Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γιάννης Λειβαδάς: Στις τσαλάκες του σήμερα

Έρχεται ένα εφήμερο απόβροχο καθώς σκέφτομαι ότι πιο φιλικό: τον ποιητή. Το τέρμα του ποιητή που είναι ένα σπερματικό καταφύγιο – αφότου έχει από τις στοές των ορυχείων της αιματικής του συνδρομής αναδυθεί.
Λίγες μόλις σταγόνες που κατρακυλούν από τα μουσκεμένα πεύκα μπορούν να σου χαλάσουν τα σχέδια. Εσύ βάζεις όρια στην υποκρισία.
Κολλούν οι καπνοί μου πάνω στα υγρά τζάμια ενώ γνέφω στο πουθενά που έχω μπροστά μου με την μορφή μιας πόλης. Λυπάμαι, σου λέω, που ο έλληνας, ο ινδός, ο κινέζος, καταπλακώνονται από την αιθάλη νεοτερισμών και όχι από τον νεοτερισμό των γραφών. Όμηρος, Βέδες, Σούτρες, Λάο Τσε κτλ. Τους χρωστάμε να ξημερώσουμε με κάτι πιο φιλικό από τον ποιητή, την χώρα, τις στοές και τα σχέδια. Έχουμε όλα τα γούστα αλλά όχι ιδιότητες.
Έχουμε το νέο και το αμόλυντο μιας ταυτοσύνης που έχει μόνον ονειρικά ξεβραστεί στον μοντέρνο κόσμο μας. Εμείς αν κάποτε το θελήσουμε θα γίνουμε μοντέρνοι – μα οφείλουμε σοβαρά εγκλήματα στους παππούδες μας. Πρωτοπορία με Θάνατο.
Ποιητή, πρέπει να μην μπορεί κανείς να σε καλέσει. Να σε οδηγήσει κανείς.
Πίνω και καπνίζω βαρεμένος και ευτυχής με όλη την ευθύνη. Κρατήστε όλη την ευφροσύνη από της μάνας σας το βυζί.
Αρνούμαι κάθε συμμετοχή ή συγκατάβαση, προσφέρω μονάχα μια ανοχή.
Στα έξι βήματα στημένη.


26/10/2009

Γιάννης Λειβαδάς: "Κατά τον δαίμονά μου"

Δεν μπορείς να με οδηγήσεις πουθενά
Να με προσκαλέσεις κάπου
Έχω φύγει πολύ πριν

Είσαι μόνος γιατί
Και η μοναξιά σου σ’ έχει αφήσει
Συμφωνείς μόνο εκεί που η αλήθεια
Είναι ανόητη και αστεία
Η μόνη σου αλήθεια

Ποτέ δεν ήταν πολύ νωρίς
Βγήκα μπροστά
Για να τελειώσω τα πολλαπλά μου
Πρόσωπα

Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα
Να με αλλάξεις
Να με φτάσεις
Παρά μόνο να είσαι στην ώρα σου

Χώνεψέ το
Οι εποχές πάνω στο δέρμα σου
Και μέσα στην ψυχή σου
Θα σε βοηθήσουν

Πιο μακριά απ’ όσο ελπίζεις
Κάτι έχω αφήσει

Αυτό σε καλεί
Εκεί.

