Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Συνέντευξη στον Victor Lefevre (αποτελεί επίμετρο της συλλογής "Άπτερος Νίκη/Μπίζνες/Σφιγξ")

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟΝ VICTOR LEFEVRE

ΑΘΗΝΑ, 18 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007.

V. L.: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση;

Γ. Λ.: Απ’ όταν ξεκίνησα να την ζω. Πρέπει να ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών.

V. L.: Έχει τόση σημασία αυτό που λέτε; Ότι «ξεκινήσατε να τη ζείτε;»

Γ. Λ.: Βεβαίως. Η ποίηση είναι κάτι που πρωτίστως το ζει κανείς. Ύστερα έρχεται η στιγμή για να γράψεις. Και δεν αναφέρομαι σε κανενός είδους «βιωματική» ποίηση. Η ποίηση είναι μία και μοναδική, αυτή που πηγάζει από την συλλήβδην εμπειρία του φαινομένου της.

V. L.: Δηλαδή, μιλάμε για ποίηση με πράξεις;

Γ. Λ.: Όχι υποχρεωτικά, –αν και οι πράξεις που χαρακτηρίζουν την ζωή είναι οι ίδιες με εκείνες που χαρακτηρίζουν και την ποίηση– μιλάμε για μία Κατάσταση. Η ποίηση πηγάζει εξίσου από τη διάνοια και την σωματική εμπειρία. Είναι μία ειδική σχέση με τα πράγματα η οποία ολοκληρώνει τον κύκλο της καταλήγοντας στη γραφή. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά τη μέγιστη δύναμή της.

V. L.: Τι είδους σχέση είναι αυτή;

Γ. Λ.: Μυστική, δηλαδή καθαρά μεταφυσική, η οποία όμως δεν απορρέει, όπως προείπα, υποχρεωτικά μόνο από τις απολήξεις της σκέψης, μα εξίσου, το τονίζω, εξίσου, από την τροχιά της ζωής. Το Πνεύμα κατοικεί σε κάθε σημείο, σε κάθε κίνηση του ποιητή. Σε κάθε απόφαση που παίρνει. Ο ποιητής αν δεν δράσει, δεν υφίσταται ποίηση. Γιατί η γραφή είναι εντελώς υποτυπώδης αν δεν προκύψει κι από την ζωική ορμή.

V. L.: Γνωρίζεται άλλους ομότεχνούς σας που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο;

Γ. Λ.: Όχι. Τα πράγματα δείχνουν πως οι περισσότεροι έχουν λησμονήσει τον καθαρό τρόπο σκέψης. Αλλά δεν έχει τόση σημασία γιατί δεν συνηθίζω να έχω επαφές με ποιητές, με καλλιτέχνες. Οι πιο στενοί μου φίλοι δεν είναι ποιητές, ο ένας είναι καφεκόπτης, ο άλλος είναι υπάλληλος, και ο τρίτος είναι μπάρμαν. Και οι τρεις μαζί σε ένα απόγευμα παράγουν όση ποίηση δεν έχει παραχθεί στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Και μιλάω για πραγματική ποίηση που επισημαίνεται και κληροδοτείται.

V. L.: Γιατί αυτό;

Γ. Λ.: Καταρχάς οι ποιητές είναι δυσεύρετοι, υπάρχουν ελάχιστοι. Είναι είδος υπό εξαφάνιση. Και κατά δεύτερον, με ενδιαφέρει κυρίως η επαφή με ανθρώπους που λατρεύουν την ζωή, που διακατέχονται από το φοβερό αίσθημα της τρυφερότητας. Ανθρώπους που πιστεύουν στη ζωή, που ξέρουν πόσο πρωτότυπο είναι να είσαι άνθρωπος. Ανθρώπους που υπερβαίνουν τους περιορισμούς της κοινωνίας και είναι σε θέση να κάνουν πραγματικούς φίλους.

V. L.: Τι εννοείτε, όταν λέτε πως οι ποιητές είναι δυσεύρετοι; Η Ελλάδα είναι μία χώρα γεμάτη ποιητές.

Γ. Λ.: Όχι, η Ελλάδα είναι ίσως γεμάτη ποίηση, μα γεμάτη ποιητές όχι. Τουλάχιστον στις μέρες μας. Άνθρωποι που ασχολούνται με την ποίηση σαν χόμπι υπάρχουν πολλοί. Μα δεν είναι ποιητές, όπως και η ποίηση δεν μπορεί να είναι χόμπι. Αν εννοείτε πως εκδίδονται αμέτρητες ποιητικές συλλογές, ναι, αυτό συμβαίνει. Μα δεν περιέχουν ποιήματα, περιέχουν μικρές συναισθηματικές αγγελίες. Ή μεγάλες πολιτικές ή παρανοϊκές αγγελίες, περισπούδαστων ανθρώπων, που έχουν πολύ δρόμο ακόμη να διανύσουν μέχρι να γίνουν ποιητές, μέχρι να συνειδητοποιήσουν την ποίηση.

