Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Graffiti Kolkata Broadside /no.3

http://api.ning.com/files/MPshmX4ldZ0sEauHhybRr20p-7T*xxQkvPhLKkIW2EAl*M5*CkWDUtK8vR2J2B8hO6J*8tDgpIMOdFUtAdMzEoZ2n*5g7eaF/brd3_jpeg_web.jpg

Erik Vatne, Joseph Goosey, Andy Clausen, Yannis Livadas, Onitsura.

Γιάννης Λειβαδάς / La bouche rien

La bouche rien
οστεώνει τα της σαρκός δεδομένα απραγμάτευτα
όταν πια και όταν δεν είναι ποτέ νωρίς
λες και η κοροϊδία στα παίρνει ποτέ από λίγο
όπως κουρεύονται τα γλαφυρά στον σβέρκο

στους φαύλους αξίζουν χριστούγεννα
στο μάτσο ετούτων των στυλών ανάποδα γυρισμένων
μες στην παλιά κονσέρβα
της χρήσης η παλάβρα

οι συνοικίες παρά μόνο πλάι σε συνοικίες –
ευαισθησίες σε καβάλησαν και θες να πεις πολλά
δες πρώτα τα μουράγια μες στο στόμα μου
για κατρακύλα.

Yannis Livadas - Internal Lights (2003)

INTERNAL LIGHTS

This is the habit of writing a poem
The night before christmas
Trapped for some times in the trap
Of conclusion drinks his own blood
With Dex Gordon a dirty chair
And smoking butts -

Alas to this emotional isolation
He feels a little happy when he feels a little
Dizzy a little happy for only a moment
For long years
With this dissolving habit
A little sadder with this
Firmly taken-away chest of groans;
Notes dancing with the dust on the floor
He grasps the hand of the chair
With the grasp of the ocean
His lips open and close silence
As if there is such thing as silence

He’s so sorry for memories
But it’s the habit of writing a poem
(he will write again now)
The world secures by turning off the lamps
He has the night for cloth
And darkness for
Internal lights.

V. Lefevre - Γ. Λειβαδάς "Πόδια πάνω στο τραπέζι"

καταστρέφω ποίηματα απαγγέλοντάς τα
είναι κι αυτό μια βροχή
αρκεί να μην φέρεσαι παράξενα
να μην φέρεσαι τίποτα
υπερέχει η εξάρτηση απ' το μελάνι
είμαστε συγγενείς του
κάτι ξέρουν οι κροάτες και σε τύπωσαν
κάτι ξέρει η γαλλία για σένα
κάτι γνωρίζουν όλοι για όλους μας
αυτό μην το γράψεις με κεφαλαία
θα βάλω πόδια πάνω στο τραπέζι.

11/12/2009

Mets/ 11-12-2009 two photos by Victor Lefevre. During a morning conversation about Blaise Cendrars.

















"αν κάποιος ξεφύγει από την επιρροή του Cendrars έχοντας δημιουργήσει επιρροή, τότε έχει καταφέρει σχεδόν τα πάντα..." (από την πρωινή κουβέντα).

Γιάννης Λειβαδάς "Γυρίζοντας ηφαίστεια ανάποδα" (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=111069

Εχω επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη, πίνω καφέδες, για να φύγει απ' το κεφάλι μου ο νυχτερινός ύπνος του τρένου. Τελευταία για πολλοστή φορά· μ' εκείνη τη δροσιά μέσα στο στήθος που ανταριάζει. Μπορώ να το αφήσω να περάσει, αλλά προτιμώ να γράψω κάτι.

Χειλάκια των κοριτσιών φτιαγμένα απ' τον Φα Πρέστο ή κάποιον που τον μιμείται περίφημα. Η πόλη ορθωνόταν μέσα από μαλλιά που κάποτε χάιδεψα. Οι καπνοί και οι σιγανές κουβέντες στο ξενοδοχείο «Πέλλα». Οπου δεν ξαναπήγα.