Λίγα λόγια για την εκδήλωση «Kerouac & the Beats» στο Dasein / 23-10-2009

Ναι. Άλλη μία εκδήλωση• αλλά εκδήλωση προσωπικών συμφορών εν τέλει. Η προβολή του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ “What Happened To Kerouac?” θα μπορούσε να θέσει τις βάσεις για μία δημιουργική και αποδοτική συζήτηση, μετά την λήξη της, με τους ομιλητές οι οποίοι είχαν κληθεί να μιλήσουν σχετικά με το θέμα της εκδήλωσης. Η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Ίκαρος Μπαμπασάκης, κι εγώ.
Οι απαιτούμενες εστιάσεις είχαν τεθεί, λοιπόν, από το περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ. Η Σώτη Τριανταφύλλου η οποία πήρε πρώτη τον λόγο, απέδειξε για πολλοστή φορά την πλήρη άγνοιά της επί του θέματος κάνοντας αυθαίρετες και λανθασμένες αναγωγές, οι οποίες -ορθώς κατ’ εμέ- προκάλεσαν αντιδράσεις από ορισμένους παρευρισκομένους. Ο φίλος μου Ίκαρος Μπαμπασάκης έκανε μία προσπάθεια να φέρει την κουβέντα σε ένα μετριοπαθές πλαίσιο, η οποία όμως απέτυχε από την δική μου αντίδραση απέναντι στα λεγόμενα και των δυο, και την χρήσιμη, αν και λυπηρή, ταχύτατη αναχώρηση της Τριανταφύλλου.
Το πρέπον, ακολουθώντας την απαιτούμενη δεοντολογία, σ’ αυτήν την εκδήλωση, θα ήταν να μιλήσουν για το φαινόμενο των Beat και τον Jack Kerouac, εκείνοι που τους έχουν μελετήσει καλά και έχουν επίσης παράξει σημαντικό έργο: δοκίμια, σχόλια, δημοσιεύματα και μεταφράσεις επ’ αυτών. Συνεπώς, οφείλω να ομολογήσω πως οι μόνοι που έλειπαν από το πάνελ των «ομιλητών» ήταν ένας νευρολόγος, ένας γενικός παθολόγος κι ένας νταβατζής.
Κάποιες επισημάνσεις λοιπόν, θα ήταν παραπάνω από χρήσιμες: σκαιότητες, που δημιουργούνται τόσο από την άστοχη εκτίμηση της γραφής, όσο και από τον ακαδημαϊκό ή όχι, φενακισμό, που έχει κατακλύσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους εκδοτικούς οίκους και τους λοιπούς εμπλεκόμενους χώρους – όπως τόσο μελανά την κριτική. Τα τελευταία χρόνια, κατά κόρον, αναρμόδιοι επαγγελματίες και αδαείς σχολιαστές δημοσιεύουν σχετικά κείμενα. Είναι πασιφανής η ανάγκη των αρθρογράφων να αντλούν κάθε τόσο μία ισχυρή δόση ψευτο-αμφισβήτησης, εισπράττοντας τον ερεθισμό μίας ολότελα δανεικής παρέκκλισης από την βάρβαρη και άγονη ζωή τους. Πολλαπλά «αφιερώματα» και κείμενα για τους Μπιτ (οι οποίοι εξακολουθούν γελοιωδώς να χαρακτηρίζονται «μπίτνικς») πλημμυρισμένα από την χαρακτηριστική «μπιτνικίτιδα», ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, σύγχυση των Μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ ν’ ρολ, αγρεύσιμες και πλήρως αποπροσανατολισμένες νύξεις περί «αμερικανικού ονείρου» και τα συναφή.
Καλό θα ήταν λοιπόν αν κάποιος δεν έχει την απαιτούμενη προπαιδεία και δεν έχει μελετήσει το Μπιτ φαινόμενο, να καθίσει στα αυγά του και να τα βγάλει κόκκινα προς κατανάλωση το Πάσχα.
Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον οικοδεσπότη και υπεύθυνο του Dasein, για την φιλοξενία, την άψογη διοργάνωση και την φυσική του ευγένεια – η οποία παρεμπιπτόντως ήταν ότι καλύτερο συνάντησα στην χθεσινή εκδήλωση. Κατά τα άλλα: ένα χαρμόσυνο διδακτικό φιάσκο, όπως πάντα.

Γιάννης Λειβαδάς

Για τον Antonin Artaud /"B" της Ελευθεροτυπίας 23/10/09


http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=94876

"Αρτό σε λένε Αντονέν"

Μέγας αιρετικός, όντας μέσα στη δίνη ενός εκ των πλέον αιρετικών και ανατρεπτικών κινημάτων, του Σουρεαλισμού, ο Αντονέν Αρτό (1896-1948) διέγραψε μία απίστευτα εμπνευσμένη, ξεπερνώντας τα συνήθη λογοτεχνικά όρια, πορεία.

Συνώνυμο της λέξης «πρωτοπορία», ο Αρτό τράβηξε κυριολεκτικά την τέχνη από τα μαλλιά, την οδήγησε στον έσχατο βωμό της άρνησης κάθε προσδιορισμού, κάθε ταυτότητας και συγκατάβασης.