V. L.: Η νέα γενιά;

Γ. Λ.: Δεν βλέπω καμία, ή εν πάση περιπτώσει, αυτή που πλασάρεται για νέα γενιά ποιητών φοβάμαι πως αποτελεί ντροπή για όλους μας. Και μην νομίζετε, έχω εκπληκτική ενημέρωση επ’ αυτού. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως ορισμένα νέα παιδιά που ίσως κατάφερναν κάποτε να γράψουν κάτι σημαντικό, απ’ όσο φαίνεται έχουν ήδη υποστεί ορχεκτομή και προορίζονται για παλλακίδες αριστερόπληκτων, χριστιανόπληκτων, οξφορδιανών, και άλλων συναφών καρικατούρων. Τα πήρε όλα ο διάολος, κι αυτό με θλίβει, αφάνταστα.

V. L.: Μπορείτε να κατονομάσετε ορισμένους που προσωπικά θεωρείτε πως είναι αληθινοί ποιητές;

Γ. Λ.: Θα βοηθούσε σε κάτι αυτό; Είμαι υποχρεωμένος να αναφέρω κυρίως πεθαμένους, και δεν έχω όρεξη να το κάνω. Για τους σύγχρονους θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό σημαδεύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την απάντησή μου. Οι περισσότεροι πιστεύουν πως η ποίηση τούς έχει ανάγκη, ενώ εκείνοι έχουν ανάγκη την ποίηση – πρωτίστως έχουν μεγάλες ανάγκες γιατί δεν έχουν ωριμάσει. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τις ελληνίδες ποιήτριες.

V. L.: Δεν πιστεύετε πως θα ήταν καλό γι’ αυτούς που εκτιμάτε να ακουστούν τα ονόματά τους;

Γ. Λ.: Αυτοί που είναι καλοί δεν έχουν ανάγκη τη δική μου εκτίμηση.

V. L.: Από τους ξένους;

Γ. Λ.: Φυσικά ο μεγάλος Μπλεζ Σαντράρ. Ο Λι Πο, ο Ίσσα, ο Ρεμπό, ο Ντυκάς, ο Αρτό, ο κάμμινγκς, ο Μπέρρυμαν, ο Κέρουακ, και πολλοί ακόμα που ξεπέρασαν τον καθιερωμένο ρόλο του ποιητή και πρώτευσαν. Άφησαν πίσω τους υπόλοιπους. Όλοι τους νεκροί.

V. L.: Αυτά τα κείμενα περί ποίησης που δημοσιεύσατε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Poema; Γνωρίζετε την απήχηση που είχαν; Και γιατί δεν επιλέξατε ένα έντυπο από τα πιο καταξιωμένα;

Γ. Λ.: Κατ’ αρχάς δεν έχουν δημοσιευτεί ολοκληρωμένα. Ελπίζω να γίνει σύντομα. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για την απήχησή τους, αν και τελευταία ακούω εδώ κι εκεί διάφορα σχόλια. Για παράδειγμα, τις προάλλες σε ένα καφενείο είπε κάποιος «αυτός ο εξυπνάκιας νομίζει πως θα μας μάθει γράμματα». Ένα βράδυ, σε κάποιο μαγαζί εκφράστηκε η γνώμη πως τέτοιες απόψεις δεν έχουν θέση στη «σύγχρονη ποίηση». Άκουσα πάντως ότι υπήρξαν και κάποιες θετικές αντιδράσεις. Πράγματι κάτι περίεργο συμβαίνει, διότι ως γνωστόν δεν είμαι δάσκαλος κανενός, δεν έχω επηρεάσει απολύτως κανέναν και, κυρίως, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό που θεωρείται «σύγχρονο», «μεταμοντέρνο», ή ό,τι άλλο. Με απασχολεί η ομιλία της Μούσας, το βαθύ ποίημα, το ολικό. Τίποτε άλλο.
Όσο για το Poema, ήταν το μοναδικό που δέχτηκε να δημοσιεύσει αυτά τα κείμενα, τα οποία παρεμπιπτόντως έχουν σταλεί για γούστο σε όλους όσους μπορείς να βάλεις στο νου σου. Σε όλους εκείνους που έλαβαν άλλωστε μισή ντουζίνα κριτικές για τα ποιήματά μου και δεν τόλμησαν να δημοσιεύσουν ούτε μία.
Όταν όμως λες καταξιωμένα έντυπα ποια εννοείς; Τα περισσότερα δεν έχουν καν ίχνος σοβαρότητας. Και τα πιο γνωστά απ’ αυτά διευθύνονται από ανθρώπους που έχουν αυτοανακηρυχτεί ποιητές και έχουν κύριο σκοπό να διαφημίσουν τον εαυτό τους, να εκπληρώσουν τη ματαιοδοξία τους.