Είναι να αναρωτιέσαι για πράγματα, αλλά και να μην αναρωτιέσαι. Ομορφα ποτήρια, που διακοσμούνται από τα απομεινάρια του αφρού. Τα χέρια μου βαριά, σαν ένα τάνκερ, που προσεγγίζει του Μαγγελάνου το Πέρασμα. Συγκλίνοντες αποδεκατισμοί, γεροντότεροι και νεότεροι ποιητές.

Τα ξεχασμένα έχουν παραγίνει: όλες οι πέτρες κείτονται, εκτός από 'κείνες που παρατηρεί ο σκύλος να εκτοξεύονται από τα χέρια του αφεντικού του. Ο σκύλος δεν μπορεί να πετάξει πέτρες. Γίνονται τόσες πλάκες, αλλά συμμετέχω μόνο στις ταφόπλακες.

Η ποίηση είναι δικαίωμα όλων, αλλά δεν υπάρχουν πια άνθρωποι με δικαιώματα. Αχανές ορνιθοτροφείο.

Είμαστε η αφίσα του χρόνου. Και ψεύδομαι ασύστολα, που χρησιμοποιώ πληθυντικό. Καταλαβαίνεις, φίλε μου; Η απουσία είναι έγκλημα, που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ: είναι σαν αυτό: η απουσία του Τσάρλι Πάρκερ στα εργοστάσια που κατασκευάζουν σαξόφωνα.

Το μήνυμα προς την Αθήνα για κάτι που ακολουθεί λίγο πιο κάτω: Είναι να είσαι συκοφάντης όσων σε καθιστούν μικρό και βγαίνεις μπροστά να τα πλασάρεις με μια υπογραφή που αξίζει όσο μια σβουνιά από ένα γιακ στα Ιμαλάια. Μιλήστε, λοιπόν, μιλήστε και ευφραίνεστε με όλη την αυτοπάθεια του καθρέφτη και της άγνοιας που σας διακατέχει.

Στη Θεσσαλονίκη συνάντησα ανθρώπους που και μόνον η ανταύγεια του κεριού της ψυχής τους θα μπορούσε να φωτίσει μια ολόκληρη συνοικία.

Στην εκδήλωση για την Απτερο Νίκη έγινε ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Παροξυσμοί μηδέν. Είδα ανθρώπους που μπορούν να σέβονται και, αν το θελήσουν, να καταστραφούν δίχως να διατυμπανίσουν ένα κλαψιάρικο ξεφωνητό. Ξέρουν να υποφέρουν, γιατί υποφέρουν κυρίως για τους άλλους.

Στο βιβλιοπωλείο «Σαιξπηρικόν», που καθόμουν, εμφανίστηκε και μια φυλλάδα της αθηναϊκής υποκουλτούρας, με ένα αφιέρωμα στους Μπιτ, «Γιατί να τους διαβάζουμε σήμερα», αλλά προς Θεού, γράφουμε μια ανοησία να περάσει η ώρα, από αύριο ξανά στα καθ' ημάς... Και ως κορωνίδα ένα αστείο κείμενο, γραμμένο από ένα δύσμοιρο πόδι, που έχασε για πάντα το όνειρό του να κάνει την πιρουέτα «ψαλίδι» σ' ένα γαλλικό καν-καν... Ερχεται η αστική αντίδραση μιας νέας Αριστεράς, που έχει ως σπορ να συντηρεί την παραλογοτεχνία, και ανοίγει το στόμα της, για να μας πείσει πως εκφράζει και κάτι παραπάνω από δευτερεύουσες σημασίες. Επί χάρτου όμως, και επί θεσμών: το μηδέν και ο έλεγχος.

Σήμερα έχω πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα ενός δοκιμίου που έγραψε ο φούρναρης της γειτονιάς μου, για τις μορφολογικές συνιστώσες των αξιακών διαμελισμών στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Κατέχει από πρώτο χέρι. Βέβαια, κλέβει πάντοτε στο ζύγι και υποστηρίζει πως κατέχει καλά τις λύσεις για τα δεινά της κοινωνίας. «Οι συγγραφείς που μας πλασάρουν τα λαμόγια, έχουν πικρίσει ως και ψωμί».