Ο Αντονέν Αρτό, ποιητής και θεωρητικός μίας νέας μορφής θεάτρου, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος, τοξικομανής, παρανοϊκός. Μα υπεράνω όλων ένας αγνός ανθρωπιστής. Η γραφή του είχε ως στόχο να καταστρέψει όλη την επικοινωνιακή δομή και να φέρει στη θέση της το tremens μιας άμεσης σπλαχνικής εμπειρίας.

Ο Αρτό γεννήθηκε στη Μασσαλία. Από πολύ μικρή ηλικία εμφάνισε δείγματα κακής υγείας. Στην ηλικία των τεσσάρων ετών προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα. Μεγαλώνοντας του διέγνωσαν νευραλγία και περνούσε μεγάλες περιόδους κατάθλιψης. Οντας έφηβος οι γονείς του (η μητέρα του είχε ελληνικές ρίζες) αναγκάζονταν να τον διατηρούν έγκλειστο για πολύ μεγάλα διαστήματα σε διάφορα σανατόρια. Στην επιστράτευση του 1916 ο Αρτό απαλλάχτηκε ως υπνοβάτης. Σχολεία του αποδείχτηκαν όλα εκείνα τα ψυχιατρικά ιδρύματα μέσα στα οποία εμβάθυνε στο έργο του Ρεμπό, του Μποντλέρ και άλλων ιδιαίτερα σημαντικών ποιητών. Το 1920 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σχετίστηκε με το σουρεαλιστικό κίνημα, στο οποίο εισχώρησε και επέδρασε καταλυτικά, και για τον λόγο αυτό -δεδομένης και της αντίθεσής του στη σχέση του κινήματος με το Κομμουνιστικό Κόμμα- αποβλήθηκε ηρωικά λίγο αργότερα.

Το 1948 διαγνώστηκε πως είχε προσβληθεί από καρκίνο και πέθανε την ίδια χρονιά από θανατηφόρα δόση ενός φαρμάκου. Η υπόνοια της αυτοκτονίας εξακολουθεί να τον συνοδεύει.

Ο Αρτό ταξίδεψε με σπασμένο μονόξυλο στον ωκεανό του γκροτέσκου μυστικισμού, των ουσιών και των πρωτοφανών σημασιών που κληρονόμησε ο ίδιος ρισκάροντας στη διανόηση, στην έρευνα και στη δημιουργία - με φάρο και οδηγό, πάντοτε, την Πνευματική Απελπισία. Δημιούργησε ένα εξαιρετικά πρωτότυπο ποιητικό και πεζογραφικό έργο.

Την εποχή που οι «συλλογικότητες» έδειχναν πως, έστω και παροδικά, κατάφερναν τη δυνατότητα μιας σχετικά σίγουρης και συμπαγούς έκφρασης χρήσιμων ιδεών, ο Αρτό κυριολεκτικά τα βρόντηξε απαξιώντας να συμμετάσχει σε κάθε τι «συλλογικό» που -όχι άδικα- πίστευε πως δεν ήταν σε θέση να εκφράσει κάτι ουσιωδώς συγκεκριμένο. Υπάρχει και μία συγγενική, με αυτόν τον σχολιασμό, κατάθεση του ιδίου: «... η διαφορά με τους σουρεαλιστές είναι ότι αυτοί αγαπούν την ζωή τόσο όσο εγώ την περιφρονώ...». Σχοινοβασία στο απόλυτο κενό και όχι μετα-ερωτικό μίσος, σαν εκείνο που αβγατίζει στα εκατομμύρια των εκδόσεων.

Ο Αρτό ήταν ένας, από τους μετρημένους στα δάχτυλα των δύο χεριών, εκφραστής της καθαρής επιθυμίας και της απόλυτης ελευθερίας στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ακόμη και στις μέρες μας παραμένει στην περίμετρο της λογοτεχνικής γεωγραφίας.