V. L.: Ναι, καταλαβαίνω ποιους φωτογραφίζετε. Μα οφείλετε να αναγνωρίσετε και όσα έχουν προσφέρει στον τόπο.

Γ. Λ.: Οπωσδήποτε έχουν προσφέρει, μα έχουν εξίσου αποπροσανατολίσει το αναγνωστικό κοινό, και τους επίδοξους ποιητές.

V. L.: Τι ακριβώς εννοείτε;

Γ. Λ.: Εννοώ πως εμμένουν στην ακαδημαϊκή συστολή, στην αναπαραγωγή ενός κλίματος ακαθόριστης μελαγχολίας, στην ατολμία και την έλλειψη ποιητικής στύσης. Με λίγα λόγια, εφόσον είναι οι ίδιοι ανεπαρκείς και μικρόψυχοι προάγουν ανάλογες απόψεις – είναι τόσο φοβισμένοι, δεν διακατέχονται από το αίσθημα της ευθύνης και της τόλμης. Είναι μέτριοι και επιβάλουν ως κανόνα την μετριότητα.

V. L.: Συγνώμη, δεν εξαιρείτε ούτε έναν ποιητή απ’ αυτό το κλίμα;

Γ. Λ.: Σας απάντησα προηγουμένως γι’ αυτό, αφήνω να μιλήσει η σιωπή μου. Αλλά πείτε μου εσείς αν προτιμάτε, –επίσημα όμως, ώστε να καταγραφεί στην κουβέντα μας- πόσοι απ’ αυτούς θεωρείτε πως μπορούν να χειριστούν ποιητικά τη γλώσσα; Προσέξτε: ποιητικά όχι με ποιητική διάθεση.

V. L.: Τι διαχωρίζει αυτά τα δύο;

Γ. Λ.: Η πρώτη είναι η κατάσταση στην οποία ο δημιουργός βρίσκεται σε πλήρη ένωση με τον ποιητικό νου, ανήκει στην ποίηση και μιλά μέσω αυτής. Στη δεύτερη, ο γράφων προσπαθεί να προσεγγίσει περιγράφοντας την ποιητική κατάσταση, δεν είναι ποιητής, νιώθει μια «ποιητική διέγερση» και στην καλύτερη των περιπτώσεων μιλά γι’ αυτή την ελάχιστη, στιγμιαία φαντασίωση. Ένα άλλο λάθος που κάνουν οι ποιητές, είναι ότι γράφουν για την ποίηση, παραθέτουν αξιολογήσεις για το ύφος και τις αναλογίες της, δεν καταφέρνουν την τέχνη. Αφήστε που κατά κόρον μιμούνται, δεν παίρνουν πρωτοβουλίες, καταλαβαίνετε;

V. L.: Φαίνεται να σας ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θάρρος ή ακόμη και ο ηρωισμός στην ποίηση. Γιατί αυτό;