Ευτυχώς που η Θεσσαλονίκη δεν φαίνεται να υποφέρει τόσο.

Πρέπει να ξέρεις, mademoiselle, πως εσύ έχεις ανάγκη την κουλτούρα, η κουλτούρα δεν έχει ανάγκη εσένα.

Δεν το αντέχεις να υπάρχουν άνθρωποι που γυρίζουν ηφαίστεια ανάποδα σαν ποτήρια και καταπίνουν τη λάβα.

Γιάννης Λειβαδάς - Οι βρόντοι και οι άσσοι της ενάργειας.

Μοιάζει χειμώνας και λέω επιτέλους. Μετά τα μεσάνυχτα μπαίνω στο σπίτι και τινάζω από πάνω μου την βροχή που έξω πέφτει στριμωχτές βελόνες.
Το σπίτι μυρίζει λεμονόφλουδες (παραγγέλνω σχεδόν καθημερινά χοιρινές μπριζόλες οι οποίες συνοδεύονται πάντα από δυο μεγάλες φέτες λεμονιού). Αλλά είναι και μια μυρωδιά που λείπει. Ανάβω αμέσως ένα τσιγάρο και πηγαίνω στην μπαλκονόπορτα να χαζέψω την βροχή. Τις βελόνες. Χτυπούν τατουάζ σ’ όλη την άσφαλτο την αίσθηση του χαμού ολονυχτίς.
Δεν έχω λόγο για να γράψω, μα γράφω για την δικαιολογία του «γράφω», κάπως σαν να λέμε την δικαιολογία του «είμαι». Κάθομαι λοιπόν και το κάνω. Το μυαλό μου έγινε υδράργυρος. Από πότε… το τότε.
Οι φλέβες στα χέρια μου Σηκουάνες και Λίγηρες. Και απανωτά περάσματα του Γιβλαρτάρ όταν το πλοίο σκοντάφτει σε κάποια αχαρτογράφητη ξέρα συνείδησης, και τα λοιπά. Οι ρυτίδες κάνουν τον ανήξερο. Από τους στύλους του Ολυμπίου Διός ως το διαμέρισμα που μένω περνά σαν σίφουνας κάθε νύχτα κάποιος τελειωμός. Η άνεση που νιώθω όμως μες στα ρούχα μου μοιάζει ακατανίκητη. Κολόνια, μαύρο πουκάμισο όπως πάντα, μαύρο παντελόνι όπως πάντα, το στήθος πίσσα όπως πάντα, η ανάσα φύσηγμα για την ρότα του Μπουκενβίλ – κι έχει δρόμο ακόμα.
Δεν έχω να γυρίσω, εκτός κι αν είναι ανείδωτο μέλλον.
Ετούτος ο τόπος είναι δαγκωμένος άσχημα και με περνά για κοφτερό δόντι. Για τούτο και τα αίματα που φτύνω απανωτά.
Μετά από τόσα χρόνια συνειδητοποιώ πως έχω τόσα πολλά πράγματα. Τριγύρω μέσα στο σπίτι αφημένα, με τάξη και άτακτα. Είναι ήδη γεμάτο χωρίς εμένα. Με τον ίδιο τρόπο που τα πάντα συγκλίνουν στον απώτερο σκοπό τους χωρίς εμένα. Παρόλα αυτά έχω αφήσει αποτύπωμα. Με χέρια, με πόδια, με δόντια, με σωθικά.
Καταστρέφω την αυθόρμητη ροή της γραφής, κάνοντας μία παύση, δυο παύσεις, που αφορούν τα πάντα. Δεν έχω καμία όρεξη να πιαστώ στο δόκανο της γραφής. Υπερέχω ασήμαντα. Αυτό να ξέρεις. Και σε συμβουλεύω, τώρα που μιλώ απ’ έξω προς τα μέσα, να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Το άδικο. Παράτα όλα τα πατρόν, και τραβήξου μέσα στην αναστάτωση – σε όλα, παντού.
Τελειώνω, όπως στην ζωή: απότομα.
Πάνω απ’ όλα επιθύμησα εσένΑ.

