Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γιάννης Λειβαδάς / Καρτ Ποστάλ Από Τη Λισαβόνα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 16-10-2010)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=213866
Μια παρατεταμένη ανάδραση προερχόμενη από το φαινόμενο της διερώτησης του πόσο μυστήριος άνθρωπος είμαι, το οποίο εξαρτάται από το πόσο άνθρωπος είμαι, το οποίο τόσο ξεκάθαρα διακρίνεται καθώς αφήνω πίσω μου το λιμάνι της Civitavecchia, οκτώ του Αυγούστου, και εισέρχομαι σε μια θάλασσα που είναι προθάλαμος μιας θάλασσας που σε λίγες ώρες θα περαστεί, όπως κάθε αντιδιαστολή και επικύρωση διπλωμένη στα μακριά μου μανίκια που έχω ώς τον αγκώνα γυρίσει, σαν επιλεγμένη και καταχωρισμένη σε δρομολόγια ναυσιπλοΐας πορεία ανάμεσα από δύο νησιά.


Στο Μπελέμ στρώνουν ήδη ένα μοναχικό τραπέζι για μένα.
(Στη διάρκεια όλων αυτών ο πατέρας της θάλασσας λαγοκοιμάται μ' ένα στριφτό τσιγάρο να σιγοκαίγεται στο γερμένο του χέρι, που πάλλεται ανεπαίσθητα από τον σφυγμό του αίματός του.)
Εχει σηκωθεί σκοτάδι και τα αστέρια έχουν κάπως απρόθυμα ξυπνήσει, ενώ το φεγγάρι περιστρέφεται σαν το χρυσό κεφάλι μιας βίδας που δεν λέει να βιδώσει, για το σκότος που κρύβει το υπόλοιπο πονεμένο της ομορφιάς του, που είναι στην πραγματικότητα μια στρογγυλή τρύπα απ' όπου περνά απ' το σαλόνι του θεού, το φως. Κι εμείς λέμε, να το φως, το φως του φεγγαριού. Το πλοίο, για να μιλήσουμε σοβαρά επιτέλους, χαρακώνει και η θάλασσα ματώνει αφρούς που μοιάζουν με σαπουνόνερα. Ο καπετάνιος κουμαντάρει το πλοίο, αλλά ποιος κουμαντάρει τη θάλασσα.
Αρδεύω κατόπιν, με οδηγό την ακίδα, την οποία αδυνατεί το μάτι ορθά να παρατηρεί, την Ισπανία, και καταλήγω νωρίς το πρωί της ενδεκάτης Αυγούστου στη Λισαβόνα.
Καφετιά πλακάκια, γαλάζια πλακάκια, αμέτρητα πανομοιότυπα παράθυρα που δημιουργούν τείχη εσωτερικά και στενωπά μπαλκόνια - τα μικροσκοπικά τραμ, κόκκινα ή κοκκινωπά, ανεβοκατεβαίνουν και ο χώρος ανάμεσα στους Λισαβονέζους που περιφέρονται ή πηγαίνουν στις δουλειές τους είναι, με τον δικό τους μοναδικό τρόπο, πάντα μεγάλος. Λες και δεν γίνεται να συγκρουστούν κατά λάθος ή απρόσμενα σε κάποια γωνία ή όντας σκυμμένοι. Στη Λισαβόνα είδα τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο που περπατούν, όχι ακριβώς σκυφτοί, μα με το βλέμμα τους ίδιο σχεδόν μ' εκείνα τα