Γ. Λ.: Δεν εκφράζω άποψη, αυτή είναι η ποίηση. Ο ποιητής σε βάθος χρόνου είναι ένας ήρωας, αποτελεί τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα, καταγραφέα του κόσμου, ο οποίος έχει αποκτήσει μία σπάνια σχέση μαζί του: εκείνη της ανάληψης της συνολικής αγωνίας του. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται μάρτυράς του. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται τόλμη, θέληση, αυτό που ο απλός κόσμος ονομάζει «κότσια». Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Ο ποιητής γίνεται πρωτίστως ένας ήρωας γιατί αντιστέκεται στις νόρμες της κοινωνίας, ανεξάρτητα με τον τρόπο που θα επιλέξει να το κάνει. Ένας φούρναρης αν είναι ήρωας μπορεί να γίνει ποιητής, ένας μπάρμαν αν είναι ήρωας μπορεί να γίνει ποιητής, όπως ένας οικοδόμος, ένας βαρκάρης, ένας δάσκαλος, ένας οποιοσδήποτε που το λέει η καρδιά του. Ο ποιητής οφείλει να έχει περάσει σε «επικίνδυνη» τροχιά, ειδάλλως δεν πρόκειται ουδέποτε να γράψει πραγματική ποίηση. Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση πως δεν νοιαζόμαστε για κάποιους «καλούς» μεμονωμένους στίχους που δεν έχει χρειαστεί παρά να γράψει κανείς ένα, δύο, ή ακόμη και τρία ανούσια βιβλία ποίησης. Κάτι ακόμη, που αφορά μάλιστα τον «μεταμοντέρνο» μας κόσμο είναι το εξής: η παρούσα πραγματικότητα σημαδεύεται από την ασταμάτητη παραγωγή ανθρωπίνων ομοιωμάτων, ρέπλικες που σκέφτονται τα ίδια πράγματα και ζουν μία πανομοιότυπη ξεπεσμένη ζωή, φροντίζοντας να ανακατεύουν τη σούπα με τα έντερά τους κάθε τέσσερα χρόνια. Πού να βρεθούν ποιητές εκεί μέσα; Όλοι αυτοί ξέρετε, είναι και υποψήφιοι αναγνώστες κάποιας ποίησης, μα ελπίζω όχι της δικής μου.

V. L.: Ποιους ποιητές πιστεύετε πως προτιμούν να διαβάζουν αυτοί οι άνθρωποι που περιγράψατε;

Γ. Λ.: Καλύτερα μη με προκαλείτε γιατί αν αραδιάσουμε ονόματα θα φανεί σαν προσωπική μομφή, σαν στιγματισμός για κάποιους. Δεν έχω λόγο να επιτεθώ σε κανέναν, αντιθέτως ίσως να βγει και γι’ αυτούς κάτι θετικό απ’ αυτή την συνέντευξη. Σε γενικές γραμμές εκείνους που συναντάς διαρκώς το όνομά τους στα έντυπα και έχουν διοριστεί εισηγητές ή και ακόμη χειρότερα, υπερασπιστές της ποίησης, της οποίας έχουν μόνο μυρίσει από μακριά το άρωμά της. Εξαιρώντας ένα πολύ μικρό ποσοστό αναγνωστών που πιθανώς βρίσκεται σε μεταβατική φάση.

V. L.: Περιγράφετε μία κατάσταση πολύ ζοφερή.

Γ. Λ.: Δεν είναι ζοφερή, γιατί τα δύσκολα δεν έχουν έρθει ακόμα. Όταν έρθουν, τότε θα είναι πραγματικά πολύ άσχημα τα πράγματα. Δεν μου αρέσει να χαρακτηρίζω τις εποχές μα αισθάνομαι πως έχουμε κάνει τα πρώτα βήματα σε έναν νέο «μεσαίωνα». Αυτό δείχνει η ζωή και η σύγχρονη τέχνη. Απέμειναν ελάχιστοι άνθρωποι με δυνάμεις, η κοινωνία φρόντισε να τους ξεκάνει. Και αυτή τη φορά όχι με καταδιώξεις μα με την αντικατάσταση.

V. L.: Δηλαδή;

Γ. Λ.: Απλά, ονομάζει λογικό το παράλογο, το όμορφο άσχημο, ονομάζει την σκλαβιά ελευθερία, τον ανθρωπάκο συγγραφέα, ονομάζει ποιητές τα κωθώνια. Κι έτσι είναι άπαντες ικανοποιημένοι, γιατί όλοι μπορούν να μπουν εικονικά στην θέση που φυσιολογικά δεν θα μπορούσαν. Πρόκειται για την δικτατορία της προτροπής να μην είσαι ποτέ ο πραγματικός εαυτός σου. Έχω την πλάτη μου γυρισμένη σ’ αυτό.

V. L.: Πως εκτιμάτε την κατάσταση ειδικά στη χώρα μας;

Γ. Λ.: Καλά, εσείς δεν είστε από τη Γαλλία;

V. L.: Μπορείτε να με θεωρείτε Έλληνα.

Γ. Λ.: Επικίνδυνη ιδιότητα! Όπως επιθυμείτε!

V. L.: Συνεχίζουμε, μιλάμε για τη χώρα μας.

Γ. Λ.: Τη χώρα τους, εννοείτε. Η δική μου χώρα δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα. Ζω στην εξορία. Όπως σου είπα, με αφήνει εξίσου αδιάφορο, όσο κι αν ορισμένες φορές με ωθεί να ενδιαφερθώ βαθιά γι’ αυτήν. Το σίγουρο είναι πως δεν είναι σε θέση να δεχτεί τη δική μου βοήθεια.