Γιάννης Λειβαδάς: Κέφια από ένα ταξιδιωτικό σημειωματάριο

Ταξιδεύοντας με το Beni Ansar
έχω στο νου μου πράγματα
που ταξιδεύουν
πιο εύκολα από μένα

είμαι κόκαλο και ζωγραφίζω
φράσεις πάνω στο κατάστρωμα

συνεχίζω σκίζω
πάμε λέω

αυτά τα πλοία είναι και κάτι
άλλο σαν
καταφέρνουν να χωρέσουν
μια σκέψη που κάνω
πως κάνω

(την ίδια στιγμή:)
μια μικρούλα σουλουπώνει
το σουτιέν της
από μέσα η σβούρα του στήθους της
και πιο μέσα ένας
καθεδρικός του ονείρου

μας σπρώχνουν
στο μαρόκο
πορεία με κρανίο ανάποδα

με τραβάει ένας γλάρος
από το μανίκι
αυτό δεν θα γίνει
πιστευτό από κανέναν

όλα από κάπου βγήκαν
του άλλου
του παράλλου

και μόνο που το σκέφτεσαι
το χαλάς
άνθρωπέ μου.

Γιάννης Λειβαδάς - Αντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον / Ελευθεροτυπία

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=108133

Λέμε τόσα πολλά και καταλαβαίνουμε τόσα λίγα. Χωρίζουμε και χωριζόμαστε με άλλους, και με την ιστορία, με τα γραπτά. Με όλα. Και ο Ομηρος παραμένει ακλόνητος στη θέση του. Μετά απ' αυτόν λογαριαζόμαστε με τον Αρχίλοχο. Που ήταν ο πρώτος μοντέρνος ποιητής.

Και εδώ, για μας, ποιητές και μη, ο Αρχίλοχος είναι μια βαθιά χαραγμένη γραμμή ακριβώς στο όριο που το ελληνικό μας κενό χάσκει από την ανάγκη μιας συνέχειας μεγάλης και βαθιά ανθρώπινης. Λέμε πολλά και θα συνεχίσουμε να λέμε ακόμη περισσότερα. Δεν είχαμε εξάλλου ποτέ μας ασπίδα για να τη χάσουμε. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί κανείς, εξοστρακισμένος από τις δήθεν αγαθότητες μιας τραγικά μεγάλης και πνιγηρής αλαλίας αρκετών αιώνων, να κατανοήσει ξαφνικά τι; Πως κανένας δεν μπορεί δεν κάνει κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένος. Ας κάνουμε μια επαλήθευση στην πράξη αυτή λοιπόν.

Κάθομαι εδώ στο μικρό μου γραφείο και λέω στον εαυτό μου: «Ανθρωπέ μου, από τον Αρχίλοχο και ύστερα πέσαμε σε κενό αέρος, πιάσαμε ξανά πορεία (αν ήμουν άλλος θα έλεγα "με τον Σολωμό, τον Καβάφη", υπαρκτούς ποιητές, μα δεν είμαι...) με τον Γιώργο Μπάτη. Αυτόν τον τρομερό καλλιτέχνη. Και φαντάσου πως δεν είμαι και κανένας λάτρης του ρεμπέτικου».

Πώς μου ήρθε και τα είπα όλα αυτά;