δραματικά και ανήσυχα βλέμματα των ομοιωμάτων της Παναγίας και του Χριστού και της Παναγίας που κρατά τον μικρό Ιησού στην αγκαλιά, που πωλούνται σωρηδόν, και οι κάτοικοι της Λισαβόνας βάζω στοίχημα πως όλοι τους κάτι έχουν πάθει και δεν μπορούν να κοιτάξουν τον ουρανό, που ετούτη την ώρα με αμέτρητες συννεφένιες διακεκομμένες καμπύλες είναι πλημυρισμένος από την Alfama ώς πέρα ψηλά στα όρια του Bairo Alto, όπου κατευθύνομαι ποδαράτος για κάτι. Για να κατευθυνθώ ποδαράτος κάτω από εκείνα τα διακεκομμένα σύννεφα. Και άλλα, ιδού.
Περιστροφικές και ισόπεδες διανοίξεις και ανισόπεδες επίσης μέσα στους αιώνες και για μένα τον ξένο η Λισαβόνα είναι εξαίσια, παραθαλάσσια και συνάμα παραποτάμια άσπιλη μπουγάδα - σε κάποιο αναπάντεχα όμορφο σοκάκι βλέπω κρεμασμένα να στεγνώνουν στον δροσερό αέρα που φέρνει ο Ατλαντικός ακόμα και τα δικά μου ρούχα. Μέχρι να φτάσω στο τέλος του στενοσόκακου γυρίζω πίσω και ψηλά στην άκρη ενός τόσου δα μπαλκονιού η πορτογαλίδα μητέρα μου βγαίνει και μαζεύει τα ρούχα· στρίβει λίγο το κεφάλι της και μου φωνάζει να καθήσω φρόνιμος - βρίσκομαι πίσω της μέσα στο δωμάτιο, όντας τεσσάρων χρόνων και σχεδόν μπουσουλίζω, προσπαθώ να την τραβήξω από το φουστάνι, βλέπω τη μωρουδίστικη χούφτα μου να σφίγγει και να τσαλακώνει το μπεζ ύφασμα, στην κατσαρόλα γίνεται το κλασικό πορτογαλέζικο πιάτο, μπακαλιάρος με πατάτες. Η μποτίλια με το κόκκινο πόρτο στο κέντρο του τραπεζιού, ο πατέρας λείπει. Αυτή η ζωή μού φέρνει αφόρητη πλήξη, πρέπει να μεγαλώσω και να φύγω αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Στο πάτωμα αφήνω στίγματα του τετράχρονου ιδρώτα μου.
Αφήνω πίσω μου το σοκάκι και μπαίνω σ' ένα άλλο. Αλάνια με παρατηρούν υπολογίζοντας αν μπορούν να μου την πέσουν, μοιάζουν και πράγματι είναι κλεφτρόνια, κάνουν σοβαρούς υπολογισμούς, αλλά σταματώ ακριβώς μπροστά τους για να ανάψω το τσιγάρο μου, και αυτό τους μεταδίδει κάποιο απρόσμενο άγχος, βήχω βαριά, φτύνω λίγο πιο πέρα από πόδια τους και συνεχίζω ατάραχος.
Κάμποσα τετράγωνα πιο πέρα και περνώντας σε άλλη συνοικία βρίσκω το καφενείο που ζητάω και κάθομαι να ανταποκριθώ. Ενα απόσπασμα γεμάτο υπεραισθητή απάθεια. Κάθε μέρα η ζωή με εντάσσει στο νόημα· στο μοναδικό υπαρκτό νόημα, στο δικό της. Βάζω μια τελεία και αποφασίζω να στείλω το σημείωμα στην εφημερίδα. Εχω να κάνω τόσα. *

