Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γιάννης Λειβαδάς: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΝΔΙΚΗ ΝΥΧΤΑ.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φαρφουλάς"/τεύχος 10, Μάρτιος 2009]

Όλο το σούρουπο που μπορεί να δημιουργηθεί τραχύ σαν πεσμένος σοβάς θρυμματίζεται στα πόδια μου. Έχει μια σκόνη που ανταριάζει και δίνει μεγάλη υπόσχεση. Το κέντρο της πόλης είναι μία κωμόπολη μαϊμούδων. Στις παρυφές τώρα παρκάρουν τους ταλαίπωρους ελέφαντες σαν φορτηγά σε αλάνες. Η μέρα της γιορτής του Γκανές, του θεού ελέφαντα, πέρασε. Κατάλοιπα εκείνης της ροδαλής στάχτης παντού τριγύρω πάνω σε κάθε τι, και οι κορμοί των μεγάλων δέντρων γεμάτοι αποτυπώματα χεριών και δαχτύλων με το ίδιο χρώμα. Το φεγγάρι σχεδόν ολόγιομο τρίζει σαν ιστιοφόρο καθώς υψώνεται στην ανατολή και χρυσίζει. Μα τα καράτια του είναι λίγα. Το φεγγάρι ετούτο δεν αξίζει ούτε για πέτρα σε φτηνό δαχτυλίδι. Οι λάμπες στους δρόμους μονίμως αναμμένες πρωί βράδυ.
Σε λίγο κόβει η κυκλοφορία και ανθίζουν οι μικροπωλητές, οι κλέφτες, τα πρεζάκια. Παρέες αρχίζουν να μαζεύονται στις όχθες του ποταμού. Τύποι κάθε λογής αράζουν στις αναποδογυρισμένες βάρκες και πιάνουν κουβέντα και καπνίζουν τσιγάρα και χειρονομούν ο ένας τον άλλον δασκαλεύοντας.
Είμαι στο σταντ του καφέ μπαρ Μοτιλάλ όπου το ουίσκι κοστίζει δυο δεκάρες, τα παγάκια μια, και οι μπύρες Κινγκφίσερ είναι ζεστές και ληγμένες. Έχω πέσει με τα μούτρα στο γράψιμο δίχως να έχω τίποτα να γράψω. Πέρασε όλη η μέρα περιμένοντας να πέσει η νύχτα, να καλμάρει η ζέστη, να κατακαθίσει λίγο η σκόνη και να βγει το φεγγάρι που δεν αξίζει. Είμαι με τις σκιές.
Περνούν πιτσιρίκια, βιαστικά, βαστώντας καράφες και πλυμένα ποτήρια για το μπαρ. Έχω γείρει. Τα μπράτσα του σκαμπό μοιάζουν με τα δικά μου μπράτσα, τα σφίγγω με τις παλάμες μου και με σφίγγουν κι εκείνα θρονιάζοντάς με καθισμένο για ώρες. Τα γράμματα πάνω στο χαρτί σχηματίζονται με μια βουή καθώς τα αφήνει για πάντα η μύτη του στυλού διαρκείας. Σχετική διάρκεια της δυνατότητας, απόλυτη σχετικότητα της δημιουργίας. Ετοιμαζόμουν γι’ αυτό από παιδί. Τα μικρά κουτάλια της ζάχαρης λαμπυρίζουν μα είναι η νύχτα δεν είναι τα κουτάλια. Σκέφτομαι πόσο τρομερές θα ήταν οι γροθιές των λουλουδιών. Σκέφτομαι εσένα, εμένα, τον ωκεανό και τα άδεια μπυρομπούκαλα. Τους ανθρώπους παντού αυτήν ακριβώς την ώρα που είμαι πάνω στην γραμμή μεταξύ μέρας και νύχτας και ήδη κερδίζει έδαφος η νύχτα. Η νύχτα που μοιάζει μ’ ένα στεγνό καθαρό πουκάμισο για μένα. Τα ιδρωμένα χέρια μου αφήνουν γραμμικές στάμπες πάνω στις σελίδες. Δεν έχουν λόγο τα χέρια στις σελίδες. Παραγγέλνω άλλο ένα ποτό και ο δίμετρος σερβιτόρος μου λέει με χαμηλωμένα μάτια ότι σε μία ώρα στο μαγαζί θα έχει κορίτσια. Παριστάνω τον βαρήκοο και του λέω να επαναλάβει αυτό που είπε. «Κορίτσια» μου λέει πλησιάζοντας στο αυτί μου. Θα έχουμε και «κορίτσια» λοιπόν. Θα φταίει που έχω κολλήσει εδώ και ώρες σ’ αυτό το σταντ. Πιστεύουν πως περιμένω κάποια πουτανίτσα, από εκείνες που μαζεύουν στα χωριά γύρω απ’ το Μαργκάο και καταλήγουν να περνούν ζωή και κότα στην μεγάλη πόλη, ζώντας στα καλύτερα ξενοδοχεία, γερνώντας ήσυχα, μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας μειλίχια παιδιά.