V. L.: Για ποιο λόγο;

Γ. Λ.: Γιατί έχει ξεχάσει το παρελθόν της, το οποίο της ανήκε, και δεν έχει αποκτήσει επαφή με το παρόν της το οποίο είναι υποχρεωμένη να το δανείζεται.

V. L.: Εννοείτε σε επίπεδο λογοτεχνίας, τεχνών ή γενικότερα;

Γ. Λ.: Το επίπεδο, όπως λες, της λογοτεχνίας έχει να κάνει και με το επίπεδο της ζωής. Η λέξη «γενικότερα» μου είναι εντελώς απεχθής, προτιμώ το «ειδικά», «ειδικότερα». Η κοινωνία προτίμησε την πολιτική από την ποίηση. Τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να ήταν άλλα. Τώρα για τη λογοτεχνία, τι να σου πω, ίσως πολλοί να μην γνωρίζουν καν τι σημαίνει. Από την άλλη υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι με πραγματική κατάρτιση σε οποιονδήποτε τομέα. Εκτός αυτού, βρισκόμαστε σε μία εποχή που κυριαρχεί η εικόνα. Η φτήνια. Δεν είναι τυχαία αυτή η δήθεν ακμή των εικαστικών, του χορού, του κινηματογράφου, του θεάτρου. Σκουπίδια που χωρούν σε μια χαρτοσακούλα.

V. L.: Όσον αφορά την αποτίμηση του παρελθόντος, δεν υπάρχουν άνθρωποι του χώρου σας που διαρκώς κάνουν λόγο για την γενιά του ’30 για παράδειγμα;

Γ. Λ.: Αυτό είναι το παρελθόν; Δεν με ενδιαφέρει στο παραμικρό η γενιά του ’30 ή όποια άλλη γενιά, κι αυτό γιατί πρώτον απέτυχε παταγωδώς και δεύτερον, ούτως ή άλλως αισθάνομαι περισσότερο ομόψυχος με τον Όμηρο, με τον Αρχίλοχο, παρά με όποιον άλλο νεότερο.

V. L.: Ομολογώ πως αυτό δεν περίμενα να το ακούσω.

Γ. Λ.: Κακώς, γιατί αν είχατε κάνει σοβαρή ανάγνωση των «Κρεμαστών Στίχων Της Βαβυλώνας» θα το είχατε ως ένα βαθμό διαπιστώσει. Εννοώ, δεν γράφω σαν αυτούς, μιλάω την αποκάλυψη του ποιητή στην εποχή του. Πρόκειται για μια ξεχασμένη Παράδοση, που έρχεται αραιά και που στο προσκήνιο. Την ίδια σχέση έχουν πάνω κάτω και οι ξένοι ποιητές που σας ανέφερα προηγουμένως. Καταλαβαίνετε τώρα τι εννοούσα πιο πριν λέγοντάς σας πως δεν υπάρχει κανένας ανάμεσα στους σύγχρονους κριτικούς που να διαθέτει αντικειμενικά εργαλεία για να εκτιμήσει κάτι πραγματικά σημαντικό; Ξέρουν πολύ καλά να εκτιμούν τα σαλιγκάρια, την εμμηνόπαυση, τα πλυντήρια, τον ίσκιο του πατέρα, τις ιδεολογικές διακυμάνσεις που προοιωνίζονται τεράστιες αλλαγές για την ανθρωπότητα, κάποια δυσκολία με τα λεπτά κορδόνια – μα για την ποίηση δεν γνωρίζουν τίποτα. Άσε να πιω το ποτό μου καλύτερα …
__ Να συμπληρώσω κάτι, ίσως να μην υπάρχει καλύτερη απόδειξη της αξίας ενός αληθινού ποιητή, από τη δυσκολία που δημιουργεί στους σύγχρονούς του να συνεχίζουν τη ζωή τους όπως την αντιλαμβάνονταν πριν διαβάσουν το έργο του.

V. L.: Πιστεύετε πως είστε τέτοιος ποιητής;

Γ. Λ.: Δεν έχω ανάγκη να πιστεύω τίποτα, εγώ συνεχίζω τη φυσική μου υποχρέωση να γράφω. Ξέρω να κάνω τη ζωή μου φιόγκο για τα μαλλιά ενός κοριτσιού, όπως και θηλιά για τον λαιμό μου. Σημασία έχει τι πιστεύετε εσείς.