Γ.Λειβαδάς / Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί/ Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 9-11-2010

Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί

Λίγες κουβέντες προερχόμενες από το τράνταγμα και το έρμα· γραμμένες την αυριανή της άνοιξης (με την εξακολουθητική απέχθεια προς τον δοκιμιακό λόγο), ώστε να εκτεθεί ο υποφαινόμενος καθώς του πρέπει.
Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του κειμένου «Η Ποίηση και η Κατάσταση», οι άμεσες, όσο και οι έμμεσες αναφορές σε αυτό πλήθυναν. Τα σημαντικότερα από τα σημεία τα οποία θίχτηκαν στο κείμενο αυτό, επανεμφανίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από αρκετούς κειμενογράφους, που στην πλειονότητά τους θεωρούνται ποιητές.
Ανά περίπτωση τα στοιχεία αυτά από κάποιους κακοποιήθηκαν ή από την πένα κάποιων άλλων εμφανίστηκαν ως δικά τους πρωτότυπα. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του ομιλία και αναδεικνύει τη σημασία του, τη βαρύτητά του, δίχως τη βοήθεια ή την παρέμβαση κανενός.
Στο μεσοδιάστημα ουκ ολίγες αφορμές υπήρξαν ώστε να γραφτούν παρόμοια κείμενα. Ποιήματα όμως που να τεκμηριώνουν ανάλογα τις απόψεις που καταγράφτηκαν ως δοκιμιακός ή άλλου τύπου, λόγος, δεν προέκυψαν. Και αναρωτιέται κανείς πότε θα προκύψουν. Διότι η συγγραφή ενός κειμένου «δείκτη», ενός δοκιμίου για την ποίηση, γραμμένη από ποιητή, οφείλει προηγουμένως να εδράζει, υποχρεωτικά, σε ένα ποιητικό σώμα το οποίο έχει αποτελέσει τον φυσικό λόγο, το τεκμήριο, μέσω του οποίου εξασφαλίζεται ο δεύτερος (δευτερότερος) λόγος του κειμένου αναφοράς.
Παραμένει λοιπόν το μέγιστο χρέος να γραφτεί η ποίηση της οποίας ο χαρακτήρας και το ύφος εκφράστηκαν διά μέσου των κειμένων - ώστε να αποκτήσουν νόημα και αξία.
Τα πιο φοβερά χαστούκια όμως είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί.
Στην πλειονότητά τους εκείνοι που σήμερα γράφουν έχουν ξεχάσει το απολύτως βασικό: πως η γραφή είναι πάνω απ' όλα τέχνη, όχι κατάθεση. Κρίνοντας κανείς απ' αυτό θα διαπιστώσει πως δεν παράγεται και τόση λογοτεχνία. Παράγεται μία σταθερά μονοσήμαντη κατάθεση προσωπικών δεδομένων· είτε αυτά αφορούν αυστηρά τον γράφοντα ή μια αίσθηση που διαθέτει αποκλειστικά στον στενότατο κύκλο της ιδιωτικής του παθολογίας. Μιλάμε για ένα στημένο σκηνικό, ένα κύκλωμα που αναπαράγει τον εαυτό του, πατρονάρει πρόσωπα και φροντίζει να συντηρεί την ανεπάρκειά του. Αυτό δεν έχει ουδεμία σχέση με την τέχνη του λόγου.
Πανομοιότυπος είναι φυσικά και ο τρόπος προώθησης ή προβολής της ποίησης. Υπάρχουν διάφοροι κύκλοι, έντυπα, εκδηλώσεις, που κινούνται επάνω ακριβώς σε αυτή τη βάση. Ολα αυτά είναι προσποιήσεις, για να μη χρησιμοποιήσω πιο βαριά λέξη.
Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε λοιπόν, μήτε και κάποιο δημιουργικό ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική στήλη του ποιητικού σώματος ετούτης της δύστυχης χώρας. Απεναντίας, το ποιητικό σώμα αδιαφορεί παντελώς και παραμένει αμέτοχο.