Δεν περιμένω τίποτα, ίσως καμιά καλή σελίδα ακόμα, ίσως την ισχύ της νύχτας πάνω στην μέρα. Πιάνει ένας δροσερός αέρας που σκορπίζει τις τακτοποιημένες χαρτοπετσέτες και τα αποτσίγαρα. Οι τρίχες μου σηκώνονται όρθιες. Οι χαρτοπετσέτες προσγειώνονται σκορπισμένες πάνω στα σταντ και στα τραπέζια πιο πέρα. Ο σερβιτόρος τρέχει να τις μαζέψει. Βρίσκομαι στο σωστό μέρος. Άλλη μια ριπή. Κι άλλη μια. Από τα τριγύρω στενά αρχίζουν να εμφανίζονται τουρίστες και αμερικανοί που έχουν ξεμείνει από χρόνια εδώ πέρα.
Στρέφομαι προς την κίνηση στον δρόμο. Η κυκλοφορία αραιή και αρκετοί είναι οι πεζοί που έχουν κατέβει από τα πεζοδρόμια και κόβουν βόλτες πάνω στη ραγισμένη άσφαλτο. Ολόκληρες παρέες από χαμίνια και πιο σουλουπωμένους τύπους, νεαρά ζευγάρια που δεν αγγίζει ο ένας τον άλλον και περπατούν σαν μουδιασμένοι πολιτικάντηδες. Μικροαπατεώνες και αλάνια που έρχονται και σου λένε «Έχω κάτι για σένα» και μοιάζουν όλοι τους σαν αδέλφια – είναι αδέλφια. Απέναντι, στην πλάγια πάροδο αν σηκώσεις λίγο το κεφάλι μπορείς να διακρίνεις στο βάθος κάτω από τις λιγοστές λάμπες τα πρεζάκια να σουτάρουν και να ξαπλώνουν κατάχαμα σαν λαθρεπιβάτες στο στενό αμπάρι κάποιου πλοίου. Σκέφτομαι εμένα που είμαι ανεβασμένος στη γέφυρα και ρίχνω άγριες ματιές στα φουσκωμένα κύματα που η νύχτα τα κάνει να μοιάζουν με δαντέλες και χείμαρρους που ξεχύνονται ανάμεσα από ανοιχτά γυναικεία πόδια. Προχωράω. Δεν έχω να ζητήσω τίποτα. Με καλεί η ζωή η ίδια. Είμαι ένα από τα γεγονότα, τα επιφαινόμενα.
Κλείνω το σημειωματάριο γιατί σημειωματάρια υπάρχουν ακόμα, και ανοίγω. Εγώ. Ανοίγω ορθάνοιχτα για όλα τα κατορθώματα. Η ζωή πηγαίνει με τα τέσσερα, δεν έχει σηκωθεί ακόμη όρθια. Η νύχτα, η νύχτα ανοίγει τα παντζούρια, ξεκουμπώνει φουστάνια, ξεπλέκει μαλλιά, έχει το χρώμα και το χάρισμα της διάνοιας. Νύχτα γεννιέται ο φωστήρας!