Τον Αρτό δεν μπορούμε να τον συνοψίσουμε με ασφάλεια, και αυτή είναι τρανή επιβεβαίωση της αξίας του. Αξιο τέκνο της Μούσας, με ταπεινότητα, πίστη και όραμα ανατινάχτηκε αυτοβούλως με τα εκρηκτικά που ο ίδιος είχε τοποθετήσει στα θεμέλια της δημιουργίας του. Δεν είναι λοιπόν ένας λογοτέχνης που αρκεί απλώς να τον θυμόμαστε, αυτό θα ήταν αστείο· μα και να τον μιμηθεί στην τόλμη κανείς μοιάζει πάλι απίθανο(;):

«Αναζητούσα ένα νέο έργο που θα αιχμαλωτίζει ορισμένα οργανικά σημεία της ζωής/ένα έργο/μέσα στο οποίο θα νιώθαμε ολόκληρο το νευρικό σύστημα/να φωτίζεται σαν πυρακτωμένη λάμπα/από δονήσεις/μια ομοβροντία/που θα καλούσε/τον άνθρωπο/ΝΑ ΕΞΕΛΘΕΙ/με το σώμα του/να αναζητά τη νέα του/μυστήρια και ακτινοβόλα Επιφάνεια στον ουρανό».

Μία μορφή έκφρασης της απόλυτης ανάγκης για επαναπροσδιορισμό των πάντων.

«Ενας κόσμος που μέρα νύχτα τρώει όλο και περισσότερο αυτά που δεν τρώγονται, για να φέρει σε πέρας την κακή του πρόθεση, δεν έχει παρά να το βουλώσει».

Γιάννης Λειβαδάς

21 Οκτώβρη - Ο Jack Kerouac


5:54/Ξημερώνει. Το καφενείο απέναντι ανοίγει με παστρικές κινήσεις. Βαριά πιωμένος από ώρες σκουντάω το ρολόι να προχωρήσει. Και προχωράει. 21 Οκτώβρη ανήμερα της κάσας του Κέρουακ. Οι φλέβες φουσκωμένες και το κεφάλι μου ανοιγμένο σαν λωτός που μπάζει.
Πάντα κάτι καινούργιο και άφταστο. Οι άνθρωποι είναι λάτρεις. Οι δυο τρεις ποιητές που υπάρχουν απλώς υπάρχουν. Καθώς και η αυγή έχει μπράτσα δερματόστικτα. Πολύ μεγάλο ειδικό βάρος και ακόμα δεν έγραψα τίποτα. Είπα να γράψω δυο αράδες για τον Κέρουακ. Δυο κουβέντες για το νεκροταφείο του Λόουελ. Είναι μέρα για κάποια αναγγελία. Είναι μια μέρα πέρα ως πέρα μια πέτρα ριγμένη σε ρηχό ποτάμι. Στην Ελλάδα τον Κέρουακ σαν ξέσκισαν σαν αντιδραστική αφίσα. Και τον ξανακόλλησαν με μίζερα μερεμέτια. Είχα λυπηθεί πριν από χρόνια, και λυπάμαι και σήμερα. Μα είμαι πάντα χαρούμενος με το γέλιο μιας μυλόπετρας.
Εύχομαι να μάτια σου για κάποιον λόγο να αστράψουν: Αν είμαι ξένος είμαι από μένα.
Γ.Λ.

Γ. Λειβαδάς: "Υπόλοιπο ταξιδιωτικού ημερολογίου"

