Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

31/8/09

Οι αναρροφήσεις
Περιλαμβάνουν κυρίως
Ταλαντώσεις του φυσιολογικού.


Egot

Το δουλεμπόριο των αναγνωστών είναι η απόδειξη
Της ποίησης.


The slave-trade of readers is the evidence
Of poetry.

"Σε προσκαλούν"

Ζωτικός από τότε
Υστεροβουλία σαν βάζεις πλάτη στα χαμένα
Έχεις να κάνεις ένα σωρό δουλειές
Που ακτινίζουν άλλων τον μέλλοντα.
Προχθές εκεί ο που ο χρόνος πέρασε σύμφωνα
Με τις ευχές πάνω στις κάρτες.

Latest statement:

Suicide is never successful; unless you continue to stay alive.

Y.L. 20/08/2009

Σχόλιο επισυναπτόμενο στα γραφτά μου «Περί Ποίησης και Κατάστασης»:

Ο ποιητής είναι φύσει αναρχικός – τάσσεται κατά, ή είναι τουλάχιστον αδιάφορος, απέναντι στον πολιτισμό. Γιατί είναι ο υπέρτατος φορέας της κουλτούρας, της έμπρακτης παιδείας. Μάλιστα όχι μία φορά, αλλά δυο, εφόσον ζει ανάμεσα στα λείψανα των αρχαίων μνημείων και στα θρυμματισμένα μάρμαρα.
Κι όμως το 2007 διερωτάται κανείς αν έχει υπάρξει πραγματική διείσδυση σ’ αυτό που, εμπορεύεται, δεν αξιοποιείται, στην ημεδαπή και την αλλοδαπή ως: «ελληνική τέχνη»… της οποίας το ιδεώδες εξακολουθεί να αποτελεί μοναδική έδρα της ποίησης.
Λιμοκοντόροι πάσης φύσεως πασχίζουν εδώ και αιώνες να μας πείσουν (και προς μεγάλη μου δυστυχία το έχουν καταφέρει) πως έχουμε να κάνουμε με κάτι μνημειώδες, ατάραχο και εξωραϊσμένο. Λέω λοιπόν πως μάλλον πρόκειται για το αντίθετο, για μία απροκάλυπτη σύρραξη σκοτεινών και φωτεινών ορμών, μία βίαιη κορύφωση της συνεύρεσης των πιο αντίθετων δυνάμεων, που αποφεύγει να παραμείνει ουδέτερη, αρνείται το υψιπετές και δεν ολοκληρώνεται στην ανάπαυση αλλά στη νίκη μετά την απόλυτη σύγκρουση.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν συνεχίζει η ποίηση τον δρόμο της – κάθε άλλος δρόμος δεν είναι δικός της.


Γιάννης Λειβαδάς – 08/2009

Γράψε Χ

Ο νύχτωμα όσων λέγονται.
Δεν μου αρέσει να γράφω πως είμαι σιωπηλός
Γιατί συνεπώς δεν είμαι.
Τα στόματά μου.
Τα βιβλία μέσα στα έντερά μου.
Το κρασί τρέχει να γίνει καταρράκτης
Μέσα στο λαιμό μου.
Οι σπεκουλαδόροι μοιάζει να κερδίζουν –
Μα μόνο στη μάχη που στήνουν μεταξύ τους.
Πιο πέρα μια ήπειρος αντιλαμβάνεται
Τον χαμό της στα ωραία που οι άνθρωποι
Έχωσαν παράτολμα στα μουσεία της.

Didier Petit (bilingual presentation)

Né à Reims en 1962 dans un environnement musical, Didier Petit commence à jouer du violoncelle dès l’âge de six ans. Quatre mois après les événements de Mai 1968, il entre au conservatoire classique, étudie le violoncelle, outil qu’il va travailler et sonder avec le temps. Mis en étroit contact par son milieu familial, il se passionne très jeune pour la musique contemporaine et se souvient de débats interminables lors de soirées d’après concerts. Il côtoie ainsi des musiciens : Pierre Penassou, Claude Ballif, Cathie Berberian, le quatuor Parrenin, Yves Prin… et le claveciniste Scott Ross que sa mère hébergeait à cette époque. En 1977, année où plusieurs attentats terroristes de la bande à Baader explosent en Allemagne, Didier claque brutalement la porte du conservatoire et se retrouve livré à lui-même. Il réalise très vite que la musique ne veut pas se séparer de lui. Dans une envie d’excès et de dépassement cérébral et corporel, il se tourne vers le jazz et les musiques improvisées. Magistralement marqué par l’Arkestra de Sun Ra et le Celestrial Communication Orchestra d’Alan Silva auquel il participera durant dix années, il entre comme élève à l’I.A.C.P, devient enseignant puis administrateur jusqu’en 1989. Il prend conscience de l’existence d’un certain nombre de musiciens improvisateurs européens par sa rencontre avec Misha Lobko. Il partage alors de nombreuses aventures musicales avec Vladimir Tarasov, Sakis Papadimitriou, Daunik Lazro, Bruno Girard, Denis Colin, Carlos Zingaro, Roger Turner, Benat Achiary, François Tusques, Marilyn Crispell, Jac Berrocal... Co-organise les ‘’décades de musiques improvisées’’ qui se déroulent à la galerie Maximilien Guiol et enregistre un solo ‘’Sorcier’’ chez Leo Record, puis un autre, dix ans plus tard, ‘’Déviation’’, parue chez La Nuit Transfigurée. Afin de réaliser son désir de constituer l’utopie d’un courant, il lance en 1990 la collection de disque In Situ, un label qui propose aujourd’hui, trente et une références. Utopiste et réaliste Didier Petit ne perd toujours pas ce goût profond pour le risque et l’imaginaire, car il continue de croire en une certaine résistance de l’art.

Born in 1962 in Rheims into a musical family, Didier Petit took up the cello at the age of six. Four months after les événements of May 1968 he began his studies at the Conservatoire, deepening his knowledge of the instrument. He was introduced to new music by his family at an early age and soon developed a passion for it. Along with fond memories of interminable after-concert discussions, he began frequenting musicians in the field: Pierre Penassou, Claude Ballif, Cathy Berberian, the Quatuor Parrenin, Yves Prin and harpsichordist Scott Ross (who was staying in the Petit household at the time). In 1977, while the Baader-Meinhof gang was busy blowing up Germany, Didier slammed the Conservatoire door behind him. But he soon realised music wouldn't slam the door on him. Keen to overindulge and overload both mind and body, he turned towards jazz and improvised music, and, scarred for life by the Sun Ra Arkestra and Alan Silva's Celestrial Communication Orchestra (in which he played for ten years), he signed up at the IACP, where he worked until 1989, as a teacher and eventually administrator. Through his encounter with Misha Lobko he became aware of many European improvisers, and set off on numerous musical adventures with the likes of Vladimir Tarasov, Sakis Papadimitriou, Daunik Lazro, Bruno Girard, Denis Colin, Carlos Zingaro, Roger Turner, Benat Achiary, François Tusques, Marilyn Crispell and Jac Berrocal. He co-organised the "Improvised Music Decades" at the Galerie Maximilien Guiol and recorded his first solo album, Sorcier, for Leo Records, followed a decade later by Déviation, on the La Nuit Transfigurée label. To achieve his dream of transforming a musical trend into a utopia, he launched the In Situ label in 1990. Today the catalogue is over thirty strong. Utopian yet realistic, Didier Petit still hasn't lost his taste for the risky and the imaginary, believing as strongly as ever in the resistance of Art.


[Text from the Facebook page of the artist]

Reply to a formal letter from Paris (For the sender)

Since I received this letter of someone wanting to know me:
I tell you my friend:
I adore Paris but I don’t give a shit about “Shakespeare & Co.”:
As I don’t give even half a shit about the monument of “Beat Hotel”:
I never wanted to be a poet in Paris, or a painter, I never wanted anything to be:
Paris is just one of my long-distance pumps of my heart:
So:

Take care.

Γιάννης Λειβαδάς / Τρία Ποιήματα στο Poeticanet

http://www.poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1240859305&archive=&start_from=&ucat=188&show_cat=188

JOHN BERRYMAN - Δύο Ποιήματα

Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Από την υπό έκδοση συλλογή "Τζων Μπέρρυμαν - Ποίηματα" (Ηριδανός 2009).



ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ

Ένας ακόμη παλιός φίλος, πολύ αργότερα,
στο Advocate στην τζαζ μου αφοσιωμένος
το έθεσε διαφορετικά:
την ονόμασε «ροπή καταραμένη» μου.

Θα σου βρυχηθώ επίσης λες να 'ταν κάποιο αρχάριο περιστέρι
τούτες οι σκοτιδιασμένες μέρες
μα ήμουν τόσο ανώριμος.
Δεν είχα αίσθηση όλων όσων ξεστόμιζα

και ό,τι είπα το είπα με ορμή και πνεύμα
το οποίο τσάκισε κάποιες χωρίς αμφιβολία σεμνότυφες και από μένα τώρα
απαλλαγμένες

ανθρώπινες οντότητες ποδεμένες.
Με την ντροπή μου στέκομαι.
ναι, στέκομαι όμως. Τις διαστροφές μου πάρε σαν να 'ναι

κάποια απ' τα χαρίσματά μου, αν βρεις κανένα.
Προβάλλω όπως ο Κοριολάνος με τις πληγές μου
για επιθεώρηση απ' τον όχλο.
Μονάχα που, αγαπητέ μου, για εκλογή καμιά δεν είμαι υποψήφιος

Δεν είμαι ο προικισμένος εγωμανιακός σύντροφος Ν. Μαίηλερ

Οι δυστυχίες του Ήρωα, του Αλεξάντερ.
Οι τρόμοι του Αγίου, -
μία χαρά νιώθουν οι περισσότεροι! Ο Θορώ είχε λάθος,
έκρινε από τον εαυτό του.

Όταν ασκόπως έπαιζα με κάθε σύζυγο αργότερα
στο Ανατολικό ακρογιάλι
ζητούσα ν' ανέβω σ' έναν άμβωνα και να εξομολογηθώ.
Κάντε με κομματάκια!

Έγραψε κάποτε ο Λίνκολν σ' έναν φίλο: «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ».



ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

Μοιάζει να είναι ΣΚΟΤΑΔΙ συνέχεια.
Περπατάω με δυσκολία.
Μπορώ να θυμάμαι τι να λέω στο σεμινάριό μου
μα δεν ξέρω τι θέλω να κάνω.

Είπα κάποτε σ' ένα Τραγούδι: συνήθως είμαι κουρασμένος.
Το επαναλαμβάνω κι επαυξάνω.
Ξερνάω.
Κατέρρευσα σήμερα στην αργή κίνηση του Κ. 365.

Αναμφίβολα δεν νομίζω πως θα αντέξω για πολύ ακόμα.
Έγραψα: «Ίσως υπάρξουν φρίκες.»
Το επαυξάνω.
(Μου φαίνεται πως πήρε τα μικρά της στήθη μακριά.)

Είμαι ερωτευμένος με το εξαίσιο μωρό μου.
Σπίθες! Μέσ' στο σκοτάδι ΕΛΠΙΔΑ. και εξαφανίζεται.
Χαμένες τέχνες.
Εκμηδενίσεις.

Ουόλτ! Είμαστε στο ισόγειο,
ούτε κι εσύ δεν με ανακουφίζεις
μα παίζω το δικό σου ρίσκο αγαπημένε φίλε και μαζί σου πορεύομαι.
Δεν υπάρχουν ταιριάσματα

Ξεστόμισε, ο Πατέρας Του, μια λέξη

Γιάννης Λειβαδάς: Η μέθη του Perdu.

Η μέθη του Perdu.

Στη χαμοκέλα της ψυχής που μελανός τη ζούσα
Νύχτες βαριές και ασήκωτες από μια σκοτοδίνη
Γιατί παλάμη ουδεμιά δεν τέντωσε τη σάρκα
Για της καρδιάς μου τ’ άγγιγμα π’ αδιάκοπα το δίνει

Το ήλιον ρόδο της ζωής που πάντοτε ανατέλλει.
Της καταδίκης τύμπανο ολόγιομο ηχούσα
Πώς είν’ η ύπαρξη χολή τον έρωτα αν δεν έχει.

Έβγαλα ασκούς και φύσηξα τον εαυτό μου πέρα
Στην ήπειρο της καταχνιάς άφωνος για ν’ αδράξω
Το βλέμμα εκείνο τ’ άγνοο που κάποτε φιλούσα.

Στο Μονπαρνάς διπλώθηκε στα τέσσερα η ζωή μου
Και μια αποκάλυψη χαμού μ’ έστειλε να πεθάνω
Σε κάποια από τις γέφυρες που έλαμπαν στο Παρίσι.

Η άλλη πλευρά της γέφυρας με κάλεσε όμως τότε
Και μ’ ένα χέρι τρυφερό μου άναψε το τσιγάρο
Να γράψω άσμα αδειανό μου ζήτησε επί τόπου

Και απήγγειλε την αγκαθιά του αίματος του βάτου:
Πώς του ερώτου η χαρά μοιάζει με του θανάτου.