V. L.: Η τελευταία σας συλλογή «Τζον Κολτρέην και 13 Ποιήματα για την Τζαζ» τι αντιπροσωπεύει;

Γ. Λ.: Τι αντιπροσωπεύει; Μα την ίδια την Τζαζ! Και κατά δεύτερον τη δική μου σχέση μαζί της, τους δεσμούς, τους κόμβους που δημιουργώ μ’ αυτήν και τον υπόλοιπο κόσμο.

V. L.: Μα γιατί να χρειάζεται ο κόσμος την Τζαζ;

Γ. Λ.: Για να μην γίνει κάποια μέρα ο κόσμος απόκοσμος, αντι-κόσμος. Αυτό που ορισμένοι ήδη αισθανόμαστε εδώ και καιρό.

V. L.: Αποδέχεστε τον χαρακτηρισμό πως είστε «ποιητής της Τζαζ;»

Γ. Λ.: Απόλυτα. Βεβαίως δεν χρειαζόταν να κοινοποιηθεί κάτι τέτοιο, μα συνέβη. Όλα ξεκίνησαν όταν με βάφτισε έτσι ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι μία τεράστια αξία που δεν μπόρεσε να τον χωρέσει ετούτη η κοινωνία. Πιστεύω πως η Τζαζ ήταν και παραμένει το πιο προωθημένο καλλιτεχνικό κίνημα από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα. Και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί κίνημα, αποτελεί ροή μίας αρχέγονης Κεντρικής Ιδέας για τον άνθρωπο. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάτι καινούργιο, κάτι αυστηρά μουσικό. Οι χαρακτηρισμοί περιττεύουν.

V. L.: Η προηγούμενή σας συλλογή, «Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας» γιατί πιστεύετε πως δημιούργησε τόση αίσθηση σε κάποιους κύκλους;

Γ. Λ.: Γι’ αυτό δεν είμαι διόλου σίγουρος. Εξάλλου κυκλοφόρησε μόλις τον περασμένο Μάρτιο. Γνωρίζω μόνο πως συζητήθηκε από κάποιους, κάποιοι με αναζήτησαν, κάποιοι έγραψαν κριτικές, κάποιοι μου έστειλαν γράμματα, κάποιοι με έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια. Φίλοι ποιητές στην Αμερική που γνωρίζουν ελληνικά την καλωσόρισαν θερμά. Παραπέρα δεν έχω ιδέα.

V. L.: Μα αυτή ήταν η κύρια αφορμή αυτής της συνέντευξης, ξέρετε.

Γ. Λ.: Η δική μου ήταν η ευγενική σας συμπεριφορά απέναντί μου. Η ευγένεια σπανίζει σήμερα. Όπως και τα δυνατά κορίτσια.

V. L.: Ποιον αφορά η ποίηση σήμερα;

Γ. Λ.: Αυτή η ερώτηση μου φαίνεται πως έχει πέραση τελευταία… Αυτόν που ενδιαφέρεται για την θέση του ανάμεσα τους ανθρώπους και τη θέση του σε σχέση με το Σύμπαν.

V. L.: Δεν ακούγεται κάπως τραβηγμένο αυτό; Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο για να αναρωτιούνται τέτοια πράγματα. Η ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ανακούφιση;

Γ. Λ.: Όχι. Και δεν νομίζω ότι είναι ζήτημα χρόνου, είναι καθαρά ζήτημα ανθρωπιάς και αναζήτησης. Αν οι κοινωνίες επιλέγουν να χάνουν τον χρόνο τους, γι’ αυτό φταίνε κυρίως οι ίδιες. Όσο για την ανακούφιση τι υπονοείς; Για τον ισοβίτη ανακούφιση είναι η απόδραση, για τον ένοχο η αθώωση. Τέτοια ανακούφιση εννοείς;

V. L.: Όχι, με παρεξηγήσατε.

Γ. Λ.: Ακούστε αγαπητέ μου, μπορεί όντως κάποιος να ανακουφιστεί διαβάζοντας ένα ποίημα, δεν αντιλέγω. Μα αν η ανακούφιση γίνει το ζήτημα της ποίησης τότε οι ποιητές θα πρέπει να αρχίσουν να γράφουν ιατρικές συνταγές.

V. L.: Αφού κάνατε λόγο για την προσφορά της ποίησης, θα θέλατε να μου πείτε τη δική σας άποψη;

Γ. Λ.: Αυτό το είπαμε πριν από λίγο. Η δική μου άποψη εν πάση περιπτώσει είναι ότι η ποίηση είναι προτιμότερο να δημιουργεί μίμηση παρά ανακούφιση.