Υπόλοιπο ταξιδιωτικού ημερολογίου

« … Αφαιρούμαι γιατί σκέφτομαι τη θάλασσα, το ταξίδι που ετοιμάζω για τη νότια Αμερική, τις μέρες που θα ακτινοβολούν αλλιώτικα από τη σημερινή και θα θυμάμαι στωικά τη Γαλλία και το Παρίσι. Το Παρίσι όπως σχηματίστηκε μέσα στο δικό μου κεφάλι – από το τέλος προς την αρχή.
Αυτό σημαίνει επιστρέφω, ναι, αλλά δεν γνωρίζω πού, όπως δεν γνώριζα και πού θα έφτανα. Άγνωστο ακόμη το σημείο απ’ όπου ξεκίνησα.
Τα όργανα κουρδισμένα κοντά στην έξοδο.
Χωρίς τη νύχτα δεν βλέπεις άστρα. Και κάποιες φορές το πιάνο δεν παίζει, μετράει την ώρα…
Διασχίζω τη Γαλλία λοιπόν. Montereau, Dole, Vallorbe (23:15), Le Day, μετά δεν θυμάμαι τίποτα. Αποκοιμήθηκα.
Το άλλο πρωί 10:49 είμαι στη Ρώμη και πίνω καφέ στο De Cicco Pino, λίγο πιο πέρα από τον κεντρικό σταθμό. Ωραία σκέπη με καμάρες.
Η Via Cavour και η κίνηση στους δρόμους εξακολουθούν να θυμίζουν. Μια ωραία μελαχρινή ιταλίδα κουνάει ασταμάτητα το πόδι της – τα νύχια της είναι βαμμένα σκούρα. Λίγο πιο πέρα μια συνομήλικη της τα έχει βάψει ολόλευκα.
Μα και ο αέρας μιας λάγνας αρχαιότητας: θα ψάξω για κανένα μπαρ.
Απομακρύνομαι, φτάνω στην πλατεία . . . . . . και αράζω στο απλό, τρομερά φιλικό περιβάλλον του . . . . . . που πέρα από το μελλοντικό του φως, λατρεύω τα παλιά πλαστικά του τραπεζομάντηλα που έχουν πάνω τους ροδάκινα, σταφύλια, πορτοκάλια. Κάτω από τα πόδια μου το πράσινο κάλυμμα που σκεπάζει την άσφαλτο. Δεν μου λείπει τίποτα.
Ευτυχής καπνίζοντας στον ίσκιο μου. Μέσα σε πέντε λεπτά κλείνουν οι δρόμοι, οι οδηγοί εξοργίζονται και πατούν ασταμάτητα τις κόρνες. Κάποιο αριστερό κόμμα διαδηλώνει: όπως συνηθίζω να λέω: παρελαύνει με σφυρίχτρες και φαιδρά πανό και φωνές.
Ταΐζω τα σπουργίτια, τουλάχιστον δέκα, γύρω από τα πόδια μου, με το σνακ της μπύρας. Τρελαίνονται για το σνακ κι εγώ τρελαίνομαι γι’ αυτά. Στο τέλος της πορείας ακολουθούν δύο καθαριστικά οχήματα του δήμου. Σκληρή ηθική στον καύσωνα. Θυμάμαι τον Brotzmann. Και κάτι ακόμα, τα όμορφα μάτια μιας γυναίκας…»

Συνέντευξη του Γιάννη Λειβαδά στον Νίκο Πετράκη:

Ε: Πριν ξεκινήσουμε θα θέλατε να πούμε κάτι σχετικό με τις εκλογές;

Α: Όχι, εκτός και αν θέλετε να με ρωτήσετε κάτι.

Ε: Ψηφίζετε;

Α: Όχι.

Ε: Αυτό σημαίνει πως είστε απολιτικός;

Α: Σημαίνει πως δεν υπάρχει κάτι, κάπου, για να το ψηφίσω. Είμαι φιλελεύθερος αναρχικός και εξίσου αντι-δεξιός όσο και αντι-κομμουνιστής.

Ε: Αυτό επηρέασε ποτέ τα θέματα ή τον τρόπο της γραφής σας;

Α: Για ποιον λόγο θα μπορούσε να συμβεί αυτό;

Ε: Εσείς πρέπει να ξέρετε, εγώ απλώς σας ρωτώ.

Α: Ο τρόπος ζωής ναι, είναι ας το πούμε κάπως επηρεασμένος ή σοβαρά επηρεασμένος, τίποτε άλλο. Αλλά η ποίηση δεν έχει θέμα, όπως το λέτε. Δεν έχω γράψει ποτέ μου κάποιο ποίημα με «θέμα». Αυτό θα ήταν ανόητο από την πλευρά μου.

Ε: Τότε; Τι γράφετε; Ή μάλλον, για τι γράφετε; Είστε σίγουρος; Ποια μπορεί να είναι τότε η ουσία ενός ποιήματος;

Α: Απλώς γράφω τον τρόπο που γράφω, η ουσία ή το θέμα του ποιήματος ανήκουν αποκλειστικά στον αναγνώστη. Αυτός θα το δημιουργήσει.

Ε: Υπονοείτε συνεπώς ότι ο αναγνώστης κάνει το ποίημα «ότι θέλει;»

Α: Ακριβώς.