Η ποίηση αντιπροσωπεύει τη δημιουργική προς το καινό [κενό] τάση, αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί η ίδια αυτήν τη διαρκή μετατόπιση, μεταστροφή. Καταστρέφοντας κάθε ενδιάμεση, σε σχέση με τη μέγιστη, εποπτεία· ώστε να καταστήσει τον ποιητή φυσικό της Επόπτη.
Στην ποίηση δεν υφίσταται παθητική στάση απέναντι στο παιχνίδι του απολύτου που προκαλεί την εμφάνιση της διαρκούς και αυτο-τροφοδοτούμενης (αυτοκαταστροφικής) συνθήκης των μύθων, των οραμάτων, των συμβόλων, των νοητών και των ιστορικών αξιών, της απόκρυψης και της αποκάλυψης και των υπόλοιπων στοιχείων, καθιστώντας τα υποχείρια και όχι αξίες της δημιουργίας. Μόνο ενεργητική στάση, δηλαδή παρεμβατική. Προώθηση και όχι διατήρηση.
Εάν δηλαδή η ποίηση είναι κάτι που αενάως μεταστρέφεται, αλλάζει, πώς να εξακολουθεί να φέρει, ανά περίπτωση, το όνομά της, εφόσον παραμένει κατ' έναν ή περισσότερους τρόπους στάσιμη;
Η αξία βρίσκεται στο σπάσιμο του ορθολογικού νάρθηκα, στην οξυμμένη επινόηση και τη διαίσθηση. Επιμένω όμως πως στα ποιήματα που βλέπω τριγύρω, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιγράφονται απλώς οι αφετηρίες από τις οποίες μπορεί να παραχθεί ποίηση - μα δεν παράγεται. Και αυτή η διαπίστωση θεωρώ πως βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με το φαινόμενο της «κατανόησης» της γραφής. Μόνο που η ποίηση δεν γράφεται για να την καταλαβαίνεις. Γράφεται γιατί είναι ποίηση. Γράφεται επειδή το θέλει. Ο αναγνώστης πρέπει μόνο να αποφασίσει αν θα είναι υπέρ της ή όχι, ώστε σαν συνέπεια να ακολουθήσει σε αυτήν η εντρύφηση.
Η κοινωνία καλλιεργεί μονομερώς τη λογική και όχι την ενόραση. Και η ποίηση είναι τάχα «χωρισμένη» στα δύο: σ' αυτήν που γράφεται ως επίγνωση και σ' αυτήν που γράφεται ως ενόραση. Είμαι απ' αυτούς που θεωρούν την ποίηση της επίγνωσης (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ανούσια και βαρετή. Γιατί ακόμη και φιλοσοφικά, αν θέλετε (προσωπικά δεν κόπτομαι), η επίγνωση είναι στην πραγματικότητα τελειωμένη. Αυτό που θα μπορούσε να τη σώσει, η Ανά-γνωση (δηλαδή να διέπεσαι από Θάνατο και Ατη), περνά υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι της ενόρασης - συνεπώς η επίγνωση οφείλει να δώσει ένα τέλος στον εαυτό της και να μεταμορφωθεί σε αξία υψηλότερη. Να δώσει στον εαυτό της μιαν άλλη δημιουργική δυνατότητα· τη φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, ώστε να μην ευδοκιμεί τίποτε κατά συνθήκη.
Εδώ θα υπογραμμίσω τέσσερα περαιτέρω συγκεκριμένα σημεία που οι σημασίες τους αρδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού χώρου:
α) Το σύνηθες είναι ο αναγνώστης (ο απλός αλλά και ο κριτικός) να αντιμετωπίζει το κάθε ποίημα (τόσο της επίγνωσης όσο και της ενόρασης) με τη δική του «λογική επίγνωση». Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν γίνονται πλέον σημαντικές διαπιστώσεις, αλλά μόνο δευτερεύουσες - εκείνες που επαληθεύουν τη λογική στεγανότητα. Σήμερα θεωρώ πως η ποίηση μπορεί να γραφτεί (γιατί οι άλλοι γνωστοί τρόποι έχουν ήδη εξαντληθεί) μόνο μέσω μιας δράσης ενορατικής, και ως εκ τούτου ως τέτοια να εκτιμηθεί. Για κάθε άλλη περίπτωση η αδιαφορία μου είναι δεδομένη.
β) Ο καπιταλισμός έσωσε την ποίηση (τους). Η πληθώρα των ποιητών οφείλει την ύπαρξή της στο γεγονός της εμπορικής εκμετάλλευσης αυτού που ονομάζεται ποιητική συλλογή. Το εμπόριο των εκδοτών, που είναι έτσι κι αλλιώς. Το χρήμα όχι μόνο σώζει, αλλά παραχωρεί κορυφαίες διαχειρίσεις. Καταφέρνει δηλαδή κάποιος να διαβάζει χαρτονομίσματα της γραφής. Καθώς και κρίνεται κανείς από την αξία ή την πληθώρα του χαρτονομίσματος που έχει κυκλοφορήσει.
γ) Λέμε σημαντικό τον δημιουργό του οποίου το έργο στοιχειώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων, το μέτρο της ζωής τους. Λέω πως ο δημιουργός δεν γίνεται μόνο μία φορά μεγάλος και πως ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει καθημερινότητα και μέτρο ζωής. Οχι απλώς για να κινηθεί προς το πραγματικό μέλλον, αλλά για να προκύψουν ακόμη πιο σημαντικοί δημιουργοί. Εκείνοι που θα στοιχειώνουν κάθε φορά το επιφαινόμενο, την ακμή τού γίγνεσθαι, και όχι το λιποθυμικό επεισόδιο που κάποιοι ονομάζουν ζωή.
δ) Ο ποιητής είναι υπέρμαχος του πραγματικού ποιήματος· εκείνου που ισορροπεί, ταλαντεύεται, δεν είναι στατικό, δεν εδράζει.
Κατά κόρον η λεγόμενη ποιητική γλώσσα κατέπεσε στην αποφυγή και αποποιήθηκε παντελώς τη σχέση. Πουθενά δεν εντοπίζεται εκείνο το πείραμα, η ρήξη, η απόκλιση από το προφανές κάθε εκλογικευμένης αναπαράστασης. Η ποιητική γραφή δεν συμμετέχει, δεν δημιουργεί τη συνθήκη της γραφής της, παρά καταγράφει μία έμμεση (με παραχωρημένες όλες τις δυναμικές της σε κάποια αοριστία) σχέση με τις παρυφές του ποιητικού.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων αναλαμβάνει μόνον εκείνες τις πολύ βασικές σηματοδοτήσεις, απ' όπου μπορεί, ίσως, να ξεκινήσει η ποίηση, η οποία θεωρώ όμως πως δεν ξεκινάει. Βρίσκεται δηλαδή μονίμως σε ένα έκπαγλο σημείο συστολής, από το οποίο δεν εκπονείται απολύτως τίποτε. Παρά μόνον ο ιδιωτικός (ο οποίος και ως τέτοιος «επικοινωνείται») λόγος, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια οιδαλέα σύνταξη και γραμματική που δεν αποτελεί ιδίωμα, αλλά, κυρίως, δεν αποτελεί σπανιότητα.
Βλέπω την ποίηση τριγύρω μου να έχει καταντήσει δοκίμιο, να είναι υπερβολικά καλογραμμένη, υπερβολικά διαθέσιμη, αφόρητα διακριτική.
Οσο για μένα τον ίδιο, φρόντισα να αντικαταστήσω τη μία με την άλλη.
Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι σημαίνει.
Αυτά λέω στρίβοντας ευθεία, στην πραγματικότητα λέγοντας τίποτα· προχωρώντας με μια συνείδηση σε μόνιμη αλητεία, λες και έχει νόημα: Ελα. *