V. L.: Εξηγήστε το αν θέλετε αυτό.

Γ. Λ.: Είναι πολύ απλό, θεωρώ κορύφωμα της ενασχόλησης με την ποίηση να μοιάσει έστω και στο ελάχιστο ο αναγνώστης στον ποιητή. Να κυνηγήσει κατά το δυνατό τις δικές του επιδόσεις. Αν θυμάμαι καλά νομίζω πως το είχε πει και ο Ισοκράτης αυτό. Το ίδιο μπορεί κάλλιστα να συμβεί διαβάζοντας κι ένα μυθιστόρημα. Κάποιον σημαντικό συγγραφέα.

V. L.: Διαβάζετε αρχαία ελληνική γραμματεία;

Γ. Λ.: Αρχαία μόνο κατ’ όνομα. Έχω διαβάσει αρκετά κείμενα. Τραγωδίες, φιλοσοφία, ποίηση, ρητορική και άλλα. Επηρέασαν βαθιά τον τρόπο της σκέψης μου, τον τρόπο ζωής μου, μαζί με την αρχαία γραμματεία της Ανατολής, η οποία είναι εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη.

V. L.: Δοκιμάσατε ποτέ να ασχοληθείτε με την πεζογραφία;

Γ. Λ.: Όχι απλώς δοκίμασα, έχω ήδη ολοκληρώσει ένα βιβλίο με πεζά κείμενα. Εννοείται πως αυτό δεν με καθιστά συγγραφέα. Ελπίζω να βρεθεί κάποιος εκδότης να το εκδώσει. Αν όχι, μπαίνει αυτόματα στο συρτάρι.

V. L.: Περί τίνος πρόκειται;

Γ. Λ.: Είναι ένα σύνολο από κείμενα που έγραψα σε διάφορα μέρη του κόσμου. Αρχαιολογίες. Έχει τίτλο «Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα». Περιγράφω έναν πραγματικό κόσμο που ακόμη δημιουργείται, δεν έχει ολοκληρωθεί μα έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται μέσα στο μυαλό του συγγραφέα. Ο συγγραφέας του βιβλίου φέρει μέσα του την εικόνα ενός άλλου, οριακά ανθρώπινου, κόσμου. Τέτοιου είδους κείμενα συνεχίζω να συνθέτω ταξιδεύοντας ακόμη και σήμερα.

V. L.: Θεωρείτε τον εαυτό σας θρησκευόμενο;

Γ. Λ.: Μόνο υπό την έννοια πως λατρεύω το Ιερό.

V. L.: Τι είναι για σας το Ιερό;

Γ. Λ.: Αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη.

V. L.: Καταπληκτική δήλωση. Πριν ορίσουμε αυτήν τη συνάντηση, έφτασε στα αυτιά μου η φήμη πως είστε βουδδιστής. Αληθεύει αυτό;

Γ. Λ.: Μόλις το απάντησα αυτό.

V. L.: Σας ενοχλεί να μιλήσουμε για το ζήτημα της θρησκείας;

Γ. Λ.: Όχι βέβαια, το αντίθετο. Μόνο που από την πλευρά μου δεν αναγνωρίζω κανέναν θεό, αναγνωρίζω μόνο θρησκευτικότητα, κι αυτήν προσηλωμένη στο κενό. Θρησκευτικότητα για μένα σημαίνει απλά πως ο άνθρωπος δεν τα καταφέρνει ποτέ εντελώς.

V. L.: Στην ποίηση τα καταφέρνει;

Γ. Λ.: Όπως προανέφερα. Στην ποίηση δεν υφίσταται κανένας ορισμός, μα αν κάποιος θα ήθελε να μπλέξει μαζί της θα ήταν πιο έξυπνο και αποδοτικό να τα βάλει με τα στοιχεία της φύσης της. Αυτό, όχι μόνο κατ’ έναν τρόπο, ισχύει και στη γραφή. Όλα τα πραγματικά ποιήματα είναι ημιτελή. Η αρτιότητα και η εγκυρότητα της γραφής αποδεικνύονται από τη δύναμη της δική τους παράδοσης. Πόσο καυτή είναι η σκυτάλη.

V. L.: Εσείς από ποιον πήρατε τη σκυτάλη;

Γ. Λ.: Ανέφερα κάποια ονόματα λίγο πιο πριν.