Ε: Τότε κ. Λειβαδά, ποιος είναι ο δικός σας ρόλος, σαν ποιητής, σαν δημιουργός;

Α: Ο ποιητής είναι ένας διασαλευτής, οπότε αν είμαι πράγματι ποιητής είμαι κι εγώ ένας διασαλευτής.

Ε: Έχετε άλλα ενδιαφέροντα εκτός από την γραφή;

Α: Πάθη ναι, ενδιαφέροντα όχι.

Ε: Όπως;

Α: Να έχω πάθη. Και να έχω πάθει. Καταλαβαίνετε….

Ε: Ναι, αλίμονο. Οι μεταφράσεις;

Α: Οι μεταφράσεις είναι κι αυτές ποίηση, αλλά από την ανάποδη. Όταν μεταφράζεις, ακριβώς όπως συμβαίνει και όταν γράφεις ο ίδιος ένα ποίημα, πρέπει διαρκώς να ξεχνάς αυτό που ξέρεις, να μην φιλολογήσεις, να μην βασιστείς στο υποκείμενο της σκέψης – η συνείδηση είναι μία εκ γενετής παραίσθηση.

Ε: Ναι, αυτήν σας την φράση την είδα κάπου στο ιστολόγιό σας.

Α: Δεν είναι δική μου φράση, είναι του Σαντράρ.

Ε: Φαίνεται πως έχετε δεχθεί πολύ βαθιές επιρροές απ’ αυτόν.

Α: Όχι, μόνο μία, αυτήν που μόλις προανέφερα. Θες απ’ αυτό;

Ε: (με σερβίρει) Τι είναι;

Α: Παστίς, γαλλικό, να βάλεις μέσα και παγάκια.

Ε: Ευχαριστώ.

Α: Παρακαλώ.

Ε: Ωραία γεύση, μοιάζει με ούζο.

Α: Ναι, ένα ούζο αιθέριο, θα έλεγα ερωτικό.

Ε: Αν δεν κάνω λάθος ζείτε από τις μεταφράσεις;

Α: Ναι, σε μεγάλο βαθμό. Νιώθω ικανοποίηση απ' αυτό, αν και υπάρχουν κάποια μελανά σημεία, δυστυχώς. Ορισμένες απ' αυτές ταλαιπωρήθηκαν από άστοχες παρεμβάσεις και δουλειά του ποδαριού από τους επιμελητές και το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Υπάρχουν δυο-τρία τέτοια παραδείγματα. Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Γενικότερα όμως οι μεταφράσεις πηγαίνουν καλά. Τις χαίρομαι.

Ε: Ζείτε μόνος εδώ;

Α: Ναι, είναι προτιμότερο. Ταξιδεύω και μόνος. Αλλά δεν είμαι ποτέ μόνος. Έχω κάποιες ψυχές μαζί μου.

Ε: Τόση ώρα σας κοιτάζω και δεν μπορώ να καταλάβω αν είστε πολύ χαρούμενος ή πολύ θλιμμένος...

Α: Είμαι κάπου μέσα ανάμεσα, αλλά αυτό μετριέται σε βάθος.

Ε: Αυτό έχει σχέση με τον Βουδδισμό;

Α: Πού να ξέρω;

Ε: Γράφεται πως είστε βουδδιστής, γι’ αυτό σας ρωτάω.

Α: Κοιτάξτε, είμαι βουδδιστής λόγω του Βούδδα και των γραφών, όχι λόγω του Βουδδισμού. Δεν πρέπει μόνο «να σου κόβει» που λέμε, αλλά πρέπει «να κόβεις» κιόλας, εσύ, ο ίδιος. Η πίστη είναι μια κατάρα σχεδόν το ίδιο επικίνδυνη με την ποίηση. Απέχουν ελάχιστα.

Ε: Η ποίηση όμως είναι και η χαρά της δημιουργίας. Ο ποιητής είναι προικισμένος με αρετές, θετικές νομίζω, έτσι δεν είναι;

Α: Ναι, αυτό μου αρέσει… ο ποιητής χαίρεται, οπωσδήποτε, αυτό είναι για μένα παραπάνω από σίγουρο αλλά και πάλι έχει να κάνει με το «βάθος» που λέγαμε… Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν μόνον οι ποιητές, όχι οι κλαψιάρηδες. Σε ενοχλεί να καπνίσω;

Ε: (-Όχι). Εννοείτε λοιπόν, για να καταλάβω, ότι οι ποιητές είναι πάντα χαρούμενοι; και ότι όποιος δεν είναι χαρούμενος δεν είναι ποιητής; Αυτό φαίνεται να λέτε.