Γ. Λειβαδάς: "Αλλοπαίδεια" / Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 3/7/2010

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=178811

Αλλοπαίδεια. Με ό,τι μπορεί να της αποδοθεί, μα κυρίως με όλες εκείνες τις ευγενείς παρεκκλίσεις, που παρ' όλα τα επικίνδυνα κενά που αφήνουν, είναι στην πραγματικότητα εκείνες οι αρδεύσεις που οδηγούν στο δημιουργικό επέκεινα. Τι τρέμει πρώτο, σαν έρχεται ο τρόμος, στο σώμα; Οχι τα πόδια. Αλλά ο θόλος, εκεί πάνω. 

Η διαδεδομένη λογική είναι η πλέον επιτυχημένη παραφροσύνη. 

Η γνώση συνδικαλίζεται προς όφελος εκείνων που έχουν για γνώση τον εαυτό τους. Μακάβριοι πτωχοί τω πνεύματι.

Πηγαίνεις για κάτι στη Δήλο και το τοπίο υποχρεώνεται σε μια τόση δα λευκή εκκλησία που ποζάρει για μπουμπούκα. Του αγίου πολέμου, κι ας τη λέν' αγία ειρήνη.
Η αλλοπαίδεια λοιπόν είναι μια προτεραιότητα ανάγκης για την εποχή μας. Αν έχουμε εποχή και όχι «η εποχή απαιτούσε».
Διαβάζω το «Σίμορ, Συστατικά Στοιχεία» του Σάλιντζερ και με κάθε γύρισμα της σελίδας αναγνωρίζω τον τρόπο και το τροπάριο που, οριακά πάντα, το δάμασμά τους διακορεύει τις μεγάλες ελπίδες με τις οποίες φορτώνουν τις ανθρώπινες -όπως κατά κόρον της ημεδαπής μας- μάζες. Τις μάζες που φέρνουν στον άνθρωπο και συνδικάλισαν το είναι τους για μία απαίτηση ταρίχευσης χρόνου, που έχουν πια απεμπολήσει κάθε μοναδικότητα και κάθε πρωτοτυπία.
Εδώ όμως προτιμάμε για κάτι άλλο να μιλήσουμε και σφιγγόμαστε λατρευτικά με κάποια πρόσωπα, αναμεταξύ τους πάντα διάφορα και διαφορετικά, εκείνα που η καρδιά τους χτυπά και συσπάται ασύστολα, όχι σαν μυς αλλά σαν ρόπτρο στην πύλη του αληθέστερου.
Ο Σάλιντζερ, από τούτο το δειλινό, είναι για μένα ο συγγραφέας τού «Σίμορ, Συστατικά Στοιχεία». Δεν ακολούθησε, αποτέλεσε μέρος του προϊόντος της ίδιας της γραφής, και δεν πέτυχε, αποτέλεσε την ίδια την επιτυχία: μέσα από τα καταναλωμένα σωθικά της.
Αδιαφορία για τα ντελίρια, κυρίως προς το ντελίριο του πάμφωτου μέλλοντος. Βελτιώνεις, μα καταλήγεις ξανά να στρίβεις το πόμολο της πόρτας από την οποία μπήκες κάποτε σε τούτο το παιχνίδι. Ενδιάμεσα θα έχεις σίγουρα παραγγείλει και κάνα σωτήρα. Βλέπεις, η αταξία τέτοιων συστατικών στοιχείων θα σε οδηγούσε αμέσως στον ηρωισμό της αταξίας. Κι όμως έχεις πελαγώσει στην επικράτεια της ραστώνης, ασκώντας ανά περιόδους και την αντίδραση του θηλαστικού.
Βγαίνουμε τώρα από το βιβλίο, ή μάλλον έχουμε ήδη βγει από το βιβλίο και πηγαίνουμε. Πατάσσοντας όλη την αισιοδοξία· και κυρίως την παιδικότητα κάθε ιδεολογίας, κάθε θεολογίας, πατάσσοντας την ιδεολογία και τη θεολογία - και οι δυο μαζί ανήκουν στην Υστατη Πολυλογία. Με ακούς, αλλά δεν πρόκειται να κάνεις βήμα. Μονάχα διάβημα.
Εχω αρχίσει να σε λυπάμαι εδώ και αιώνες. Ετούτη η λύπη, για πολλοστή φορά αναθρεμμένη σαν τέκνο εντός μου, ξεπερνά την αγάπη που τρέφω για σένα. Την αγάπη που μπορούσα μόνο για σένα να τρέφω, άνθρωπε. Τρέφουμε εκείνο που μας ενώνει: τη διαφορά μας μέσα στο ίδιο πράγμα.
Η ζωή δεν είναι ίδρυμα. Μα αν θες να τη μεταβάλλεις οριστικά σε κάτι τέτοιο, θα γίνει ένα ίδρυμα ανιάτων. Θες να σφάξεις τον κόκορα σε τούτα τα θεμέλια που δίχως αυτά είσαι ένας τελειωμένος. Πάνω στο κύρος της πρωτοβουλίας σου να χτίσεις εκείνη την Ιερουσαλήμ πέφτει ο πάταγος μιας απτέρου νίκης άλλου αίματος:
«... Το γέλιο του είναι τρανταχτό. / Δοκιμάζει την απελπισία των λέξεων. / Εχει ξεκολλήσει και κρέμεται. / Εχει ξεράσει την κυριότητα κάθε νοήματος. / Με το λεπτεπίλεπτον ευφραίνεται / με πάθος σπάνιο επιθυμεί απ' την ανυπαρξία ποτέ να μην απουσιάσει. / Δεν είναι από ζωή / Από θάνατο είναι». 



