίποτα, ίσως καμιά καλή σελίδα ακόμα, ίσως την ισχύ της νύχτας πάνω στην μέρα. Πιάνει ένας δροσερός αέρας που σκορπίζει τις τακτοποιημένες χαρτοπετσέτες και τα αποτσίγαρα. Οι τρίχες μου σηκώνονται όρθιες. Οι χαρτοπετσέτες προσγειώνονται σκορπισμένες πάνω στα σταντ και στα τραπέζια πιο πέρα. Ο σερβιτόρος τρέχει να τις μαζέψει. Βρίσκομαι στο σωστό μέρος. Άλλη μια ριπή. Κι άλλη μια. Από τα τριγύρω στενά αρχίζουν να εμφανίζονται τουρίστες και αμερικανοί που έχουν ξεμείνει από χρόνια εδώ πέρα.
Στρέφομαι προς την κίνηση στον δρόμο. Η κυκλοφορία αραιή και αρκετοί είναι οι πεζοί που έχουν κατέβει από τα πεζοδρόμια και κόβουν βόλτες πάνω στη ραγισμένη άσφαλτο. Ολόκληρες παρέες από χαμίνια και πιο σουλουπωμένους τύπους, νεαρά ζευγάρια που δεν αγγίζει ο ένας τον άλλον και περπατούν σαν μουδιασμένοι πολιτικάντηδες. Μικροαπατεώνες και αλάνια που έρχονται και σου λένε «Έχω κάτι για σένα» και μοιάζουν όλοι τους σαν αδέλφια – είναι αδέλφια. Απέναντι, στην πλάγια πάροδο αν σηκώσεις λίγο το κεφάλι μπορείς να διακρίνεις στο βάθος κάτω από τις λιγοστές λάμπες τα πρεζάκια να σουτάρουν και να ξαπλώνουν κατάχαμα σαν λαθρεπιβάτες στο στενό αμπάρι κάποιου πλοίου. Σκέφτομαι εμένα που είμαι ανεβασμένος στη γέφυρα και ρίχνω άγριες ματιές στα φουσκωμένα κύματα που η νύχτα τα κάνει να μοιάζουν με δαντέλες και χείμαρρους που ξεχύνονται ανάμεσα από ανοιχτά γυναικεία πόδια. Προχωράω. Δεν έχω να ζητήσω τίποτα. Με καλεί η ζωή η ίδια. Είμαι ένα από τα γεγονότα, τα επιφαινόμενα.
Κλείνω το σημειωματάριο γιατί σημειωματάρια υπάρχουν ακόμα, και ανοίγω. Εγώ. Ανοίγω ορθάνοιχτα για όλα τα κατορθώματα. Η ζωή πηγαίνει με τα τέσσερα, δεν έχει σηκωθεί ακόμη όρθια. Η νύχτα, η νύχτα ανοίγει τα παντζούρια, ξεκουμπώνει φουστάνια, ξεπλέκει μαλλιά, έχει το χρώμα και το χάρισμα της διάνοιας. Νύχτα γεννιέται ο φωστήρας!
Το φεγγάρι βρίσκεται τώρα πίσω από τα δέντρα και ανεβαίνει σαν σαλιγκάρι στα κτήρια της ώχρας με τις καμάρες και τις γραφικές ινδικές προσόψεις, που δεν είναι γνωστά καταστήματα ή υπουργεία, είναι κυψέλες φτωχών καταστημάτων, κεκλεισμένων ονείρων, θυσιών και οφθαλμαπάτης. Ένα στα τέσσερα παράθυρα έχουν ακόμη φως. Καθαριστές αδειάζουν κουβάδες στα ρείθρα αδιαφορώντας για τα καθαρά μπατζάκια των περαστικών. Ταξί μπαίνουν στην σειρά στην δεξιά πλευρά της πολυγωνικής πλατείας. Στην απέναντι όχθη περιμένουν το μικρό φέρυ οι τελευταίοι εργάτες και οι αργοπορημένοι. Μόνο μία θαμπή κίτρινη λάμπα, εκεί το σκοτάδι είναι πηχτό και ο τόπος είναι γεμάτος κοράκια. Τα υπεραστικά λεωφορεία που έχουν δρομολόγια προς κάθε κατεύθυνση αυτής της απέραντης χώρας, έχουν τις πόρτες ανοιχτές και στην θέση του οδηγού αμυδρά φώτα. Έξι απ’ αυτά αναχωρούν μέσα στη νύχτα.
Στριμώχνομαι στο σταντ μαζί με δύο τύπους που μόλις έφτασαν από την Αδελαΐδα. Έχουν σκοπό να πάνε και στην Ελλάδα. «Η Ελλάδα δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα» τους είπα και στράφηκα στο χέρι μου που κρατούσε το ποτήρι και γνώριζε περισσότερα, μια σκοτεινή λεπτομέρεια από των πραγμάτων το πέρασμα.
Έχουμε πέσει τόσο χαμηλά που τα παγάκια μάς ξεπερνούν στην ομιλία. Πίσω στην Αθήνα θα γεννιούνται κι άλλα βιβλία, μα για ποιόν; Ποιητές θα σοβαρολογούν για την δυσκολία της γραφής, νέες ποιητικές επιθεωρήσεις, ανασυντάξεις, καφέδες, ενημερώσεις. Όπως παντού, όπως πάντα. Όπως η άρνηση στα βρόμικα σεντόνια. Μα η νύχτα δεν χρειάζεται καν καπέλο για να το φορέσει στραβά.
Ανοίγω ξανά το σημειωματάριο μόνο για να βάλω τελεία. Το κλείνω και το ρίχνω μέσα στο σακίδιο. Η ώρα πέρασε κι αυτή πίσω απ’ την πλάτη μου περπατώντας, ίσως να ήταν εκείνη η φουριόζα με το καφετί σάρι που ορυόταν κοιτάζοντας με φθόνο τους καθισμένους τουρίστες. Η ώρα ίσως να έχει μηδενίσει σαν τα κοντέρ των ταξί. Πληρώνω και φεύγω.
Το φεγγάρι που έχει πάψει εδώ και χρόνια να μ’ ενδιαφέρει έχει φτάσει στην κορυφή του τρούλου του ουρανού και τα αστέρια τρυπούν τα αχνά σύννεφα σαν αγκάθια. Φτάνω λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στο δωμάτιό μου, ανοίγω το παράθυρο και κάθομαι στην μοναδική καρέκλα. Από ψηλά φαντάζει η άρνηση της πόλης να παραδοθεί. Αντιστέκεται στον χρόνο όπως και στη νύχτα. Ένα οργισμένο συναίσθημα.
Το τσιγάρο στο στόμα μου σβησμένο από ώρα. Αν η αγάπη είναι επιταγή, το μίσος είναι ευχαρίστηση. Το κλείσιμο των ματιών μου ανοίγει σαν του φτωχού το πορτοφόλι στην Ασία.