Α: Ποτέ δεν το είπα αυτό. Ούτε το έγραψα. Αυτό που λέω είναι πως ο ποιητής έχει ξεπεράσει τα όρια του φαινομενικού, της ηλιθιότητας που προκαλεί κάθε επίγνωση και έχει φτάσει σε έναν ακατανόητο πολλές φορές παροξυσμό ευδαιμονίας. Αλλά αυτό είναι ακατόρθωτο να το συλλάβει κανείς αν δεν είναι ποιητής.
Ξέρετε, υπάρχει γενικότερα ένα πρόβλημα: αν προφέρεις την λέξη "ποίηση" αμέσως έχουν όλοι μία εμπεριστατωμένη άποψη - δηλαδή νομίζουν πως έχουν. Αν όμως προφέρεις την λέξη "κβαντοφυσική" θα παραμείνουν όλοι βουβοί. Αυτό είναι κατάντια, βαρέθηκα να το λέω. Από πού αντλεί κανείς την αλήθεια της ποίησης ώστε να γίνεται εκφραστής της; Τους πληροφορώ πως οι κβαντοφυσικοί είναι πολλοί περισσότεροι από τους ποιητές σ' αυτή την πλάση.
Έχουμε αυτούς που λατρεύουν την γραφή, για τον οποιοδήποτε λόγο, όπως λατρεύει κανείς ένα ιερατείο. Όλα εντάξει ως εδώ, αλλά μόνο ο ιεροφάντης κατέχει. Συνεπώς για το μυστήριο γνωρίζει μόνο ο ιεροφάντης. Οι υπόλοιποι μπορούν να εκφέρουν την όποια γνώμη, σε πλήρη αντίθεση όμως με την μη-γνώμη του ιεροφάντη.

Ε: Μήπως είστε κάπως υπερβολικός με αυτόν τον, ας τον πούμε, διαχωρισμό;

Α: Υπερβολικός είναι μόνον αυτός που δεν είναι ποιητής, υπάρχει ένα ζήτημα ισορροπίας στην γραφή ξέρετε, το οποίο η πληθώρα όσων γράφουν το αντιμετωπίζουν σαν κάτι άλλο, οτιδήποτε – το αντιμετωπίζουν αντί να καταπιάνονται μ’ αυτό, αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά που κάνει την διάκριση, όχι αυτά που λέω εγώ. Το να αποζητά κανείς την δικαίωση γράφοντας, αυτό τον καθιστά αυτομάτως μη- ποιητή. Γι’ αυτό και επιμένω στην άποψή μου πως είναι καλύτερα να κρατούν ημερολόγιο και να αποκτούν φίλους. Καλούς φίλους. Αυτό θα έλυνε το πρόβλημα μια κι έξω. Αυτό ξέρεις μοιάζει με εκείνη την ανοησία ολκής με τον Αβραάμ. Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται… Ο Αβραάμ έπρεπε να προτείνει στον θεό του να τον θέσει στην απόλυτη δοκιμασία: να του αφαιρούσε κάθε ψήγμα δυνατότητας πίστης από μέσα του και να τον προκαλούσε να τον κερδίσει κατόπιν, σαν πιστό του. Ναι…

Ε: Αυτό έχει εφαρμογή στην ποίηση; Πιστεύετε σ’ αυτό;

Α: Αυτό κάνει ο ποιητής, τίποτε άλλο, αδιαλείπτως, σχεδόν μονομερώς. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Χαλιμά.

Ε: Σας ευχαριστώ.

Α: Να είστε καλά.