Διαφυγόντα / Escaped

Διαφυγόντα

Κάθε ποιητής έχει τον μουσικό του
Ακόμη κι αν έχει επιστρέψει από κάπου.
Ανάμεσα σε τέσσερα μολύβια επιλέγω το υπερωκεάνιο
Για να γράψω. Για να πω.
Διαφυγόντα.
Έχω πάντοτε και μια λίστα.
Η μοναξιά πολύ νωρίς το πρωί δεν συγκρίνεται
Με τίποτα.
Έπιασε νηνεμία και αντήχηση από γυναικεία τακούνια
Που έχουν προορισμό τo Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών.
Αυτήν τη ζωή την έχω βάψει.
Την παίζω στα δάχτυλα.
Τρεις μήνες τον χρόνο σταματώ και με παίζει εκείνη.
Κάθε ποιητής πρέπει να φτάσει.
Αφήνοντας τις παρτιτούρες πίσω του το πρωί πολύ
Νωρίς ασύγκριτα να τις ξεθωριάζει.
Κάθε ποιητής είναι πάντοτε.
Αν έχει κάπου να πάει.


15/08/2009
Γ.Λ.


Escaped

Every poet has his musician
Even if he has returned from somewhere.
Among four pencils I choose the ocean liner
To write. To speak.
The escaped.
I have always a list.
Solitude very early in the morning is not comparable
To anything.
Calmness falls and an echo of the heels of a woman
Who are destined for the A΄ Cemetery of Athens.
I have painted this life.
I play her in my fingers.
Three months a year I let her to play me.
Every poet must reach.
Letting the scores behind him the morning very
Early incomparably to bleach.
Every poet is always.
If he has some place to go.


15/08/2009
Y.L.

Ποίημα In Memoriam Rashied Ali

Στο δυσδιάβατο πατούσες όπου έπρεπε.
Στον κενό χώρο άλλαζες τις μπαγκέτες με θερμοπίδακες.
Το πρωί ανεξήγητα είπα στον Zerang να προσέχει.
Ο κόσμος που υπάρχει εξακολουθεί να είναι ένα τύμπανο
Σε σχέση μ’ αυτόν που δεν υπάρχει.
Ήθελα να σου πω και δυο κουβέντες αλλά ήμουν
Στις μαύρες μου αυτές τις μέρες.
Σπέρνω αποσιωπητικά απ’ όπου πέρασες…

R.I.P. Rashied Ali The Great


Rashied Ali (born Robert Patterson) (1 July 1935 - 12 August 2009)...

Για απόψε...

Τσιγαριές που καίγονται αργά και Melange από τον Eldridge. Το πιο εύκολο πράγμα Λειβαδά, είναι οι δύσκολοι τρόποι. Κάνω όπως είμαι.
Απόψε είναι από τις νύχτες που πέφτουν άστρα. Αν βρω κανένα στο μπαλκόνι το περιμένει η φορμόλη. Αλλιώς θα το φυσήξω για να σβήσει.
Τα αστέρια δεν κάνουν φτερά.

Ποίμα / Pome / (ελληνικά - english)

Αυτό το κενό δεν έχει φόβο να είναι.
Όπως ένα τραπέζι με αραδιασμένα βιβλία.
Φωνές και προτάσεις από ανθρώπους που κάθονται.
Συμμετέχουν σαν καλεσμένοι ή πορτατίφ.
Ο χρόνος γλιστρά από ράμφος.
Άμα καταπιαστούμε από τα γόνατα ως τον αφαλό
Κάτι γίνεται.
Ότι αντιπροσωπεύεις δεν βαθαίνει.
Θα έλεγες πως αρέσκομαι σκυθρωπός ανελέητος.
Ξεμοναχιάζομαι ρίχνοντας κεφαλιές στο γκονγκ
Του ήλιου για να μην βυθιστεί ουδέποτε
Μέσα μου.



This emptiness has no fear to be.
Like a table full of books in a row.
Voices and sentences by people who sit.
Participating as guests or portatifs.
Time slithers from a beak.
If we set about from knees up to the navel
Something is going on.
What you stand for does not deepen.
You could say that I enjoy been sullen merciless.
I am isolated giving headers to the gong
Of the sun never to sink
Inside myself.

Γιάννης Λειβαδάς: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΝΔΙΚΗ ΝΥΧΤΑ.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φαρφουλάς"/τεύχος 10, Μάρτιος 2009]

Όλο το σούρουπο που μπορεί να δημιουργηθεί τραχύ σαν πεσμένος σοβάς θρυμματίζεται στα πόδια μου. Έχει μια σκόνη που ανταριάζει και δίνει μεγάλη υπόσχεση. Το κέντρο της πόλης είναι μία κωμόπολη μαϊμούδων. Στις παρυφές τώρα παρκάρουν τους ταλαίπωρους ελέφαντες σαν φορτηγά σε αλάνες. Η μέρα της γιορτής του Γκανές, του θεού ελέφαντα, πέρασε. Κατάλοιπα εκείνης της ροδαλής στάχτης παντού τριγύρω πάνω σε κάθε τι, και οι κορμοί των μεγάλων δέντρων γεμάτοι αποτυπώματα χεριών και δαχτύλων με το ίδιο χρώμα. Το φεγγάρι σχεδόν ολόγιομο τρίζει σαν ιστιοφόρο καθώς υψώνεται στην ανατολή και χρυσίζει. Μα τα καράτια του είναι λίγα. Το φεγγάρι ετούτο δεν αξίζει ούτε για πέτρα σε φτηνό δαχτυλίδι. Οι λάμπες στους δρόμους μονίμως αναμμένες πρωί βράδυ.
Σε λίγο κόβει η κυκλοφορία και ανθίζουν οι μικροπωλητές, οι κλέφτες, τα πρεζάκια. Παρέες αρχίζουν να μαζεύονται στις όχθες του ποταμού. Τύποι κάθε λογής αράζουν στις αναποδογυρισμένες βάρκες και πιάνουν κουβέντα και καπνίζουν τσιγάρα και χειρονομούν ο ένας τον άλλον δασκαλεύοντας.
Είμαι στο σταντ του καφέ μπαρ Μοτιλάλ όπου το ουίσκι κοστίζει δυο δεκάρες, τα παγάκια μια, και οι μπύρες Κινγκφίσερ είναι ζεστές και ληγμένες. Έχω πέσει με τα μούτρα στο γράψιμο δίχως να έχω τίποτα να γράψω. Πέρασε όλη η μέρα περιμένοντας να πέσει η νύχτα, να καλμάρει η ζέστη, να κατακαθίσει λίγο η σκόνη και να βγει το φεγγάρι που δεν αξίζει. Είμαι με τις σκιές.
Περνούν πιτσιρίκια, βιαστικά, βαστώντας καράφες και πλυμένα ποτήρια για το μπαρ. Έχω γείρει. Τα μπράτσα του σκαμπό μοιάζουν με τα δικά μου μπράτσα, τα σφίγγω με τις παλάμες μου και με σφίγγουν κι εκείνα θρονιάζοντάς με καθισμένο για ώρες. Τα γράμματα πάνω στο χαρτί σχηματίζονται με μια βουή καθώς τα αφήνει για πάντα η μύτη του στυλού διαρκείας. Σχετική διάρκεια της δυνατότητας, απόλυτη σχετικότητα της δημιουργίας. Ετοιμαζόμουν γι’ αυτό από παιδί. Τα μικρά κουτάλια της ζάχαρης λαμπυρίζουν μα είναι η νύχτα δεν είναι τα κουτάλια. Σκέφτομαι πόσο τρομερές θα ήταν οι γροθιές των λουλουδιών. Σκέφτομαι εσένα, εμένα, τον ωκεανό και τα άδεια μπυρομπούκαλα. Τους ανθρώπους παντού αυτήν ακριβώς την ώρα που είμαι πάνω στην γραμμή μεταξύ μέρας και νύχτας και ήδη κερδίζει έδαφος η νύχτα. Η νύχτα που μοιάζει μ’ ένα στεγνό καθαρό πουκάμισο για μένα. Τα ιδρωμένα χέρια μου αφήνουν γραμμικές στάμπες πάνω στις σελίδες. Δεν έχουν λόγο τα χέρια στις σελίδες. Παραγγέλνω άλλο ένα ποτό και ο δίμετρος σερβιτόρος μου λέει με χαμηλωμένα μάτια ότι σε μία ώρα στο μαγαζί θα έχει κορίτσια. Παριστάνω τον βαρήκοο και του λέω να επαναλάβει αυτό που είπε. «Κορίτσια» μου λέει πλησιάζοντας στο αυτί μου. Θα έχουμε και «κορίτσια» λοιπόν. Θα φταίει που έχω κολλήσει εδώ και ώρες σ’ αυτό το σταντ. Πιστεύουν πως περιμένω κάποια πουτανίτσα, από εκείνες που μαζεύουν στα χωριά γύρω απ’ το Μαργκάο και καταλήγουν να περνούν ζωή και κότα στην μεγάλη πόλη, ζώντας στα καλύτερα ξενοδοχεία, γερνώντας ήσυχα, μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας μειλίχια παιδιά.
Δεν περιμένω τίποτα, ίσως καμιά καλή σελίδα ακόμα, ίσως την ισχύ της νύχτας πάνω στην μέρα. Πιάνει ένας δροσερός αέρας που σκορπίζει τις τακτοποιημένες χαρτοπετσέτες και τα αποτσίγαρα. Οι τρίχες μου σηκώνονται όρθιες. Οι χαρτοπετσέτες προσγειώνονται σκορπισμένες πάνω στα σταντ και στα τραπέζια πιο πέρα. Ο σερβιτόρος τρέχει να τις μαζέψει. Βρίσκομαι στο σωστό μέρος. Άλλη μια ριπή. Κι άλλη μια. Από τα τριγύρω στενά αρχίζουν να εμφανίζονται τουρίστες και αμερικανοί που έχουν ξεμείνει από χρόνια εδώ πέρα.
Στρέφομαι προς την κίνηση στον δρόμο. Η κυκλοφορία αραιή και αρκετοί είναι οι πεζοί που έχουν κατέβει από τα πεζοδρόμια και κόβουν βόλτες πάνω στη ραγισμένη άσφαλτο. Ολόκληρες παρέες από χαμίνια και πιο σουλουπωμένους τύπους, νεαρά ζευγάρια που δεν αγγίζει ο ένας τον άλλον και περπατούν σαν μουδιασμένοι πολιτικάντηδες. Μικροαπατεώνες και αλάνια που έρχονται και σου λένε «Έχω κάτι για σένα» και μοιάζουν όλοι τους σαν αδέλφια – είναι αδέλφια. Απέναντι, στην πλάγια πάροδο αν σηκώσεις λίγο το κεφάλι μπορείς να διακρίνεις στο βάθος κάτω από τις λιγοστές λάμπες τα πρεζάκια να σουτάρουν και να ξαπλώνουν κατάχαμα σαν λαθρεπιβάτες στο στενό αμπάρι κάποιου πλοίου. Σκέφτομαι εμένα που είμαι ανεβασμένος στη γέφυρα και ρίχνω άγριες ματιές στα φουσκωμένα κύματα που η νύχτα τα κάνει να μοιάζουν με δαντέλες και χείμαρρους που ξεχύνονται ανάμεσα από ανοιχτά γυναικεία πόδια. Προχωράω. Δεν έχω να ζητήσω τίποτα. Με καλεί η ζωή η ίδια. Είμαι ένα από τα γεγονότα, τα επιφαινόμενα.
Κλείνω το σημειωματάριο γιατί σημειωματάρια υπάρχουν ακόμα, και ανοίγω. Εγώ. Ανοίγω ορθάνοιχτα για όλα τα κατορθώματα. Η ζωή πηγαίνει με τα τέσσερα, δεν έχει σηκωθεί ακόμη όρθια. Η νύχτα, η νύχτα ανοίγει τα παντζούρια, ξεκουμπώνει φουστάνια, ξεπλέκει μαλλιά, έχει το χρώμα και το χάρισμα της διάνοιας. Νύχτα γεννιέται ο φωστήρας!
Το φεγγάρι βρίσκεται τώρα πίσω από τα δέντρα και ανεβαίνει σαν σαλιγκάρι στα κτήρια της ώχρας με τις καμάρες και τις γραφικές ινδικές προσόψεις, που δεν είναι γνωστά καταστήματα ή υπουργεία, είναι κυψέλες φτωχών καταστημάτων, κεκλεισμένων ονείρων, θυσιών και οφθαλμαπάτης. Ένα στα τέσσερα παράθυρα έχουν ακόμη φως. Καθαριστές αδειάζουν κουβάδες στα ρείθρα αδιαφορώντας για τα καθαρά μπατζάκια των περαστικών. Ταξί μπαίνουν στην σειρά στην δεξιά πλευρά της πολυγωνικής πλατείας. Στην απέναντι όχθη περιμένουν το μικρό φέρυ οι τελευταίοι εργάτες και οι αργοπορημένοι. Μόνο μία θαμπή κίτρινη λάμπα, εκεί το σκοτάδι είναι πηχτό και ο τόπος είναι γεμάτος κοράκια. Τα υπεραστικά λεωφορεία που έχουν δρομολόγια προς κάθε κατεύθυνση αυτής της απέραντης χώρας, έχουν τις πόρτες ανοιχτές και στην θέση του οδηγού αμυδρά φώτα. Έξι απ’ αυτά αναχωρούν μέσα στη νύχτα.
Στριμώχνομαι στο σταντ μαζί με δύο τύπους που μόλις έφτασαν από την Αδελαΐδα. Έχουν σκοπό να πάνε και στην Ελλάδα. «Η Ελλάδα δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα» τους είπα και στράφηκα στο χέρι μου που κρατούσε το ποτήρι και γνώριζε περισσότερα, μια σκοτεινή λεπτομέρεια από των πραγμάτων το πέρασμα.
Έχουμε πέσει τόσο χαμηλά που τα παγάκια μάς ξεπερνούν στην ομιλία. Πίσω στην Αθήνα θα γεννιούνται κι άλλα βιβλία, μα για ποιόν; Ποιητές θα σοβαρολογούν για την δυσκολία της γραφής, νέες ποιητικές επιθεωρήσεις, ανασυντάξεις, καφέδες, ενημερώσεις. Όπως παντού, όπως πάντα. Όπως η άρνηση στα βρόμικα σεντόνια. Μα η νύχτα δεν χρειάζεται καν καπέλο για να το φορέσει στραβά.
Ανοίγω ξανά το σημειωματάριο μόνο για να βάλω τελεία. Το κλείνω και το ρίχνω μέσα στο σακίδιο. Η ώρα πέρασε κι αυτή πίσω απ’ την πλάτη μου περπατώντας, ίσως να ήταν εκείνη η φουριόζα με το καφετί σάρι που ορυόταν κοιτάζοντας με φθόνο τους καθισμένους τουρίστες. Η ώρα ίσως να έχει μηδενίσει σαν τα κοντέρ των ταξί. Πληρώνω και φεύγω.
Το φεγγάρι που έχει πάψει εδώ και χρόνια να μ’ ενδιαφέρει έχει φτάσει στην κορυφή του τρούλου του ουρανού και τα αστέρια τρυπούν τα αχνά σύννεφα σαν αγκάθια. Φτάνω λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στο δωμάτιό μου, ανοίγω το παράθυρο και κάθομαι στην μοναδική καρέκλα. Από ψηλά φαντάζει η άρνηση της πόλης να παραδοθεί. Αντιστέκεται στον χρόνο όπως και στη νύχτα. Ένα οργισμένο συναίσθημα.
Το τσιγάρο στο στόμα μου σβησμένο από ώρα. Αν η αγάπη είναι επιταγή, το μίσος είναι ευχαρίστηση. Το κλείσιμο των ματιών μου ανοίγει σαν του φτωχού το πορτοφόλι στην Ασία.