Τοπίο

Ερίγδουπος στις προστασίες της ερημιάς.
Η άροση της λέξης κατεύθυνση.
Μα τα τζιτζίκια είναι κοινά εδώ και στο Σεν Τροπέ.
Η κάψα ίδια εδώ και στις αλάνες του Αλγκεθίρας
Όπως και στα δώματα στην Άγκρα.
Οι παράδρομοι κουφοί και άσφαλτοι στoν ήχο τσιγάρων
Στην Καλαμάτα.
Το κλειστό στόμα κάποιων ανθρώπων.
Οι κάποιοι άνθρωποι δίχως στόμα με στόμα
Μια αποσβολωμένη περασιά.
Έχω ανοιχτεί σαν λαδόκολλα που έκρυβε μια
Μερίδα συμφοράς μέσα.
Τα τσαλακώματα.
Η αιφνίδια γραφή των ασωμάτων που με κυρίευσαν.
Η άβυσσος παρατηρεί προσμένοντας
Την επόμενή μου κίνηση.


9/08/2009

Ταγγέρη

Τα καλοκαιρινά σύννεφα της Ταγγέρης αυτοκτονούν
Εκπληρωμένα. Στο μπαλκονο-παράθυρο καταγράφω
Μ’ έναν πράσινο στυλό τους ήχους του δρόμου
Τις ομιλίες των ανθρώπων τις καταδίκες των τζελάμπας
Τα πριονισμένα φώτα των συνοικιών ως την
Παραλιακή και το κενό της εικόνας ως τον ορίζοντα
Που είναι μια γαλανή φέτα ψωμί.
Το ταξίδι που έκανε η Ταγγέρη για να με συναντήσει
Είναι πιο μεγάλο και άκαρδο απ’ το ταξίδι
Που έκανα εγώ για να την συναντήσω.
Το σούρουπο μοιάζει με χαλασμένο αχλάδι.
Μα τίποτε άλλο δεν μοιάζει.
Το πορτραίτο του βασιλιά με κόκκινη
Κολλητική ταινία: η εικόνα μιας τρύπας στον τοίχο.
Ακροβασίες της σέπιας καρφιτσώνονται
Στις φωνές εκείνων που πουλούν ψάρια.
Ξεφυλλίζω το σημειωματάριο στην αρχή
Βρίσκω ποιήματα άλλων χρόνων, ευχές και αλίμονα.
Η περισυλλογή μου αρκείται σ’ αυτήν την κανάτα
Γεμάτη καφέ, στη μυρωδιά των αραβικών τσιγάρων.
Στη μεγάλη λεπτεπίλεπτη αράχνη που διαλογίζεται
Ακουμπισμένη στο τυλιγμένο της ψοφίμι.
Σκέφτομαι αυτό που θυμάμαι:
Τα μάτια σου αστέρια τι αστέρια.