V. L.: Εσείς λοιπόν τα καταφέρατε. Γιατί υπονοείτε πως είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρουν περισσότεροι;

Γ. Λ.: Δεν υποστηρίζω τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που βλέπω. Ακριβώς επειδή ο σύγχρονος μαθητευόμενος ποιητής αδυνατεί να γίνει μια ισχυρή αισθητική, ίσως και ηθική, ατομικότητα, καταφεύγει στη δειλία μιας δήθεν ανακάλυψης νέων μέτρων και σταθμών για την τέχνη της γραφής, τα οποία έχει δε προσαρμόσει επιτυχώς στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν «καινοτομίες», μα δίχως τον βαθύ λόγο δεν θα έχουν απολύτως καμία αξία.

V. L.: Η σχέση σας με τους Beat; Κάποιοι σας θεωρούν επίγονό τους, εσείς τι γνώμη έχετε;

Γ. Λ.: Αναλαμβάνοντας την γραφή, από κάπου θα ξεκινήσει κανείς. Εγώ ξεκίνησα απ’ αυτούς. Επηρέασαν ως ένα βαθμό το ύφος μου, μα σήμερα είναι εντελώς άστοχο να με σχετίζει κανείς μαζί τους. Πιστεύω πως κάποιοι επηρεάζονται από τις μεταφράσεις που κάνω, μα δεν έχουν ιδέα τι θα ακολουθήσει. Έχω τη γνώμη πως αυτό συμβαίνει με τους περισσότερους ποιητές που μεταφράζουν. Παρουσιάζουν μεταφράσεις προμελετημένα, ώστε να συνδεθεί κατ’ ένα τρόπο το δικό τους έργο μ’ εκείνο των ποιητών που παρουσιάζουν. Αστειότητες.
Θα μπορούσαν να πουν πως είμαι ένας εσωτεριστής, ένας ανένδοτος λυρικός, ένας τρελός ατζαμής, θα ήταν προτιμότερο. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με τις γνωστικές ανεπάρκειες της χώρας στην οποία ζούμε.

V. L.: Όσον αφορά στο μεταφραστικό σας έργο; Τελευταία αναλάβατε μία ολόκληρη σειρά αμερικανικής ποίησης. Θεωρείτε πως είστε μεταφραστής καριέρας;

Γ. Λ.: Μεταφράζω από κέφι. Μη φανταστείς ότι ζω από τις μεταφράσεις. Η μετάφραση σαν ειδίκευση ήταν μία πολύ σοβαρή απόφαση. Σημαδεύει τον δικό μου τρόπο ζωής, αφιερώνω αμέτρητες ώρες σ’ αυτήν. Από πέρυσι συνεργάζομαι με την Απόπειρα για μία σειρά βιβλίων του Τζακ Κέρουακ, του Πολ Μπόουλς και άλλων. Στις εκδόσεις Ηριδανός είμαι υπεύθυνος μίας σειράς αμερικανικής ποίησης, όπως το είπες, που ξεκίνησε με το «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ, και έπονται μία μεγάλη ανθολογία του 20ου αιώνα, μία σειρά δέκα μικρών τόμων με έργα πολύ σπουδαίων ποιητών και πολλά άλλα ακόμα. Δεν υπάρχει σταματημός.

V. L.: Η δική σας ποιητική παραγωγή είναι εξίσου ογκώδης;

Γ. Λ.: Θα μπορούσες να το πεις. Έχω ήδη έτοιμες τρεις ποιητικές συλλογές, όπως τις λέμε. Πολλά ποιήματα που εξετάζω ξανά και ξανά για να κρίνω την τύχη τους. Μα δεν υπάρχει βιασύνη.

V. L.: Πώς θα ονομάζατε το ύφος της ποίησής σας;

Γ. Λ.: Περίφημο.

V. L.: Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας για τη γραφή;

Γ. Λ.: Να σχεδιάζω τη γραφή.

V. L.: Τι πιστεύετε πως πρέπει να κάνει ένας ποιητής για να βοηθήσει τους ανθρώπους, την κοινωνία;

Γ. Λ.: Να γίνει τόσο βαθύς, τόσο ανθρώπινος και εκπληκτικός, όσο δεν το περιμένουν.

*


Ο Victor Lefevre γεννήθηκε το 1960 στο Παρίσι και είναι απόγονος του J. V. Lefevre που πολέμησε στον πλευρό των ελλήνων στην επανάσταση του 1821. Έχει σπουδάσει φιλοσοφία, και είναι ερευνητής της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας με ειδίκευση στα ρομαντικά κινήματα. Μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα.

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)