Τοπίο

Ερίγδουπος στις προστασίες της ερημιάς.
Η άροση της λέξης κατεύθυνση.
Μα τα τζιτζίκια είναι κοινά εδώ και στο Σεν Τροπέ.
Η κάψα ίδια εδώ και στις αλάνες του Αλγκεθίρας
Όπως και στα δώματα στην Άγκρα.
Οι παράδρομοι κουφοί και άσφαλτοι στoν ήχο τσιγάρων
Στην Καλαμάτα.
Το κλειστό στόμα κάποιων ανθρώπων.
Οι κάποιοι άνθρωποι δίχως στόμα με στόμα
Μια αποσβολωμένη περασιά.
Έχω ανοιχτεί σαν λαδόκολλα που έκρυβε μια
Μερίδα συμφοράς μέσα.
Τα τσαλακώματα.
Η αιφνίδια γραφή των ασωμάτων που με κυρίευσαν.
Η άβυσσος παρατηρεί προσμένοντας
Την επόμενή μου κίνηση.


9/08/2009

Ταγγέρη

Τα καλοκαιρινά σύννεφα της Ταγγέρης αυτοκτονούν
Εκπληρωμένα. Στο μπαλκονο-παράθυρο καταγράφω
Μ’ έναν πράσινο στυλό τους ήχους του δρόμου
Τις ομιλίες των ανθρώπων τις καταδίκες των τζελάμπας
Τα πριονισμένα φώτα των συνοικιών ως την
Παραλιακή και το κενό της εικόνας ως τον ορίζοντα
Που είναι μια γαλανή φέτα ψωμί.
Το ταξίδι που έκανε η Ταγγέρη για να με συναντήσει
Είναι πιο μεγάλο και άκαρδο απ’ το ταξίδι
Που έκανα εγώ για να την συναντήσω.
Το σούρουπο μοιάζει με χαλασμένο αχλάδι.
Μα τίποτε άλλο δεν μοιάζει.
Το πορτραίτο του βασιλιά με κόκκινη
Κολλητική ταινία: η εικόνα μιας τρύπας στον τοίχο.
Ακροβασίες της σέπιας καρφιτσώνονται
Στις φωνές εκείνων που πουλούν ψάρια.
Ξεφυλλίζω το σημειωματάριο στην αρχή
Βρίσκω ποιήματα άλλων χρόνων, ευχές και αλίμονα.
Η περισυλλογή μου αρκείται σ’ αυτήν την κανάτα
Γεμάτη καφέ, στη μυρωδιά των αραβικών τσιγάρων.
Στη μεγάλη λεπτεπίλεπτη αράχνη που διαλογίζεται
Ακουμπισμένη στο τυλιγμένο της ψοφίμι.
Σκέφτομαι αυτό που θυμάμαι:
Τα μάτια σου αστέρια τι αστέρια.

-Pension Becerra - 8 Petit Socco

Γιάννης Λειβαδάς - Επτά Ογδόου Σι Ελάσσονα

Δεν είμαι κτήνος για να ξεπλένομαι στην ποίηση.
Ο σπασμός και ο κάλυκας.
Τα έρημα μεσημέρια του Αυγούστου στην Αθήνα
Οι καφετζήδες γελούν λιγάκι παραπάνω.
Οπτασίες τυλιγμένες με γυαλόχαρτα.
Ο συντονισμός σε κάνει να τα χάνεις και τον
Ζεις σαν άσκοπες παραθέσεις.
Ακουμπώ σε δυο καρέκλες μα κάθομαι στη μια.
Εσύ τι λες;

Η εξαπάτηση των εθνών μέσω ποίησης.
Αλλά μας κρίνει το πευκοβελόνι.

Δεν είναι να κόβεις τίποτα άμα δεν κόβεις την ζωή πρώτα.

Γιάννης Λειβαδάς - Η Ποίηση Και Η Κατάσταση

Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση δηλαδή κάθε πρόσφατης τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε λίγο, ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.

Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό κι αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Και αυτό γιατί μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.

Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη άποψη για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορήσω το έργο οποιουδήποτε, όπως ατυχώς θεωρήθηκε από μία μικρή, γνωστή ομάδα ποιητών με την δημοσιοποίηση παρόμοιων προηγούμενων κειμένων μου. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν σε τίποτε χρήσιμο.

Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως «Αξία». Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα.

Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα πολύ μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές απόψεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απ’ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά δοκίμια που συμπεριλαμβάνονται στο επίμετρο της τελευταίας μου ποιητικής συλλογής*.

Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος φαίνεται να μην είναι άλλος απ’ αυτόν: οι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως η υπογραφή του ποιητή θα πάψει εκείνη την συνθήκη που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του μετέωρου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή».

Και επ’ αυτού ο ρόλος του ιδεολογικού και του εθνικού βάρους είναι καίριος. Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει μία και μόνη ιδεολογία, την Προσωπική Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί την επικράτεια μίας παγκοσμιότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Στην ποίηση η μέγιστη εγγύτητα κατακτάται με το πιο ατέρμονο βλέμμα. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση.

Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ’ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρνει να αποτελεί Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής.

Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του Άλλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε μάλλον δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε στατική επίγνωση, ως τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος. Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία ορισμένων.

Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» και όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία, και πως ο ποιητής είναι το αντίθετο αυτού που ονομάζουμε «κοινωνία». Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται.

Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν είναι λοιπόν ποίηση. Η Ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής είναι μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει.

Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον.

Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας διακήρυξης, να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή «διακήρυξη ελευθερίας» του ποιητή, δεν αποτελεί απόδειξη τόλμης ή γνώσης. Απαιτείται δημιουργική υλοποίηση. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.

Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ‘30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ‘80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους. Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών και των ακαδημαϊκών δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν.

Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του. Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;

Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει σαν «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, που τον θέλουν από νομοτελειακή ανάγκη πυρσό της εποχής του, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη (και «γράφοντας» και «δια ζώσης»), το οποίο ζυγίζεται μεταξύ της προσπάθειας αυτο-προσδιορισμού και του κοινωνικού φαίνεσθαι.

Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας;

Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του. Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την γράψει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής. Η ποίηση είναι η εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο· παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απ’ όσα γράφτηκαν στο χαρτί.

Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.

Μετς 2008

*«Άπτερος Νίκη, Μπίζνες, Σφιγξ» (Ηριδανός 2008)

Ναι...

Η συνείδηση είναι μια γενετήσια παραίσθηση.
Consciousness is a congenital hallucination.
Conscience est une hallucination congénitale.

Ο Malcolm Lowry κάτω από το ηφαίστειο.




Γιάννης Λειβαδάς: Ο Malcolm Lowry κάτω από το ηφαίστειο.

Και μόνο με εκείνο το απρόσμενο ποίημα, που έχει τίτλο «Ο διάολος ήταν τζέντλεμαν» τα καταλαβαίνει κανείς όλα. Αν θέλει να καταλάβει βέβαια, και όχι να προσαρτήσει τις σταματημένες μηχανές της ψυχής του σε ένα δημιουργικό μα εξίσου αόριστο και παθογόνο πλαίσιο όπως ο αποκαλούμενος «μοντερνισμός».
Ένας από τους κορυφαίους αυτής της ιστορικής περιόδου ήταν και ο Μάλκολμ Λόουρυ. Με το μυθιστόρημά του «Κάτω από το ηφαίστειο» κατέστησε εμφανή τα όρια του μοντερνισμού μα αποτέλεσε ταυτόχρονα και το ξεπέρασμά του.
Πολλά από τα χαρίσματα των έργων του, μα κυρίως ο τρόπος γραφής και επεξεργασίας του «Κάτω από το ηφαίστειο» προέκυψαν από την αγάπη του συγγραφέα για την Τζαζ. Λεπτομέρειες σχετικά με την επίδρασή της στη ζωή και το έργο του μπορεί να αντλήσει κανείς από την βιογραφία του και το αρχείο των επιστολών του. Το «Κάτω από το ηφαίστειο» ήταν το αποτέλεσμα που έφεραν το καλλιτεχνικό ρίσκο του συγγραφέα (η καταγραφή της ρευστότητας της συνείδησης) και η χρήση των μετρικών αναλογιών της Τζαζ στην ανάπτυξη και την δομή της εξιστόρησης.
Αναμφισβήτητα ένας συγγραφέας τέτοιου διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως ο Λόουρυ, δεν θα μπορούσε ποτέ να πατρονάρει την γραφή του ακολουθώντας την όποια πρόσφορη αισθητική που θα υποστήριζε το έργο του. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία της Τζαζ, η τεχνική των παράλληλων πλοχμών έκφρασης (μοντερνισμός), αλλά και η αισθητική του έντονου αντικομφορμισμού δεν αποτελούν παρά την πλεκτάνη πάνω στην οποία έθεσε την δράση των ιδεών του – θέτοντας σε μόνιμο κίνδυνο (η έκφραση υπηρετεί την ροή και όχι την ολοκλήρωση) τόσο την δυναμική του συγγραφέα, όσο και του αναγνώστη. Ο δεύτερος μάλιστα, ίσως χρειαστεί ακόμη και να λοιδορήσει όλα όσα συμβαίνουν «Κάτω από το ηφαίστειο» ώστε να καταφέρει μια ολοκληρωμένη ανάγνωση. Παντού και πάντοτε ο Λόουρυ υπήρξε εκφραστής ενός δαιμόνιου μανιχαϊσμού πολλαπλών αυτοπροβολών οι οποίες συνέβησαν, λαμβάνοντας ποικίλες μορφές, και στην πραγματική του ζωή.
Την εποχή που γράφτηκε το «Κάτω από το ηφαίστειο» αλλά για τις δεκαετίες που ακολούθησαν μπορεί να πει κανείς πως αποτέλεσε μία από τις καλύτερες αναλύσεις του φαινομένου της γενικότερης κρίσης που καθόρισε και καθήλωσε τον «μοντέρνο» κόσμο, τις πολιτικές και αισθητικές τάσεις που επικύρωσαν την παντελή αδυναμία των ανθρώπων του -γεμάτου υπερβολικές προσδοκίες- εικοστού αιώνα, να επιτύχει την πνευματική του ανανέωση. Ο «πρόξενος» ήταν μια εξαιρετική μεταφορά του υποτροπιασμού που υπέστη ο μοντέρνος άνθρωπος – σαν ήταν άνθρωπος.
Το ηφαίστειο μπορεί να περιμένει, ο φόβος του ανθρώπου, όχι.