Δεν πρόκειται να σας πω τι έγραψα στο σημειωματάριό μου, αυτό θα παραμείνει μυστικό μέχρι να πάρω επιτέλους μιαν ασπίδα όντας νεκρός. Προτιμώ να σταθώ πλάι σε όλα αυτά που σκέφτομαι και λέω σαν αναλφάβητος. Δεν γνωρίζω τίποτα, λοιπόν. Αδυνατώ, σε κάθε πεδίο και επίπεδο. Λυγίζω και ιδρώνω, κάμπτομαι και ύστερα από λίγο αναλαμβάνω. Αρνούμαι να δανειστώ αυτά που κατάλαβαν άλλοι πριν από μένα. Οι εξ αριστερών του Κυρίου καθώς και οι εκ δεξιών του αξίζουν μόνο την αδιαφορία - γιατί; γιατί πήγαν τάχα να ρίξουν φως στον Αρχίλοχο, καθώς και σ' αυτόν που πόνταρε τις αράδες του πάνω στο μπουζούκι. Λες και η ποίηση έχει ανάγκη από (του οποιουδήποτε) το φως. Μάλλον σκιές και σκοτάδι έχει ανάγκη. Και στο τέλος θα συμφωνήσεις, αγαπητέ μου άνθρωπε, όχι μόνο κατά βάθος αλλά και κατά ύψος - και θα πεις κι ένα τραγούδι: «Μηχανικός στη μηχανή / και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο / με τις φωτιές μαλώνει / Αγάντα θερμαστάκι μου / και ρίχνε τις φτυαριές σου / μέσα στο καζανάκι σου / να φτιάξουν οι φωτιές σου / Κάργα ρασκέτα και λοστό / τον Μπέη να περάσω / και μες του Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν' αράξω / Μα η φωτιά είναι φωτιά / μα η φωτιά είναι λαύρα / κι η θάλασσά μου τα 'κανε / τα σωθικά μου μαύρα».

Σηκώνομαι να χορέψω, αλλά δεν μπορώ. Χορεύει μέσα μου εκείνη και πιο μέσα χορεύω μέσα της εγώ. Πώς να μας φτάσουν τότε της δάφνης τα στεφάνια; Τόσοι πολλοί που είμαστε; Εκεί μέσα που είμαστε, εγκαταλελειμμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, κατατροπωμένοι πριν καν γδυθούμε για τη μάχη. Και μετά λέμε πως αγαπάμε τάχα και τις γυναίκες και ξέρουμε να ερωτευόμαστε. Φευ!

Εάν γνωρίζεις πρέπει να κοπιάσεις για να ξεμάθεις. Αν γράφεις πρέπει να γράφεις πως δεν γίνεται να γράφεις. Αν αγαπάς μπορεί να χρειάζεται να φύγεις. Πηγαίνει κάπου ο νους σας θαρρώ...

Μα είμαστε όλοι φίλοι πάνω απ' όλα και μέσα σ' όλα. Αλλά αυτό μάλλον δεν θέλουμε να το καταλάβουμε όλοι. Είμαστε εξίσου και εχθροί, μα αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε όλοι. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και την αντιστροφή, είναι το ίδιο πράγμα.

Να και κάτι από το σημειωματάριο που κρατάω και μπορώ μαζί σας να το μοιραστώ: «Σου ζήτησα να χωρίσουμε, εγώ που έβαζα όλα τα στοιχήματα... καταργώ λοιπόν τα πάντα για το πιο μεγάλο στοίχημα απ' όλα... Σ' αγαπώ ως μέλλον». Μπροστά σου πάντοτε μια θάλασσα. Πάντοτε μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη απ' αυτήν που άφησες πίσω σου.

Τι να μας πουν λοιπόν όλα εκείνα τα ενδιάμεσα. Βαυκαλίδια. Αναχώματα. Ο φόβος υπάρχει, μα εντέλει είναι ο πορφυρός μανδύας της καρδιάς. Μπορεί να γίνει και σημαία. Είμαστε και δεν είμαστε. Ο Αρχίλοχος τινάζει σε μια γωνιά την πιτυρίδα του. Μετράει τα ψιλά του. Γράφουν άλλοι γι' αυτόν τα βιβλία του. Και δεν το ξέρουν. Το κείμενο κλείνει από μόνο του. Εχω ραντεβού με τους πιο άγριους εχθρούς μου. Οχι μόνο σε περίοδο ειρήνης άξιοι λοιπόν. Και όχι μόνον ειρήνη. Η μακαριότητα είναι η μισή αρχοντιά, όχι ολόκληρη.

Αν η ποίηση περίμενε μονάχα από τις λέξεις θα ήταν χαμένη...

Γιάννης Λειβαδάς

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)