Με αφορμή το δημοσίευμα των London Times : Out of the waste land: TS Eliot becomes nation's favourite poet (9/10/2009)

Γράφω επίσης αυτό που σου λείπει – ακριβώς γι’ αυτό δεν με διαβάζεις. Αλλά διαβάζεις, ίσως πολύ. Όταν αναζητάς γιατρό, παίρνεις γνώμες, έχεις ανησυχία, να καταλήξεις στον καλύτερο – μα όταν αναζητάς ποιητή κάνεις αλλιώς. Η υγεία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου, και ορθώς.
Οι Άγγλοι λοιπόν ανακοίνωσαν τον Τ.Σ. Έλιοτ ως αγαπημένο εθνικό τους ποιητή. Θα ψήφιζαν τον Ουίλλιαμ Μπλαίηκ αλλά αυτός ήταν και Πυγμαίος. Δεν γινόταν να έρθει πρώτος. Και αυτό μου θύμισε τις ρεκλάμες: «η ποίησή του είναι σκοτεινή, εξακολουθεί να είναι δυσνόητη, αψεγάδιαστη, εσωτερική…». Χρειάζονται επειγόντως γιατρό και όχι ποιητή.
Δεν αντιλέγω πως ο Έλιοτ έχει γράψει ορισμένα πολύ καλά ποιήματα, και πως η Ελλάδα λόγου χάρη, τον έχει περισσότερο ανάγκη απ’ όσο έχει ανάγκη η Αγγλία κάποιον Έλληνα ποιητή. Αλλά αυτό είναι δικό μας εξάνθημα – όχι της Αγγλίας.
Νομίζω πως χρειάζεται παραπάνω χιούμορ απ’ όσο νόμιζα, για να αντιμετωπίσει κανείς αυτήν την κατάσταση. Έρχομαι να συμφωνήσω με την ατάκα της Βασιλομήτορος της Μεγάλης Βρετανίας, που ξεστόμισε γελώντας όταν άκουσε τον Έλιοτ να της απαγγέλει ζωντανά: «αυτός ο σκυθρωπός με το κοστούμι»…

Από το σημειωματάριο

Μέσα του Οκτώβρη μια συννεφιά σαν τσίκνα δίχως μυρωδιά από κρέας. Σήμερα έμαθα πως κάποιος βούτηξε στον Σηκουάνα ακριβώς εκεί που κάποτε είχα διαλέξει να βουτήξω. Μα εκείνος δεν ξαναβγήκε. «Εκείνα τα πυκνά χορτάρια που αόρατα κυματίζουν βαθιά στην κοίτη του ποταμού, δεν θα σε αφήσουν να φύγεις άμα το ξανασκεφτείς…»
Είμαι αυτός που δεν ξαναγάπησε. Και δεν θέλει καν γράφει γι’ αυτό. Κοιμάμαι ακόμα κάτω από κείνη τη γέφυρα. Και σηκώνομαι από τη γέφυρα εκείνη. Όταν με ακούσεις να γελάω -γελάω δυνατά- θα ακούσεις κι άλλα πράγματα από κάτω. Κάτω από το γέλιο της γλώσσας που δεν μιλώ.
Όταν δεν μπορώ ο ένας, στέλνω τον άλλον. Και γυρίζει πάντα πίσω. Και όλα αυτά δεν τον αφήνουν να το ξανασκεφτεί. Έχω φίλους, πολλούς φίλους, που είναι φίλοι μαζί μου. Και με ακούν όταν γελάω, κι όταν γράφω.
Πρέπει κάποτε να μου πεις αυτό που θέλεις. Παραμένω και οι δυο.
Πάψε να κάνεις πια την ανήξερη – κάνε κάτι μεγάλο.


Γ.Λ.

Γιάννης Λειβαδάς: "ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ-ΜΠΙΖΝΕΣ-ΣΦΙΓΞ" / 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟ FLORAL


Mάζωξη για να γιορτάσουμε την έκδοση "ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ-ΜΠΙΖΝΕΣ-ΣΦΙΓΞ" που τείνει προς εξάντληση των 1500 αντιτύπων της. Απομένουν 190 αντίτυπα τα οποία θα πωλούνται στην μάζωξη. Μία βραδιά με μουσική και ποτό στην αίθουσα του Φλοράλ. Για το έργο του ποιητή θα μιλήσουν οι: Σωτήρης Παστάκας (ποιητής) και Γ.Ι.Μπαμπασάκης (συγγραφέας).
Τιμά μας η παρουσία όλων σας. Να είστε εκεί.

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)