4/08/2009

"Enseigne" a poem / "Enseigne" ένα ποίημα

Enseigne

O Old Holborn επενδύει στο Liquorice Paper
Ο ιδρώτας των 5:48 στο Canadian Club
Δεκτές προσκλήσεις μόνο από Χίμαιρες
Η δερμάτινη μοναξιά της ψυχής λέει πως
Υπάρχουν και τα βιβλία παρόλο που η
Βιβλιοθήκη έχει δώσει αμνηστία και γεμίζουν
Καταλόγους τα στεγανά τσιμπούν τον άνεμο
Τα πεύκα μόλις δυο βήματα πιο πέρα από την
Ελλειπτική σκοτεινιά του Λειβαδά.


Enseigne

Old Holborn invests in Liquorice Paper
The sweat of 5:48 into Canadian Club
Accepted invitations only by Chimeras
The leather loneliness of the soul says
There are books also though the
Bookcase has given amnesty and the
Imperviousness fill catalogues the pines
Pinch the wind just two steps away from
Livadas’ elliptical obscurity.

"Who was Sinclair Beiles?" by Gary Cummiskey & Eva Kowalska (Dye Hard Press 2009)



… “Who was Sinclair Beiles” is an amazing book, something like a reportage, concise biography with extra interviews. It is written with objectivity but also with real respect for this, so peculiar, poet - from writers with exceptional attributes.
It brings the “Beiles” case in the limelight with an excellent way, the way dawn changes it’s colours leading to the golden light of day….

-Yannis Livadas

Yannis Livadas - Death as ever: For friend Georgos Manzelos-Pratt who passed away.

Death as ever: For friend Georgos Manzelos-Pratt who passed away.

With gratitude –


The only newspaper, you had told to everyone,
That happened was Cendrars’ –
You came with two fists of articles to join me
So to be even with nothing.
The most important words we exchange
Appeared during our midday silence in Galaxy bar.
We split with a sudden movement like two felons
Under a visage sun.

Death as ever.
Thank you.

Συνέντευξη στον Victor Lefevre (αποτελεί επίμετρο της συλλογής "Άπτερος Νίκη/Μπίζνες/Σφιγξ")

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟΝ VICTOR LEFEVRE

ΑΘΗΝΑ, 18 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007.

V. L.: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση;

Γ. Λ.: Απ’ όταν ξεκίνησα να την ζω. Πρέπει να ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών.

V. L.: Έχει τόση σημασία αυτό που λέτε; Ότι «ξεκινήσατε να τη ζείτε;»

Γ. Λ.: Βεβαίως. Η ποίηση είναι κάτι που πρωτίστως το ζει κανείς. Ύστερα έρχεται η στιγμή για να γράψεις. Και δεν αναφέρομαι σε κανενός είδους «βιωματική» ποίηση. Η ποίηση είναι μία και μοναδική, αυτή που πηγάζει από την συλλήβδην εμπειρία του φαινομένου της.

V. L.: Δηλαδή, μιλάμε για ποίηση με πράξεις;

Γ. Λ.: Όχι υποχρεωτικά, –αν και οι πράξεις που χαρακτηρίζουν την ζωή είναι οι ίδιες με εκείνες που χαρακτηρίζουν και την ποίηση– μιλάμε για μία Κατάσταση. Η ποίηση πηγάζει εξίσου από τη διάνοια και την σωματική εμπειρία. Είναι μία ειδική σχέση με τα πράγματα η οποία ολοκληρώνει τον κύκλο της καταλήγοντας στη γραφή. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά τη μέγιστη δύναμή της.

V. L.: Τι είδους σχέση είναι αυτή;

Γ. Λ.: Μυστική, δηλαδή καθαρά μεταφυσική, η οποία όμως δεν απορρέει, όπως προείπα, υποχρεωτικά μόνο από τις απολήξεις της σκέψης, μα εξίσου, το τονίζω, εξίσου, από την τροχιά της ζωής. Το Πνεύμα κατοικεί σε κάθε σημείο, σε κάθε κίνηση του ποιητή. Σε κάθε απόφαση που παίρνει. Ο ποιητής αν δεν δράσει, δεν υφίσταται ποίηση. Γιατί η γραφή είναι εντελώς υποτυπώδης αν δεν προκύψει κι από την ζωική ορμή.

V. L.: Γνωρίζεται άλλους ομότεχνούς σας που σκέφτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο;

Γ. Λ.: Όχι. Τα πράγματα δείχνουν πως οι περισσότεροι έχουν λησμονήσει τον καθαρό τρόπο σκέψης. Αλλά δεν έχει τόση σημασία γιατί δεν συνηθίζω να έχω επαφές με ποιητές, με καλλιτέχνες. Οι πιο στενοί μου φίλοι δεν είναι ποιητές, ο ένας είναι καφεκόπτης, ο άλλος είναι υπάλληλος, και ο τρίτος είναι μπάρμαν. Και οι τρεις μαζί σε ένα απόγευμα παράγουν όση ποίηση δεν έχει παραχθεί στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Και μιλάω για πραγματική ποίηση που επισημαίνεται και κληροδοτείται.

V. L.: Γιατί αυτό;

Γ. Λ.: Καταρχάς οι ποιητές είναι δυσεύρετοι, υπάρχουν ελάχιστοι. Είναι είδος υπό εξαφάνιση. Και κατά δεύτερον, με ενδιαφέρει κυρίως η επαφή με ανθρώπους που λατρεύουν την ζωή, που διακατέχονται από το φοβερό αίσθημα της τρυφερότητας. Ανθρώπους που πιστεύουν στη ζωή, που ξέρουν πόσο πρωτότυπο είναι να είσαι άνθρωπος. Ανθρώπους που υπερβαίνουν τους περιορισμούς της κοινωνίας και είναι σε θέση να κάνουν πραγματικούς φίλους.

V. L.: Τι εννοείτε, όταν λέτε πως οι ποιητές είναι δυσεύρετοι; Η Ελλάδα είναι μία χώρα γεμάτη ποιητές.

Γ. Λ.: Όχι, η Ελλάδα είναι ίσως γεμάτη ποίηση, μα γεμάτη ποιητές όχι. Τουλάχιστον στις μέρες μας. Άνθρωποι που ασχολούνται με την ποίηση σαν χόμπι υπάρχουν πολλοί. Μα δεν είναι ποιητές, όπως και η ποίηση δεν μπορεί να είναι χόμπι. Αν εννοείτε πως εκδίδονται αμέτρητες ποιητικές συλλογές, ναι, αυτό συμβαίνει. Μα δεν περιέχουν ποιήματα, περιέχουν μικρές συναισθηματικές αγγελίες. Ή μεγάλες πολιτικές ή παρανοϊκές αγγελίες, περισπούδαστων ανθρώπων, που έχουν πολύ δρόμο ακόμη να διανύσουν μέχρι να γίνουν ποιητές, μέχρι να συνειδητοποιήσουν την ποίηση.

V. L.: Η νέα γενιά;

Γ. Λ.: Δεν βλέπω καμία, ή εν πάση περιπτώσει, αυτή που πλασάρεται για νέα γενιά ποιητών φοβάμαι πως αποτελεί ντροπή για όλους μας. Και μην νομίζετε, έχω εκπληκτική ενημέρωση επ’ αυτού. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως ορισμένα νέα παιδιά που ίσως κατάφερναν κάποτε να γράψουν κάτι σημαντικό, απ’ όσο φαίνεται έχουν ήδη υποστεί ορχεκτομή και προορίζονται για παλλακίδες αριστερόπληκτων, χριστιανόπληκτων, οξφορδιανών, και άλλων συναφών καρικατούρων. Τα πήρε όλα ο διάολος, κι αυτό με θλίβει, αφάνταστα.

V. L.: Μπορείτε να κατονομάσετε ορισμένους που προσωπικά θεωρείτε πως είναι αληθινοί ποιητές;

Γ. Λ.: Θα βοηθούσε σε κάτι αυτό; Είμαι υποχρεωμένος να αναφέρω κυρίως πεθαμένους, και δεν έχω όρεξη να το κάνω. Για τους σύγχρονους θα κρατήσω το στόμα μου κλειστό σημαδεύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την απάντησή μου. Οι περισσότεροι πιστεύουν πως η ποίηση τούς έχει ανάγκη, ενώ εκείνοι έχουν ανάγκη την ποίηση – πρωτίστως έχουν μεγάλες ανάγκες γιατί δεν έχουν ωριμάσει. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τις ελληνίδες ποιήτριες.

V. L.: Δεν πιστεύετε πως θα ήταν καλό γι’ αυτούς που εκτιμάτε να ακουστούν τα ονόματά τους;

Γ. Λ.: Αυτοί που είναι καλοί δεν έχουν ανάγκη τη δική μου εκτίμηση.

V. L.: Από τους ξένους;

Γ. Λ.: Φυσικά ο μεγάλος Μπλεζ Σαντράρ. Ο Λι Πο, ο Ίσσα, ο Ρεμπό, ο Ντυκάς, ο Αρτό, ο κάμμινγκς, ο Μπέρρυμαν, ο Κέρουακ, και πολλοί ακόμα που ξεπέρασαν τον καθιερωμένο ρόλο του ποιητή και πρώτευσαν. Άφησαν πίσω τους υπόλοιπους. Όλοι τους νεκροί.

V. L.: Αυτά τα κείμενα περί ποίησης που δημοσιεύσατε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Poema; Γνωρίζετε την απήχηση που είχαν; Και γιατί δεν επιλέξατε ένα έντυπο από τα πιο καταξιωμένα;

Γ. Λ.: Κατ’ αρχάς δεν έχουν δημοσιευτεί ολοκληρωμένα. Ελπίζω να γίνει σύντομα. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για την απήχησή τους, αν και τελευταία ακούω εδώ κι εκεί διάφορα σχόλια. Για παράδειγμα, τις προάλλες σε ένα καφενείο είπε κάποιος «αυτός ο εξυπνάκιας νομίζει πως θα μας μάθει γράμματα». Ένα βράδυ, σε κάποιο μαγαζί εκφράστηκε η γνώμη πως τέτοιες απόψεις δεν έχουν θέση στη «σύγχρονη ποίηση». Άκουσα πάντως ότι υπήρξαν και κάποιες θετικές αντιδράσεις. Πράγματι κάτι περίεργο συμβαίνει, διότι ως γνωστόν δεν είμαι δάσκαλος κανενός, δεν έχω επηρεάσει απολύτως κανέναν και, κυρίως, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό που θεωρείται «σύγχρονο», «μεταμοντέρνο», ή ό,τι άλλο. Με απασχολεί η ομιλία της Μούσας, το βαθύ ποίημα, το ολικό. Τίποτε άλλο.
Όσο για το Poema, ήταν το μοναδικό που δέχτηκε να δημοσιεύσει αυτά τα κείμενα, τα οποία παρεμπιπτόντως έχουν σταλεί για γούστο σε όλους όσους μπορείς να βάλεις στο νου σου. Σε όλους εκείνους που έλαβαν άλλωστε μισή ντουζίνα κριτικές για τα ποιήματά μου και δεν τόλμησαν να δημοσιεύσουν ούτε μία.
Όταν όμως λες καταξιωμένα έντυπα ποια εννοείς; Τα περισσότερα δεν έχουν καν ίχνος σοβαρότητας. Και τα πιο γνωστά απ’ αυτά διευθύνονται από ανθρώπους που έχουν αυτοανακηρυχτεί ποιητές και έχουν κύριο σκοπό να διαφημίσουν τον εαυτό τους, να εκπληρώσουν τη ματαιοδοξία τους.

V. L.: Ναι, καταλαβαίνω ποιους φωτογραφίζετε. Μα οφείλετε να αναγνωρίσετε και όσα έχουν προσφέρει στον τόπο.

Γ. Λ.: Οπωσδήποτε έχουν προσφέρει, μα έχουν εξίσου αποπροσανατολίσει το αναγνωστικό κοινό, και τους επίδοξους ποιητές.

V. L.: Τι ακριβώς εννοείτε;

Γ. Λ.: Εννοώ πως εμμένουν στην ακαδημαϊκή συστολή, στην αναπαραγωγή ενός κλίματος ακαθόριστης μελαγχολίας, στην ατολμία και την έλλειψη ποιητικής στύσης. Με λίγα λόγια, εφόσον είναι οι ίδιοι ανεπαρκείς και μικρόψυχοι προάγουν ανάλογες απόψεις – είναι τόσο φοβισμένοι, δεν διακατέχονται από το αίσθημα της ευθύνης και της τόλμης. Είναι μέτριοι και επιβάλουν ως κανόνα την μετριότητα.

V. L.: Συγνώμη, δεν εξαιρείτε ούτε έναν ποιητή απ’ αυτό το κλίμα;

Γ. Λ.: Σας απάντησα προηγουμένως γι’ αυτό, αφήνω να μιλήσει η σιωπή μου. Αλλά πείτε μου εσείς αν προτιμάτε, –επίσημα όμως, ώστε να καταγραφεί στην κουβέντα μας- πόσοι απ’ αυτούς θεωρείτε πως μπορούν να χειριστούν ποιητικά τη γλώσσα; Προσέξτε: ποιητικά όχι με ποιητική διάθεση.