Το φεγγάρι βρίσκεται τώρα πίσω από τα δέντρα και ανεβαίνει σαν σαλιγκάρι στα κτήρια της ώχρας με τις καμάρες και τις γραφικές ινδικές προσόψεις, που δεν είναι γνωστά καταστήματα ή υπουργεία, είναι κυψέλες φτωχών καταστημάτων, κεκλεισμένων ονείρων, θυσιών και οφθαλμαπάτης. Ένα στα τέσσερα παράθυρα έχουν ακόμη φως. Καθαριστές αδειάζουν κουβάδες στα ρείθρα αδιαφορώντας για τα καθαρά μπατζάκια των περαστικών. Ταξί μπαίνουν στην σειρά στην δεξιά πλευρά της πολυγωνικής πλατείας. Στην απέναντι όχθη περιμένουν το μικρό φέρυ οι τελευταίοι εργάτες και οι αργοπορημένοι. Μόνο μία θαμπή κίτρινη λάμπα, εκεί το σκοτάδι είναι πηχτό και ο τόπος είναι γεμάτος κοράκια. Τα υπεραστικά λεωφορεία που έχουν δρομολόγια προς κάθε κατεύθυνση αυτής της απέραντης χώρας, έχουν τις πόρτες ανοιχτές και στην θέση του οδηγού αμυδρά φώτα. Έξι απ’ αυτά αναχωρούν μέσα στη νύχτα.
Στριμώχνομαι στο σταντ μαζί με δύο τύπους που μόλις έφτασαν από την Αδελαΐδα. Έχουν σκοπό να πάνε και στην Ελλάδα. «Η Ελλάδα δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα» τους είπα και στράφηκα στο χέρι μου που κρατούσε το ποτήρι και γνώριζε περισσότερα, μια σκοτεινή λεπτομέρεια από των πραγμάτων το πέρασμα.
Έχουμε πέσει τόσο χαμηλά που τα παγάκια μάς ξεπερνούν στην ομιλία. Πίσω στην Αθήνα θα γεννιούνται κι άλλα βιβλία, μα για ποιόν; Ποιητές θα σοβαρολογούν για την δυσκολία της γραφής, νέες ποιητικές επιθεωρήσεις, ανασυντάξεις, καφέδες, ενημερώσεις. Όπως παντού, όπως πάντα. Όπως η άρνηση στα βρόμικα σεντόνια. Μα η νύχτα δεν χρειάζεται καν καπέλο για να το φορέσει στραβά.
Ανοίγω ξανά το σημειωματάριο μόνο για να βάλω τελεία. Το κλείνω και το ρίχνω μέσα στο σακίδιο. Η ώρα πέρασε κι αυτή πίσω απ’ την πλάτη μου περπατώντας, ίσως να ήταν εκείνη η φουριόζα με το καφετί σάρι που ορυόταν κοιτάζοντας με φθόνο τους καθισμένους τουρίστες. Η ώρα ίσως να έχει μηδενίσει σαν τα κοντέρ των ταξί. Πληρώνω και φεύγω.
Το φεγγάρι που έχει πάψει εδώ και χρόνια να μ’ ενδιαφέρει έχει φτάσει στην κορυφή του τρούλου του ουρανού και τα αστέρια τρυπούν τα αχνά σύννεφα σαν αγκάθια. Φτάνω λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στο δωμάτιό μου, ανοίγω το παράθυρο και κάθομαι στην μοναδική καρέκλα. Από ψηλά φαντάζει η άρνηση της πόλης να παραδοθεί. Αντιστέκεται στον χρόνο όπως και στη νύχτα. Ένα οργισμένο συναίσθημα.
Το τσιγάρο στο στόμα μου σβησμένο από ώρα. Αν η αγάπη είναι επιταγή, το μίσος είναι ευχαρίστηση. Το κλείσιμο των ματιών μου ανοίγει σαν του φτωχού το πορτοφόλι στην Ασία.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)