-Pension Becerra - 8 Petit Socco

Γιάννης Λειβαδάς - Επτά Ογδόου Σι Ελάσσονα

Δεν είμαι κτήνος για να ξεπλένομαι στην ποίηση.
Ο σπασμός και ο κάλυκας.
Τα έρημα μεσημέρια του Αυγούστου στην Αθήνα
Οι καφετζήδες γελούν λιγάκι παραπάνω.
Οπτασίες τυλιγμένες με γυαλόχαρτα.
Ο συντονισμός σε κάνει να τα χάνεις και τον
Ζεις σαν άσκοπες παραθέσεις.
Ακουμπώ σε δυο καρέκλες μα κάθομαι στη μια.
Εσύ τι λες;

Η εξαπάτηση των εθνών μέσω ποίησης.
Αλλά μας κρίνει το πευκοβελόνι.

Δεν είναι να κόβεις τίποτα άμα δεν κόβεις την ζωή πρώτα.

Γιάννης Λειβαδάς - Η Ποίηση Και Η Κατάσταση

Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση δηλαδή κάθε πρόσφατης τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε λίγο, ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.

Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό κι αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Και αυτό γιατί μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.

Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη άποψη για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορήσω το έργο οποιουδήποτε, όπως ατυχώς θεωρήθηκε από μία μικρή, γνωστή ομάδα ποιητών με την δημοσιοποίηση παρόμοιων προηγούμενων κειμένων μου. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν σε τίποτε χρήσιμο.

Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως «Αξία». Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα.

Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα πολύ μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές απόψεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απ’ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά δοκίμια που συμπεριλαμβάνονται στο επίμετρο της τελευταίας μου ποιητικής συλλογής*.

Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος φαίνεται να μην είναι άλλος απ’ αυτόν: οι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως η υπογραφή του ποιητή θα πάψει εκείνη την συνθήκη που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του μετέωρου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή».

Και επ’ αυτού ο ρόλος του ιδεολογικού και του εθνικού βάρους είναι καίριος. Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει μία και μόνη ιδεολογία, την Προσωπική Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί την επικράτεια μίας παγκοσμιότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Στην ποίηση η μέγιστη εγγύτητα κατακτάται με το πιο ατέρμονο βλέμμα. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση.

Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ’ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρνει να αποτελεί Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής.

Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του Άλλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε μάλλον δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε στατική επίγνωση, ως τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος. Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία ορισμένων.

Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» και όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία, και πως ο ποιητής είναι το αντίθετο αυτού που ονομάζουμε «κοινωνία». Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται.

Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν είναι λοιπόν ποίηση. Η Ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής είναι μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει.

Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον.

Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας διακήρυξης, να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή «διακήρυξη ελευθερίας» του ποιητή, δεν αποτελεί απόδειξη τόλμης ή γνώσης. Απαιτείται δημιουργική υλοποίηση. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.

Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ‘30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ‘80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους. Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών και των ακαδημαϊκών δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν.

Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του. Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;

Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει σαν «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, που τον θέλουν από νομοτελειακή ανάγκη πυρσό της εποχής του, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη (και «γράφοντας» και «δια ζώσης»), το οποίο ζυγίζεται μεταξύ της προσπάθειας αυτο-προσδιορισμού και του κοινωνικού φαίνεσθαι.

Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας;

Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του. Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την γράψει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής. Η ποίηση είναι η εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο· παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απ’ όσα γράφτηκαν στο χαρτί.

Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.

Μετς 2008

*«Άπτερος Νίκη, Μπίζνες, Σφιγξ» (Ηριδανός 2008)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)