V. L.: Τι διαχωρίζει αυτά τα δύο;

Γ. Λ.: Η πρώτη είναι η κατάσταση στην οποία ο δημιουργός βρίσκεται σε πλήρη ένωση με τον ποιητικό νου, ανήκει στην ποίηση και μιλά μέσω αυτής. Στη δεύτερη, ο γράφων προσπαθεί να προσεγγίσει περιγράφοντας την ποιητική κατάσταση, δεν είναι ποιητής, νιώθει μια «ποιητική διέγερση» και στην καλύτερη των περιπτώσεων μιλά γι’ αυτή την ελάχιστη, στιγμιαία φαντασίωση. Ένα άλλο λάθος που κάνουν οι ποιητές, είναι ότι γράφουν για την ποίηση, παραθέτουν αξιολογήσεις για το ύφος και τις αναλογίες της, δεν καταφέρνουν την τέχνη. Αφήστε που κατά κόρον μιμούνται, δεν παίρνουν πρωτοβουλίες, καταλαβαίνετε;

V. L.: Φαίνεται να σας ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θάρρος ή ακόμη και ο ηρωισμός στην ποίηση. Γιατί αυτό;

Γ. Λ.: Δεν εκφράζω άποψη, αυτή είναι η ποίηση. Ο ποιητής σε βάθος χρόνου είναι ένας ήρωας, αποτελεί τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα, καταγραφέα του κόσμου, ο οποίος έχει αποκτήσει μία σπάνια σχέση μαζί του: εκείνη της ανάληψης της συνολικής αγωνίας του. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται μάρτυράς του. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται τόλμη, θέληση, αυτό που ο απλός κόσμος ονομάζει «κότσια». Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Ο ποιητής γίνεται πρωτίστως ένας ήρωας γιατί αντιστέκεται στις νόρμες της κοινωνίας, ανεξάρτητα με τον τρόπο που θα επιλέξει να το κάνει. Ένας φούρναρης αν είναι ήρωας μπορεί να γίνει ποιητής, ένας μπάρμαν αν είναι ήρωας μπορεί να γίνει ποιητής, όπως ένας οικοδόμος, ένας βαρκάρης, ένας δάσκαλος, ένας οποιοσδήποτε που το λέει η καρδιά του. Ο ποιητής οφείλει να έχει περάσει σε «επικίνδυνη» τροχιά, ειδάλλως δεν πρόκειται ουδέποτε να γράψει πραγματική ποίηση. Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση πως δεν νοιαζόμαστε για κάποιους «καλούς» μεμονωμένους στίχους που δεν έχει χρειαστεί παρά να γράψει κανείς ένα, δύο, ή ακόμη και τρία ανούσια βιβλία ποίησης. Κάτι ακόμη, που αφορά μάλιστα τον «μεταμοντέρνο» μας κόσμο είναι το εξής: η παρούσα πραγματικότητα σημαδεύεται από την ασταμάτητη παραγωγή ανθρωπίνων ομοιωμάτων, ρέπλικες που σκέφτονται τα ίδια πράγματα και ζουν μία πανομοιότυπη ξεπεσμένη ζωή, φροντίζοντας να ανακατεύουν τη σούπα με τα έντερά τους κάθε τέσσερα χρόνια. Πού να βρεθούν ποιητές εκεί μέσα; Όλοι αυτοί ξέρετε, είναι και υποψήφιοι αναγνώστες κάποιας ποίησης, μα ελπίζω όχι της δικής μου.

V. L.: Ποιους ποιητές πιστεύετε πως προτιμούν να διαβάζουν αυτοί οι άνθρωποι που περιγράψατε;

Γ. Λ.: Καλύτερα μη με προκαλείτε γιατί αν αραδιάσουμε ονόματα θα φανεί σαν προσωπική μομφή, σαν στιγματισμός για κάποιους. Δεν έχω λόγο να επιτεθώ σε κανέναν, αντιθέτως ίσως να βγει και γι’ αυτούς κάτι θετικό απ’ αυτή την συνέντευξη. Σε γενικές γραμμές εκείνους που συναντάς διαρκώς το όνομά τους στα έντυπα και έχουν διοριστεί εισηγητές ή και ακόμη χειρότερα, υπερασπιστές της ποίησης, της οποίας έχουν μόνο μυρίσει από μακριά το άρωμά της. Εξαιρώντας ένα πολύ μικρό ποσοστό αναγνωστών που πιθανώς βρίσκεται σε μεταβατική φάση.

V. L.: Περιγράφετε μία κατάσταση πολύ ζοφερή.

Γ. Λ.: Δεν είναι ζοφερή, γιατί τα δύσκολα δεν έχουν έρθει ακόμα. Όταν έρθουν, τότε θα είναι πραγματικά πολύ άσχημα τα πράγματα. Δεν μου αρέσει να χαρακτηρίζω τις εποχές μα αισθάνομαι πως έχουμε κάνει τα πρώτα βήματα σε έναν νέο «μεσαίωνα». Αυτό δείχνει η ζωή και η σύγχρονη τέχνη. Απέμειναν ελάχιστοι άνθρωποι με δυνάμεις, η κοινωνία φρόντισε να τους ξεκάνει. Και αυτή τη φορά όχι με καταδιώξεις μα με την αντικατάσταση.

V. L.: Δηλαδή;

Γ. Λ.: Απλά, ονομάζει λογικό το παράλογο, το όμορφο άσχημο, ονομάζει την σκλαβιά ελευθερία, τον ανθρωπάκο συγγραφέα, ονομάζει ποιητές τα κωθώνια. Κι έτσι είναι άπαντες ικανοποιημένοι, γιατί όλοι μπορούν να μπουν εικονικά στην θέση που φυσιολογικά δεν θα μπορούσαν. Πρόκειται για την δικτατορία της προτροπής να μην είσαι ποτέ ο πραγματικός εαυτός σου. Έχω την πλάτη μου γυρισμένη σ’ αυτό.

V. L.: Πως εκτιμάτε την κατάσταση ειδικά στη χώρα μας;

Γ. Λ.: Καλά, εσείς δεν είστε από τη Γαλλία;

V. L.: Μπορείτε να με θεωρείτε Έλληνα.

Γ. Λ.: Επικίνδυνη ιδιότητα! Όπως επιθυμείτε!

V. L.: Συνεχίζουμε, μιλάμε για τη χώρα μας.

Γ. Λ.: Τη χώρα τους, εννοείτε. Η δική μου χώρα δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα. Ζω στην εξορία. Όπως σου είπα, με αφήνει εξίσου αδιάφορο, όσο κι αν ορισμένες φορές με ωθεί να ενδιαφερθώ βαθιά γι’ αυτήν. Το σίγουρο είναι πως δεν είναι σε θέση να δεχτεί τη δική μου βοήθεια.

V. L.: Για ποιο λόγο;

Γ. Λ.: Γιατί έχει ξεχάσει το παρελθόν της, το οποίο της ανήκε, και δεν έχει αποκτήσει επαφή με το παρόν της το οποίο είναι υποχρεωμένη να το δανείζεται.

V. L.: Εννοείτε σε επίπεδο λογοτεχνίας, τεχνών ή γενικότερα;

Γ. Λ.: Το επίπεδο, όπως λες, της λογοτεχνίας έχει να κάνει και με το επίπεδο της ζωής. Η λέξη «γενικότερα» μου είναι εντελώς απεχθής, προτιμώ το «ειδικά», «ειδικότερα». Η κοινωνία προτίμησε την πολιτική από την ποίηση. Τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να ήταν άλλα. Τώρα για τη λογοτεχνία, τι να σου πω, ίσως πολλοί να μην γνωρίζουν καν τι σημαίνει. Από την άλλη υπάρχουν ελάχιστοι άνθρωποι με πραγματική κατάρτιση σε οποιονδήποτε τομέα. Εκτός αυτού, βρισκόμαστε σε μία εποχή που κυριαρχεί η εικόνα. Η φτήνια. Δεν είναι τυχαία αυτή η δήθεν ακμή των εικαστικών, του χορού, του κινηματογράφου, του θεάτρου. Σκουπίδια που χωρούν σε μια χαρτοσακούλα.

V. L.: Όσον αφορά την αποτίμηση του παρελθόντος, δεν υπάρχουν άνθρωποι του χώρου σας που διαρκώς κάνουν λόγο για την γενιά του ’30 για παράδειγμα;

Γ. Λ.: Αυτό είναι το παρελθόν; Δεν με ενδιαφέρει στο παραμικρό η γενιά του ’30 ή όποια άλλη γενιά, κι αυτό γιατί πρώτον απέτυχε παταγωδώς και δεύτερον, ούτως ή άλλως αισθάνομαι περισσότερο ομόψυχος με τον Όμηρο, με τον Αρχίλοχο, παρά με όποιον άλλο νεότερο.

V. L.: Ομολογώ πως αυτό δεν περίμενα να το ακούσω.

Γ. Λ.: Κακώς, γιατί αν είχατε κάνει σοβαρή ανάγνωση των «Κρεμαστών Στίχων Της Βαβυλώνας» θα το είχατε ως ένα βαθμό διαπιστώσει. Εννοώ, δεν γράφω σαν αυτούς, μιλάω την αποκάλυψη του ποιητή στην εποχή του. Πρόκειται για μια ξεχασμένη Παράδοση, που έρχεται αραιά και που στο προσκήνιο. Την ίδια σχέση έχουν πάνω κάτω και οι ξένοι ποιητές που σας ανέφερα προηγουμένως. Καταλαβαίνετε τώρα τι εννοούσα πιο πριν λέγοντάς σας πως δεν υπάρχει κανένας ανάμεσα στους σύγχρονους κριτικούς που να διαθέτει αντικειμενικά εργαλεία για να εκτιμήσει κάτι πραγματικά σημαντικό; Ξέρουν πολύ καλά να εκτιμούν τα σαλιγκάρια, την εμμηνόπαυση, τα πλυντήρια, τον ίσκιο του πατέρα, τις ιδεολογικές διακυμάνσεις που προοιωνίζονται τεράστιες αλλαγές για την ανθρωπότητα, κάποια δυσκολία με τα λεπτά κορδόνια – μα για την ποίηση δεν γνωρίζουν τίποτα. Άσε να πιω το ποτό μου καλύτερα …
__ Να συμπληρώσω κάτι, ίσως να μην υπάρχει καλύτερη απόδειξη της αξίας ενός αληθινού ποιητή, από τη δυσκολία που δημιουργεί στους σύγχρονούς του να συνεχίζουν τη ζωή τους όπως την αντιλαμβάνονταν πριν διαβάσουν το έργο του.

V. L.: Πιστεύετε πως είστε τέτοιος ποιητής;

Γ. Λ.: Δεν έχω ανάγκη να πιστεύω τίποτα, εγώ συνεχίζω τη φυσική μου υποχρέωση να γράφω. Ξέρω να κάνω τη ζωή μου φιόγκο για τα μαλλιά ενός κοριτσιού, όπως και θηλιά για τον λαιμό μου. Σημασία έχει τι πιστεύετε εσείς.

V. L.: Η τελευταία σας συλλογή «Τζον Κολτρέην και 13 Ποιήματα για την Τζαζ» τι αντιπροσωπεύει;

Γ. Λ.: Τι αντιπροσωπεύει; Μα την ίδια την Τζαζ! Και κατά δεύτερον τη δική μου σχέση μαζί της, τους δεσμούς, τους κόμβους που δημιουργώ μ’ αυτήν και τον υπόλοιπο κόσμο.

V. L.: Μα γιατί να χρειάζεται ο κόσμος την Τζαζ;

Γ. Λ.: Για να μην γίνει κάποια μέρα ο κόσμος απόκοσμος, αντι-κόσμος. Αυτό που ορισμένοι ήδη αισθανόμαστε εδώ και καιρό.

V. L.: Αποδέχεστε τον χαρακτηρισμό πως είστε «ποιητής της Τζαζ;»

Γ. Λ.: Απόλυτα. Βεβαίως δεν χρειαζόταν να κοινοποιηθεί κάτι τέτοιο, μα συνέβη. Όλα ξεκίνησαν όταν με βάφτισε έτσι ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι μία τεράστια αξία που δεν μπόρεσε να τον χωρέσει ετούτη η κοινωνία. Πιστεύω πως η Τζαζ ήταν και παραμένει το πιο προωθημένο καλλιτεχνικό κίνημα από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα. Και στην πραγματικότητα δεν αποτελεί κίνημα, αποτελεί ροή μίας αρχέγονης Κεντρικής Ιδέας για τον άνθρωπο. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάτι καινούργιο, κάτι αυστηρά μουσικό. Οι χαρακτηρισμοί περιττεύουν.

V. L.: Η προηγούμενή σας συλλογή, «Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας» γιατί πιστεύετε πως δημιούργησε τόση αίσθηση σε κάποιους κύκλους;

Γ. Λ.: Γι’ αυτό δεν είμαι διόλου σίγουρος. Εξάλλου κυκλοφόρησε μόλις τον περασμένο Μάρτιο. Γνωρίζω μόνο πως συζητήθηκε από κάποιους, κάποιοι με αναζήτησαν, κάποιοι έγραψαν κριτικές, κάποιοι μου έστειλαν γράμματα, κάποιοι με έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια. Φίλοι ποιητές στην Αμερική που γνωρίζουν ελληνικά την καλωσόρισαν θερμά. Παραπέρα δεν έχω ιδέα.

V. L.: Μα αυτή ήταν η κύρια αφορμή αυτής της συνέντευξης, ξέρετε.

Γ. Λ.: Η δική μου ήταν η ευγενική σας συμπεριφορά απέναντί μου. Η ευγένεια σπανίζει σήμερα. Όπως και τα δυνατά κορίτσια.

V. L.: Ποιον αφορά η ποίηση σήμερα;

Γ. Λ.: Αυτή η ερώτηση μου φαίνεται πως έχει πέραση τελευταία… Αυτόν που ενδιαφέρεται για την θέση του ανάμεσα τους ανθρώπους και τη θέση του σε σχέση με το Σύμπαν.

V. L.: Δεν ακούγεται κάπως τραβηγμένο αυτό; Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο για να αναρωτιούνται τέτοια πράγματα. Η ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ανακούφιση;

Γ. Λ.: Όχι. Και δεν νομίζω ότι είναι ζήτημα χρόνου, είναι καθαρά ζήτημα ανθρωπιάς και αναζήτησης. Αν οι κοινωνίες επιλέγουν να χάνουν τον χρόνο τους, γι’ αυτό φταίνε κυρίως οι ίδιες. Όσο για την ανακούφιση τι υπονοείς; Για τον ισοβίτη ανακούφιση είναι η απόδραση, για τον ένοχο η αθώωση. Τέτοια ανακούφιση εννοείς;

V. L.: Όχι, με παρεξηγήσατε.

Γ. Λ.: Ακούστε αγαπητέ μου, μπορεί όντως κάποιος να ανακουφιστεί διαβάζοντας ένα ποίημα, δεν αντιλέγω. Μα αν η ανακούφιση γίνει το ζήτημα της ποίησης τότε οι ποιητές θα πρέπει να αρχίσουν να γράφουν ιατρικές συνταγές.

V. L.: Αφού κάνατε λόγο για την προσφορά της ποίησης, θα θέλατε να μου πείτε τη δική σας άποψη;

Γ. Λ.: Αυτό το είπαμε πριν από λίγο. Η δική μου άποψη εν πάση περιπτώσει είναι ότι η ποίηση είναι προτιμότερο να δημιουργεί μίμηση παρά ανακούφιση.

V. L.: Εξηγήστε το αν θέλετε αυτό.

Γ. Λ.: Είναι πολύ απλό, θεωρώ κορύφωμα της ενασχόλησης με την ποίηση να μοιάσει έστω και στο ελάχιστο ο αναγνώστης στον ποιητή. Να κυνηγήσει κατά το δυνατό τις δικές του επιδόσεις. Αν θυμάμαι καλά νομίζω πως το είχε πει και ο Ισοκράτης αυτό. Το ίδιο μπορεί κάλλιστα να συμβεί διαβάζοντας κι ένα μυθιστόρημα. Κάποιον σημαντικό συγγραφέα.

V. L.: Διαβάζετε αρχαία ελληνική γραμματεία;

Γ. Λ.: Αρχαία μόνο κατ’ όνομα. Έχω διαβάσει αρκετά κείμενα. Τραγωδίες, φιλοσοφία, ποίηση, ρητορική και άλλα. Επηρέασαν βαθιά τον τρόπο της σκέψης μου, τον τρόπο ζωής μου, μαζί με την αρχαία γραμματεία της Ανατολής, η οποία είναι εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη.

V. L.: Δοκιμάσατε ποτέ να ασχοληθείτε με την πεζογραφία;

Γ. Λ.: Όχι απλώς δοκίμασα, έχω ήδη ολοκληρώσει ένα βιβλίο με πεζά κείμενα. Εννοείται πως αυτό δεν με καθιστά συγγραφέα. Ελπίζω να βρεθεί κάποιος εκδότης να το εκδώσει. Αν όχι, μπαίνει αυτόματα στο συρτάρι.

V. L.: Περί τίνος πρόκειται;

Γ. Λ.: Είναι ένα σύνολο από κείμενα που έγραψα σε διάφορα μέρη του κόσμου. Αρχαιολογίες. Έχει τίτλο «Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα». Περιγράφω έναν πραγματικό κόσμο που ακόμη δημιουργείται, δεν έχει ολοκληρωθεί μα έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται μέσα στο μυαλό του συγγραφέα. Ο συγγραφέας του βιβλίου φέρει μέσα του την εικόνα ενός άλλου, οριακά ανθρώπινου, κόσμου. Τέτοιου είδους κείμενα συνεχίζω να συνθέτω ταξιδεύοντας ακόμη και σήμερα.

V. L.: Θεωρείτε τον εαυτό σας θρησκευόμενο;

Γ. Λ.: Μόνο υπό την έννοια πως λατρεύω το Ιερό.

V. L.: Τι είναι για σας το Ιερό;

Γ. Λ.: Αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη.

V. L.: Καταπληκτική δήλωση. Πριν ορίσουμε αυτήν τη συνάντηση, έφτασε στα αυτιά μου η φήμη πως είστε βουδδιστής. Αληθεύει αυτό;

Γ. Λ.: Μόλις το απάντησα αυτό.

V. L.: Σας ενοχλεί να μιλήσουμε για το ζήτημα της θρησκείας;

Γ. Λ.: Όχι βέβαια, το αντίθετο. Μόνο που από την πλευρά μου δεν αναγνωρίζω κανέναν θεό, αναγνωρίζω μόνο θρησκευτικότητα, κι αυτήν προσηλωμένη στο κενό. Θρησκευτικότητα για μένα σημαίνει απλά πως ο άνθρωπος δεν τα καταφέρνει ποτέ εντελώς.

V. L.: Στην ποίηση τα καταφέρνει;

Γ. Λ.: Όπως προανέφερα. Στην ποίηση δεν υφίσταται κανένας ορισμός, μα αν κάποιος θα ήθελε να μπλέξει μαζί της θα ήταν πιο έξυπνο και αποδοτικό να τα βάλει με τα στοιχεία της φύσης της. Αυτό, όχι μόνο κατ’ έναν τρόπο, ισχύει και στη γραφή. Όλα τα πραγματικά ποιήματα είναι ημιτελή. Η αρτιότητα και η εγκυρότητα της γραφής αποδεικνύονται από τη δύναμη της δική τους παράδοσης. Πόσο καυτή είναι η σκυτάλη.

V. L.: Εσείς από ποιον πήρατε τη σκυτάλη;

Γ. Λ.: Ανέφερα κάποια ονόματα λίγο πιο πριν.

V. L.: Εσείς λοιπόν τα καταφέρατε. Γιατί υπονοείτε πως είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρουν περισσότεροι;

Γ. Λ.: Δεν υποστηρίζω τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που βλέπω. Ακριβώς επειδή ο σύγχρονος μαθητευόμενος ποιητής αδυνατεί να γίνει μια ισχυρή αισθητική, ίσως και ηθική, ατομικότητα, καταφεύγει στη δειλία μιας δήθεν ανακάλυψης νέων μέτρων και σταθμών για την τέχνη της γραφής, τα οποία έχει δε προσαρμόσει επιτυχώς στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν «καινοτομίες», μα δίχως τον βαθύ λόγο δεν θα έχουν απολύτως καμία αξία.

V. L.: Η σχέση σας με τους Beat; Κάποιοι σας θεωρούν επίγονό τους, εσείς τι γνώμη έχετε;

Γ. Λ.: Αναλαμβάνοντας την γραφή, από κάπου θα ξεκινήσει κανείς. Εγώ ξεκίνησα απ’ αυτούς. Επηρέασαν ως ένα βαθμό το ύφος μου, μα σήμερα είναι εντελώς άστοχο να με σχετίζει κανείς μαζί τους. Πιστεύω πως κάποιοι επηρεάζονται από τις μεταφράσεις που κάνω, μα δεν έχουν ιδέα τι θα ακολουθήσει. Έχω τη γνώμη πως αυτό συμβαίνει με τους περισσότερους ποιητές που μεταφράζουν. Παρουσιάζουν μεταφράσεις προμελετημένα, ώστε να συνδεθεί κατ’ ένα τρόπο το δικό τους έργο μ’ εκείνο των ποιητών που παρουσιάζουν. Αστειότητες.
Θα μπορούσαν να πουν πως είμαι ένας εσωτεριστής, ένας ανένδοτος λυρικός, ένας τρελός ατζαμής, θα ήταν προτιμότερο. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με τις γνωστικές ανεπάρκειες της χώρας στην οποία ζούμε.

V. L.: Όσον αφορά στο μεταφραστικό σας έργο; Τελευταία αναλάβατε μία ολόκληρη σειρά αμερικανικής ποίησης. Θεωρείτε πως είστε μεταφραστής καριέρας;

Γ. Λ.: Μεταφράζω από κέφι. Μη φανταστείς ότι ζω από τις μεταφράσεις. Η μετάφραση σαν ειδίκευση ήταν μία πολύ σοβαρή απόφαση. Σημαδεύει τον δικό μου τρόπο ζωής, αφιερώνω αμέτρητες ώρες σ’ αυτήν. Από πέρυσι συνεργάζομαι με την Απόπειρα για μία σειρά βιβλίων του Τζακ Κέρουακ, του Πολ Μπόουλς και άλλων. Στις εκδόσεις Ηριδανός είμαι υπεύθυνος μίας σειράς αμερικανικής ποίησης, όπως το είπες, που ξεκίνησε με το «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ, και έπονται μία μεγάλη ανθολογία του 20ου αιώνα, μία σειρά δέκα μικρών τόμων με έργα πολύ σπουδαίων ποιητών και πολλά άλλα ακόμα. Δεν υπάρχει σταματημός.

V. L.: Η δική σας ποιητική παραγωγή είναι εξίσου ογκώδης;

Γ. Λ.: Θα μπορούσες να το πεις. Έχω ήδη έτοιμες τρεις ποιητικές συλλογές, όπως τις λέμε. Πολλά ποιήματα που εξετάζω ξανά και ξανά για να κρίνω την τύχη τους. Μα δεν υπάρχει βιασύνη.

V. L.: Πώς θα ονομάζατε το ύφος της ποίησής σας;

Γ. Λ.: Περίφημο.

V. L.: Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας για τη γραφή;

Γ. Λ.: Να σχεδιάζω τη γραφή.

V. L.: Τι πιστεύετε πως πρέπει να κάνει ένας ποιητής για να βοηθήσει τους ανθρώπους, την κοινωνία;

Γ. Λ.: Να γίνει τόσο βαθύς, τόσο ανθρώπινος και εκπληκτικός, όσο δεν το περιμένουν.

*


Ο Victor Lefevre γεννήθηκε το 1960 στο Παρίσι και είναι απόγονος του J. V. Lefevre που πολέμησε στον πλευρό των ελλήνων στην επανάσταση του 1821. Έχει σπουδάσει φιλοσοφία, και είναι ερευνητής της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας με ειδίκευση στα ρομαντικά κινήματα. Μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα.

Γιάννης Λειβαδάς: Ideology Particular

Είναι οι προσόψεις των σπιτιών στο λιμάνι του Στρόμπολι
Που αντηχούν σπαστά τα μέσα του θώρακός μου.
Καπνισμένος σ’ έναν καναπέ σκουπίζω τη λύσσα
Από το στόμα μου, το φερμουάρ, τα καλοκαιρινά μου παπούτσια.
Φτάνω κατάκοπος και απονενοημένος
Με τα μπουρλότα μου ανάρριχτα τρίζοντας πάνω στα βότσαλα
Που είναι λίγα.
Τα σπίτια σαν ζωγραφιστά σπιρτόκουτα στον ήλιο αποξηραμένα
Με ανθρώπους των μύρων και των αναποδιών μέσα.
Ενδιαφέρομαι για κάποιο σύστημα που ανάποδα διαβάζεται:
Μπέσα.
Αμαυρώνω τις σκέψεις ώστε σαν φτάσω να μην έχω εφόδια.

Σαν φτάσω να έχω τίποτα ακόμα.
Η ανάσα μου να ελλιμενιστεί σαν άγνοη βλεννόρροια.

2/08/2009

ΕΙΣΑΓΩΓΗ για την "Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης Του Εικοστού Αιώνα" (Ηριδανός 2007)


“You and I wear the dangerous looseness of doom
and find it becoming”

e. e. cummings

Εισαγωγή:

Επικεντρωμένη στην περίοδο, από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ως τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, η παρούσα ανθολογία κάνει μία προσπάθεια να προσεγγίσει με μία ιδιαίτερη και πολύ συγκεκριμένη αντίληψη, ένα μεγάλο κομμάτι του κορμού της νεότερης αμερικανικής ποίησης. Η ποίηση αυτή, κυρίως στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, επηρέασε, ή καλύτερα, κλόνισε τις βάσεις της νεοτερικής ποιητικής γραφής σε παγκόσμιο επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, που σχεδόν παντού έκτοτε η πλειονότητα των δειγμάτων της σύγχρονης ποίησης βαρύνεται ή έχει σοβαρά εμβολιαστεί με κάποια δόση «αμερικανισμού». Δεν θα εξετάσουμε εδώ τις ειδικές αναφορές της αμερικανικής ποίησης ή τα όποια αποτελέσματα των επιδράσεων και των απηχήσεών της, για τις οποίες εξάλλου απαιτείται ένα πρόσφορο, μεγαλύτερο βάθος μελλοντικού χρόνου, τόσο για να μην υποπέσουμε σε σφάλματα τύπου Harold Bloom, υπονοώντας τον ορίζοντα της ποιητικής γραφής στενωσιά της τυπικής παρερμηνείας ενός υποθετικού κέντρου όπου εντοπίζει κανείς το «υψηλό» μέσω ενός Μεγάλου Κανόνα, (αν και στην πραγματικότητα ο Bloom απέτυχε απλώς γιατί έναντι κάποιας Σταθεράς χρησιμοποίησε έναν συμφυρμό ήδη καταπονημένων και ατελέσφορων προσεγγίσεων) όσο και γιατί στην ποίηση δεν πρέπει να βιάζεται κανείς.
Η αμερικανική ποίηση, στις απαρχές του 1900, χάραξε το νέο της δρόμο έχοντας σταδιακά αντικαταστήσει τους θεούς της αγγλικής παράδοσης και του βικτοριανού αισθηματισμού με τους νέους και προκλητικούς θεούς του Walt Whitman. Κατά πόσο βέβαια έτυχαν τότε άξιας μεταχείρισης οι ιδέες του Whitman είναι κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να κάνει αμέτρητους σχολιασμούς και συζητήσεις. Αναπτύχθηκαν πάντως δεκάδες έξοδοι από την «κεντρική λεωφόρο» της αμερικανικής δημιουργίας. Ορισμένες οδήγησαν σε αδιέξοδα (επωφελή ωστόσο), κάποιες σε βασανιστικές παρόδους και άλλες σε ορίζοντες πλουτοφόρους. Καθώς ήταν φυσικό, προπάντων λόγω της άσβεστης δίψας για αναδόμηση του ποιητικού λόγου, τα περισσότερα από αυτά τα ρεύματα, πράγματι, κι εντός των αναλογιών και των προσδοκιών τους, απέδωσαν, είτε χρειάστηκε να ερευνήσει κανείς στα φώτα ή κάπου πιο απόμερα.
Επί το πλείστον τα «ποιητικά κινήματα» που εμφανίστηκαν από το 1950 και ύστερα, διαμόρφωσαν πολύ προωθημένες ιδέες για την ποίηση αλλά και τον ίδιο τον ποιητή και δέχτηκαν την πιο σκληρή και άτεγκτη κριτική. Τα μεταμοντέρνα ρεύματα αντιμετωπίστηκαν σαν ένα πλέγμα πειραματικών τεχνικών, τα οποία εξέφραζαν μία γενικευμένη αντιπαράταξη στον Μοντερνισμό, του οποίου τα μεγάλα καλά ήταν πολλά και τα κακά λιγότερα. Έρεισμα των νέων ποιητών θεωρήθηκε κυρίως η μορφική ανακαίνιση. Ο Μεταμοντερνισμός όμως δεν ήταν άλλο από το φυσικό παρεπόμενο του Μοντερνισμού. Και όσον αφορά στην ίδια την Ποίηση, αν δεν είναι αυτή πείραμα τότε τι είναι;
Παρόλη την κατάρτιση που προσφέρθηκε αφειδώς από δεκάδες σχετικά μελετήματα και εισηγήσεις ποιητών, κατέστη αναγκαίο να αποτιμηθούν τα μεταμοντέρνα ρεύματα και με «εξω-λογοτεχνικούς όρους», (ανάγκη που καταδείκνυε την βαθιά μεταβολή που επήλθε στο πρότυπο του ποιητή), δηλαδή με τα νέα «υλικά» που χαρακτήριζαν την ποιητική δημιουργία και δεν σχετίζονταν αποκλειστικά με λογοτεχνικά εργαλεία. Όπως λόγου χάρη η ταυτολογία με δόγματα ανατολικών ή άλλων θρησκειών, νέων φιλοσοφικών δογμάτων, η απήχηση αποληκτικών πεποιθήσεων [βλ. Όσβαλντ Σπένγκλερ], ο προσδιορισμός του οργανικού σώματος της ποίησης πρωτίστως στο πρόσωπο και την φυσική παρουσία του ποιητή και, το πρόταγμα της ολικής διασάλευσης που ευνοούσε τη ρήξη με τις άκαρπες νοοτροπίες - ιδέες που έμοιασε λες πως «ανακαλύφθηκαν» από τους νεότερους μελετητές, ενώ ανέκαθεν προϋπήρχαν συζυγείς προσλαμβάνουσες στην ιστορία της γραφής, μα για ευνόητους λόγους δεν λαμβάνονταν επαρκώς υπόψη των σχολιαστών της.
Η ποίηση είναι κυρίως η προσωπική τροχιά του ποιητή. Ο ποιητής είναι μία σταθερή αξία ανά τους αιώνες, ό,τι κι αν συμβαίνει στην ιστορία. Είναι μία ακλόνητη φυσική πνοή που δεν ταυτοποιείται στα στενά πλαίσια μίας εποχής• ακριβώς γι’ αυτό φέρνει τον γέλωτα η ανάγκη να μιλάμε για κλασικούς, ρομαντικούς, μοντέρνους, και μεταμοντέρνους. Πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο Ποιητής ώστε να απεμπλακούμε από τις προαναφερθείσες δυστοκίες, ώστε να βγούμε στο φως.
Εδώ, κάνουμε την προσπάθεια να καταδείξουμε την ποίηση που εξ αρχής αρνήθηκε να είναι δογματική, μονολιθική, και με οιονδήποτε τρόπο πατροναρισμένη. Παρουσιάζουμε ποιητές που απαξίωσαν τον διδακτικό πουριτανικό τόνο και τον κοινό ρομαντικό στίχο, δηλαδή την εμμονή στην ακαθόριστη μελαγχολία, ποιητές που ανέπτυξαν μία «προσωπική θρησκεία» και οι οποίοι στην πορεία δικαιώθηκαν, αφού η ιστορία καταδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο πως οφείλουμε να είμαστε δύσπιστοι, αν όχι αδιάφοροι, προς κάθε ορθοδοξία:

«Μια φωτιά μες στο μυαλό μου καίει τη σκουριά
και τα αποθέματα των σκουπιδιών του αιώνα μου»


(Νορς)

«Αυτά τα Τραγούδια δεν είναι για να τα καταλαβαίνει κανείς,
κατάλαβε. Είναι για να τρομάζουν μόνο και να παρηγορούν».


(Μπέρρυμαν)

Η ποίηση, σαν μία ακραία οντολογία, πέρασε από το όριο της γενικότητας και της ευθύνης στο στάδιο της αγωνίας και της γνώσης. Στην πρώτη περίπτωση, η ποίηση στάθηκε ικανή να μιλήσει, μόνο σαν ανέπτυξε ουσιώδη μεταφυσική, και στην δεύτερη, μόνο όταν κατάφερε να μην πολιορκηθεί από το χάος και την αταξία. Ιστορικά μπορούμε να την ορίσουμε βάσει των χρονολογιών της ζωής και του έργου των ποιητών που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτόν τον τόμο. Τα ρεύματα που εκφράζονται είναι πολλά, εκείνο που απασχόλησε όμως δεν ήταν η ενημέρωση περί αυτών -το αντίθετο μάλιστα- ήταν η γνωριμία του ελληνικού κοινού με ορισμένους πολύ ιδιαίτερους και καθοριστικούς ποιητές, δίχως να επιβάλλεται κανενός είδους φιλολογική ταξινόμηση. Πιστεύουμε άλλωστε πως δεν είναι μακριά η εποχή όπου η τακτική των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ ιδεών και προτύπων στον ποιητικό χώρο θα αποδειχθεί μάλλον ανώφελη.
Στην Ελλάδα, η συστολή και η μετριότητα έχουν δημιουργήσει καθεστώς στον χώρο της ποίησης και οτιδήποτε πάνω από την μετριότητα και πέραν της συστολής (ακριβώς επειδή καταδεικνύει το φαινόμενο) παραμένει στην σκιά του ποιητικού τοπίου, δίχως να αναγνωρίζουν οι κριτικοί και οι μελετητές τον κίνδυνο που ενέχει μία τέτοια στάση. Ο αντίκτυπός της οδήγησε στο φαινόμενο μίας εκτεταμένης εγχώριας ποιητικής ανεπάρκειας και στην τραγική έλλειψη πολύ σπουδαίων αλλοδαπών ποιητών από την ελληνική βιβλιογραφία.
Καλό εφόδιο στη γλώσσα μας αποτέλεσε η συνοπτική μα εύστοχη ιχνηλασία του Αλέξη Τραϊανού επί των ποιητικών ρευμάτων στην εισαγωγή του βιβλίου του Μεταπολεμική Αμερικάνικη Ποίηση (Α.Σ.Ε. 1979), το οποίο, παρότι έπασχε μεταφραστικά σε πάρα πολλά σημεία, παρέμεινε θησαυρός και αντίβαρο για τα εκδοτικά πράγματα στη χώρα μας.
Αυτό που σαφώς μας ενδιαφέρει και σήμερα είναι η ανάδειξη της καλής ποίησης. Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, αφού η εμμονή και η προκατάληψη απέναντι σε ορισμένες ποιητικές μεθόδους καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωση του δημιουργικού κύκλου, από πλευράς τεκμηρίων, προσδιορισμών και αντικειμενικών αξιολογήσεων. Ως εκ τούτου, «μη γνωρίζοντας» τι έχει συμβεί παγκοσμίως στον χώρο της ποιητικής έκφρασης, τα εννέα δέκατα των Ελλήνων ποιητών και μελετητών ποδοβολούν μαινόμενοι στο σημείο μίας ανήξερης εκκίνησης, με μοναδική επίδοση την παρασιτική απομύζηση της «Παράδοσης», της οποίας δεν αποτελούν βεβαίως φυσικό στέλεχος, μήτε και αναγνωρίζουν την αληθινή της φύση. Παραλαμβάνουν ακατάπαυστα(;) απ’ αυτήν, δίχως ποτέ να της παραδίδουν κάτι καινούριο. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά. Και οι ανθολογίες δεν δημιουργούνται μόνο για τους αγνούς αναγνώστες, μα και για το λογοτεχνικό σώμα μιας κοινωνίας σαν τη δική μας, το οποίο χρήζει βαθιάς και επίμονης υποστήριξης γύρω από αυτά τα ζητήματα.
Σχετικά τώρα με το περιεχόμενο της παρούσας ανθολογίας: το σίγουρο είναι πως όσο περνούν τα χρόνια, η ύπαρξη της «άλλης Αμερικής» μοιάζει όλο και περισσότερο φασματική. Παρόλα αυτά, υφίσταται δυναμικά μια «άλλη αμερικανική ποίηση». Προς αποφυγή πιθανής παρεξήγησης, ας επισημανθεί πως η συλλογιστική αυτής της ανθολόγησης σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί τις νόρμες του αμερικανικού «underground» (πόσο αστείος ηχεί σήμερα αυτός ο όρος!), ούτε και του ευρύτερου «αντιαμερικανισμού».
Η ανθολογία ξεκινά με τα μεγάλα αρχικά ποιητικά μεγέθη της αμερικανικής ποίησης, και συνεχίζει ακολουθώντας τις απότοκες κατευθύνσεις πολύ ισχυρών ονομάτων, που εξέφρασαν ετερόκλιτες ιδέες και προθέσεις.
Κάποιοι ίσως να αναρωτιούνται ακόμη αν η καλή ποίηση «είναι σφαίρα που ρίχνεται στον πόλεμο για την ελευθερία της ανθρώπινης σκέψης» (Spender), ή «δεν κάνει να συμβεί τίποτα στον κόσμο, παρά μόνο ζει στην κοιλάδα της δικής της φωνής» (Yeats). Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διαπιστώσει το ένα ή το άλλο κανείς - ή ακόμη να αποκτήσει μία τρίτη πιο διαφορετική άποψη. Ο καλύτερος απ’ όλους βέβαια είναι να διαβάζει πραγματική ποίηση - κι εδώ προσφέρεται αρκετή από την αμερικανική.
Ετούτοι οι ποιητές πίστεψαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως «τα έπεα πτερόεντα» σαν παράγωγα μίας βαθιά τοποθετημένης και ακύμαντης σιωπής, παίζουν πράγματι τον ρόλο της ασπίδας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο, της νίκης του ποιητή απέναντι στο μηδέν. Η διανοητική συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων όμως, ως γνωστόν δεν υφίσταται, και η ενότητα είναι ο μεγάλος απών. Ο κόσμος καταρρέει• οι πραγματικοί ποιητές βεβαίως όχι, μα απομένουν περιττοί και έρημοι.
Κι επειδή η ποίηση, στην περίπτωση αυτή η αμερικάνικη, γράφτηκε και με το σκεπτικό της ανταπόδοσης στην ύπαρξη, ήτοι της καταχώρησης του φαινομένου που ονομάζεται «ποιητική υπαιτιότητα», σ’ αυτή την ανθολογία παρουσιάζονται και ανάλογες τάσεις που μπορεί να μην αγγίζουν την λεγόμενη ποιητική ακμή μα είναι οπωσδήποτε σημαντικές σαν ποιητικές καταθέσεις. Δεν μιλάμε για την γνωστή διαίρεση των ποιητών σε «εγκεφαλικούς» και «μη-εγκεφαλικούς» που άλλωστε δεν υφίσταται. Ειδάλλως υπονοούμε, δίχως να το αντιλαμβανόμαστε, πως υπάρχει μία λανθασμένη πλευρά του ποταμού όπου ξεβράζονται οι ψυχολογικές διαστάσεις που ορίζουν το έργο κάθε ποιητή. Είναι η «δική μας» πλευρά, ή η «απέναντι;» αναρωτιούνται κάποιοι. Και συνεχίζουμε: πού χάνονται οι μεγάλες ευκαιρίες στο παρελθόν ή στο μέλλον; Και ποια συνθήκη είναι πιο κεφαλαιώδης από την Ανθρώπινη Μονάδα;
Ορισμένοι από τους ποιητές εγκολπώθηκαν την «υπεροχή της αναφοράς». Εκείνη την προσήλωση στο «υψηλό προσόν» του δημιουργού της ποίησης που πέρα από τη στάση ζωής και το βεληνεκές της στόχευσης, περιόρισε τον ποιητή στην ταυτότητα ενός «alien» η οποία εν τέλει τον κατανάλωσε, μέσα στη διάρκεια του πόθου του για απόδραση. Οι οπτικές που προσέφεραν όμως τέτοιοι ποιητές παρότι κάπως περιορισμένες ήταν ολωσδιόλου έγκυρες (βλ. Stevens, Eliot, Ashbery κ. .α.).
Συνυφασμένη με τους συγκεκριμένους, αλλά και με τους όποιους αυθεντικούς τύπους ποιητών, θεωρείται και η επιχειρηματολογία περί «δύσκολης ποίησης». Γίνεται ξανά λόγος δηλαδή για κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Η ποίηση εμφανίζεται όπως ακριβώς έχει: άλλες επιλογές από το να είναι καλή (υπάρχουσα) ή κακή (κατ’ επίφαση), δεν υπάρχουν. Το κατά πόσο γίνεται δημοφιλής επίσης, δεν απασχολεί ούτε την ίδια την ποίηση ούτε τόσο και τον ποιητή.
Η ποίηση απευθύνεται κυρίως σ’ αυτόν που δεν μπορεί να την γράψει, δηλαδή δεν δύναται να υλοποιήσει καλλιτεχνικά την δημιουργική του μεταστροφή. Για τούτο και ο αναγνώστης (που μπορεί να είναι κι αυτός επίδοξος ποιητής), οφείλει να έχει τουλάχιστον ασκηθεί. Άσκηση άλλη δεν υπάρχει από την ώθηση της ζωής στις αληθινές της διαστάσεις, να παρακάμψει κανείς το προφανές της «γενικής σχέσης» και να γίνει ένας άνθρωπος πλήρης. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος που προσφέρει την μελλοντική συνάντηση με το ποίημα. Συνεπώς δεν ενδιαφέρει ουδεμία κατηγοριοποίηση της ποίησης, αλλά η ειδική, εμπειρική, αποκεκαλυμμένη Ώση, ή αν προτιμάτε Άτη.
Μέσα στο έργο πολλών ποιητών, που δεν ανήκαν στην Πρώτη Κλάση, κυριάρχησε μία τάση εξιδανίκευσης των δυνατοτήτων του κειμένου. Οι ποιητές δεν υπέβαλλαν το ποίημα ως μία μακρόχρονη εμπειρία πολλαπλών προοδευτικών συναντήσεων, μα κυρίως ως «επαναλαμβανόμενη εξαιρετική ανακούφιση». Η συνείδηση αποσυρμένη στο καταφύγιο των εκδοχών, εξαλείφοντας ή όχι την τυποποίηση, εκπροσώπησε το ελαφρύτερο, υπερυψωμένο αντιζύγιο, εκείνο που μολονότι η θέση και το βάρος του οδήγησε το έτερό του, το υλικό των ποιητών της Πρώτης Κλάσης, (λ. χ. Williams, Pound, cummings, Zukofsky, Berryman, Bukowski, Kerouac, κ.ά.) στην αποκαλυμμένη επιβεβαίωση, διέθετε επίσης τη δική του χρησιμότητα, τη δική του αδιάκριτη αποκάλυψη.
Οπωσδήποτε, οι πραγματικοί ποιητές είναι πολύ λιγότεροι απ’ όσο νομίζουμε. Καθώς και η ανθρωπότητα υποφέρει πιο βαθιά απ’ όσο πιστεύουμε. Αν η ποίηση, σε παγκόσμια κλίμακα, δεν πάψει να δίνει γη και ύδωρ στην απάνθρωπη γενίκευση, καλύτερα να σωπάσει. Έτσι ίσως μπορέσει και ο κόσμος κατά το ελάχιστο, με τις δικές του δυνάμεις, να μετακινηθεί. Η προβολή μιας άωρης σιωπής, που τελευταία πομπωδώς θεωρείται από ορισμένους ως η πλέον δημιουργική μέριμνα του ποιητή, (με τη σιωπή θεωρούμενη ακροτελεύτια λογική του ποιητικού λόγου) προσδιορίζοντας την πνευματική του αδυναμία να υπερβεί τους φόβους της πνευματικής αλλοίωσης, μα και το γεγονός της αδέκαστης μεταστροφής, είναι η καλύτερη εναλλακτική λύση για τον μέτριο ποιητή. Για εκείνον όμως που, ενώ ζει ανάμεσά μας, έχει ήδη αποδημήσει, έχοντας εκτείνει στο επέκεινα την ποιητική του δράση, έχοντας δηλαδή συνομιλήσει με την άλλη πλευρά της δημιουργικής σύγκρουσης, την απόλυτη μεταμόρφωση, δεν γίνεται καν λόγος για σιωπή. Εξάλλου, η σιωπή (με κεφαλαίο Σ) εντός του ποιητή, προϋπάρχει ως κατώφλι της δημιουργίας, και λειτουργεί ως μόνιμη εσωτερική δύναμη. Τα λόγια, οι στίχοι, δεν είναι παρά η φωνή της σιωπής που ηχεί με την Ολοκληρωτική Ορμή του ποιητή όταν συναντά το σιωπηρό γκονγκ, το ανείδωτο μέταλλο του Κέντρου. Ειδάλλως δεν θα γνωρίζαμε καν πως υπάρχει. Όσο πιο βαθιά και ειλικρινής είναι αυτή, τόσο πιο τρανοί και σίγουροι θα είναι οι στίχοι:

«Αυτές οι λέξεις είναι επιτηδεύσεις
μιας θνητότητας σιχαμένης.»


(Κέρουακ)

Ο πραγματικός ποιητής γνωρίζει (βιώνει) την σιωπή σαν τον πιο δυνατό και μόνιμο ήχο. Οι ανθρώπινοι ήχοι, συμπεριλαμβανομένου κι αυτού της ποίησης, δεν είναι παρά φουσκάλες που σπάζουν στη δικής της διάρκεια.
Ως προς τα ιδεώδη, μπορεί να επιλέξει να σωπάσει κανείς, μα ως προς την δημιουργική αναμέτρηση, όχι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως τέτοιου είδους διατυπώσεις προέρχονται από τις παρατάξεις μιας «ποίησης» που ασυστόλως προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε υδαρή ερωτήματα, τα οποία ιδιοτελώς και όντας σε φάση καταστολής, είχε η ίδια κατά καιρούς επινοήσει.
Όπως θα διαπιστώσετε μέσω αυτής της ανθολογίας, διόλου λίγοι δεν ήταν οι Αμερικανοί ποιητές που, κατά την διάρκεια μίας πλατιάς περιόδου όπου η ποίηση θεωρείτο καλή υπό την βασική προϋπόθεση πως «ήταν ικανή να σχετιστεί με την σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση», μαιμάκτες εκείνοι, ολοκλήρωσαν την «διείσδυση» μέσα της. Αναμενόμενη ήταν λοιπόν από κάποιους η άρνηση και φυσικό το επακόλουθο να ακουστούν περισσότερα κλάματα και κραυγές, παρά προσευχές και λιτανείες. Σε ένα άλλο σχετικό μου κείμενο έχω επισημάνει το εξής: «Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη εξομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του».
Η ποίηση αναζητεί μονίμως τη δική της φωνή, και μόνο μέσω της ποιητικής έκφρασης θα σταθεί δυνατή και η κατάκτηση μίας συνολικής, εσωτερικής, πνευματικής οργάνωσης: της πειθαρχίας των άκρων, (Παρελθόν και Μέλλον) που σώζει.

Αθήνα 2006

In Memoriam Philip Lamantia 1927 - 2005.



Το «σουρεαλίζειν» στις μέρες μας δεν κάνει καμία διαφορά. Ούτε και ανταποδίδει δυναμικά στον σαθρό περίγυρο τις εντάσεις που κάποτε προσέφερε, και ούτως έκανε την εγγραφή του στην παγκόσμια λογοτεχνική ιστορία. Ο Φίλιπ Λαμαντία όμως, θα ήταν εξίσου σπουδαίος ποιητής ακόμη κι αν δεν ήταν «υπερρεαλιστής» - αυτό είναι δεδομένο. Και μ’ αυτό το κείμενο στη μνήμη του, κλείνοντας τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του, δεν τον μνημονεύουμε τόσο σαν σημαντικό υπερρεαλιστή, όσο σαν σημαντικό, αυθεντικό ποιητή.
Ο Φίλιπ Λαμαντία γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1927 στο Σαν Φρανσίσκο. Ήταν γιος Σικελών μεταναστών. Ακόμη και σήμερα θεωρείται ο πλέον αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπος του σύγχρονου υπερρεαλισμού στις ΗΠΑ. Μόλις έφηβος, ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για να γνωρίσει τους ευρωπαίους υπερρεαλιστές που βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην πόλη. Ο Αντρέ Μπρετόν τον χαρακτήρισε ως «φωνή που εμφανίζεται μια φορά κάθε εκατό χρόνια», και ο ίδιος ανέλαβε να τον προωθήσει άμεσα εκδίδοντας το 1946 το πρώτο του βιβλίο, Erotic Poems (Bern Porter Books). Στη συνέχεια ακολούθησαν οι συλλογές: Ekstasis (Auerhahn Press, 1959), Touch Of The Marvelous (Oyez, 1966), Destroyed Works (Auerhahn Press, 1962), Selected Poems (City Lights Books, 1967), The Blood Of The Air (Four Seasons, 1970), Becoming Visible (City Lights Books, 1981), Meadowlark West (City Lights Books, 1986), Bed Of Sphinxes/New & Selected Poems 1943-1993 (City Lights Books, 1997), Tau (City Lights Books 2008).
Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50, ο Λαμαντία πρωτοστάτησε στο κίνημα των Μπιτ, και καταχωρήθηκε ως ένας από τους Μπιτ ποιητές. Ηλίου φαεινότερο πως ο χαρακτηρισμός Μπιτ ήταν πιο συγγενικός με την ζωή και το έργο του - καθώς το υπερρεαλιστικό στοιχείο που χαρακτήρισε την ποίησή του, από την δεύτερή του μόλις ποιητική συλλογή συνεργάστηκε άψογα με τον «μεταμοντέρνο εξπρεσιονισμό» και την βιωματική θρησκευτικότητα (τα στοιχεία που οριοθέτησαν την γραφή των Μπιτ). Από τα νεανικά του χρόνια επίσης διατεινόταν πως ήταν καθολικός και εξέφραζε την προτίμησή του στο τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου ως το τέλος της ζωής του. Την πρώτη φορά που η ποίηση συναντήθηκε ζωντανά με την Τζαζ στην πόλη της Νέας Υόρκης, την βραδιά της 19ης Νοεμβρίου του 1957, ο Φίλιπ Λαμαντία ήταν παρών και βρέθηκε πάνω στη σκηνή της γκαλερί Brata, στο πλάι του Τζακ Κέρουακ, του Χάουαρντ Χαρτ και του Ντέηβιντ Άμραμ.
Η φήμη του ξεπέρασε από πολύ νωρίς τα αμερικάνικα σύνορα, σε αντίθεση όμως με την κυκλοφορία μεταφράσεων του έργου του, οι οποίες πρωτοκυκλοφόρησαν στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 στην Γαλλία. Το κείμενο του, που έφερε τον τίτλο «The Crime of Poetry» περί αισθητικής και δυναμικής της υπερρεαλιστικής ποίησης, θεωρείται δικαίως ως ένα από πλέον εύστοχα και χαρακτηριστικά κείμενα του είδους. Μετά από αλλεπάλληλες ταξιδιωτικές αναζητήσεις και πειραματισμούς στον χώρο της μεταφυσικής και των ψυχοτρόπων ουσιών, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καλιφόρνια, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Βιβλιογραφία του Φίλιπ Λαμαντία στα ελληνικά: Αυτόματος Κόσμος (Άκρον 2000), Ανθολογία Μπιτ Ποίησης (Ροές 2003), Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα (Ηριδανός 2007).


Γιάννης Λειβαδάς

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)