Γ. Λειβαδάς: "Κέφια" (Από ταξιδιωτικό σημειωματάριο)


Ταξιδεύοντας με το Beni Ansar
έχω στο νου μου πράγματα
που ταξιδεύουν
πιο εύκολα από μένα
είμαι κόκαλο και ζωγραφίζω
φράσεις πάνω στο κατάστρωμα
συνεχίζω σκίζω
πάμε λέω
αυτά τα πλοία είναι και κάτι
άλλο σαν
καταφέρνουν να χωρέσουν
μια σκέψη που κάνω
πως κάνω
(την ίδια στιγμή:)
μια μικρούλα σουλουπώνει
το σουτιέν της
από μέσα η σβούρα του στήθους της
και πιο μέσα ένας
καθεδρικός του ονείρου
μας σπρώχνουν
στο Μαρόκο
πορεία με κρανίο ανάποδα
με τραβάει ένας γλάρος
από το μανίκι
αυτό δεν θα γίνει
πιστευτό από κανέναν
όλα από κάπου βγήκαν
του άλλου
του παράλλου
και μόνο που το σκέφτεσαι
το χαλάς
άνθρωπέ μου.




Yannis Livadas - étoilé

Les sourires de mes amis sont des phares à mon trajet. 
Le voyage tarde qu'il termine. 
Et lorsqu'il termine parfois, 
les phares éclaireront ma mémoire.






A considerable response to Thomas Millroth’s “Feelings And Melody” (on Peter Brötzmann):



“Internal Rotation”, in all its fulfillments is the landmark statement of the New Man. I say, his music is taking all place; so he is mostly tomorrow, more than now. Past and –isms are destroyed by the gentle force of precise creativity. His music is inseparable from the artist and the artist is taking all place. You can’t say he is just genius because he just Is. Peter Brötzmann is the name, and is real music.”

-Yannis Livadas



Γ.Λειβαδάς: Από το σημειωματάριο 2008 / "68."

68.
Αποτίνω.
Εδώ είμαι λοιπόν
Σ’ αυτά τα δυο δωμάτια
Με σηκωμένα τα μανίκια
Γράφω και σου γράφω
Πως έχω πάψει πια να διαβάζω
Μια στο τόσο
Ταξιδεύω
Για αυτό και το μέρος εκείνο
Και τούτο.
Φίλοι και εχθροί πάνε κι έρχονται
Μα οι περισσότεροι θα γίνουν φίλοι

Générique

Σ’ αυτή την επικράτεια
Όπου απολύομαι
Εκατοντάδες σκέτα
Αυγά τηγανισμένα. 



Γ. Λειβαδάς: In Memoriam: Πίτερ Ορλόφσκι ("Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας, 11/6/2010)

In Memoriam: Πίτερ Ορλόφσκι (1933-2010)

«Η βιογραφία μου ξεκινά με τη γέννησή μου, στις 8 Ιουλίου του 1933, στο Λόουερ Ιστ Σάιντ της Νέας Υόρκης. Μεγάλωσα ξυπόλητος, μέσα στα γέλια». Παρ' όλη την παράνοια και τις δυσκολίες της ζωής, τα γέλια συνεχίστηκαν και δεν έπαψαν παρά στις 11.30 το πρωί της 30ής Μαΐου του 2010.
Ο ποιητής Πίτερ Ορλόφσκι μας άφησε χρόνους. Για παραπάνω από 30 χρόνια ήταν σύντροφος του Αλεν Γκίνσμπεργκ. Συμμετείχε ενεργά στα δρώμενα της γενιάς των Μπιτ, έγραψε και εξέδωσε ποιήματα. Τα ποιήματα με τη χειρότερη σύνταξη και ανορθογραφία που ίσως κυκλοφόρησαν ποτέ έντυπα στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ από τη Ρωσία. Ολάκερη η οικογένεια έζησε ανέκαθεν σε απόλυτη φτώχεια. Ο ίδιος ο ποιητής χρειάστηκε να παρατήσει το σχολείο για να συνδράμει. Το 1953 στρατολογήθηκε άθελά του για τον πόλεμο της Κορέας, όπου κατάφερε, με τη βοήθεια των ψυχιάτρων, να σταλεί στα μετόπισθεν και να εργαστεί ως νοσηλευτής σε ένα νοσοκομείο του Σαν Φρανσίσκο. Το 1954 γνώρισε τον Γκίνσμπεργκ ενώ εργαζόταν ως μοντέλο για τον ζωγράφο Ρόμπερτ ΛαΒίν.
Με την προτροπή του Γκίνσμπεργκ ο Ορλόφσκι ξεκίνησε το 1957 να γράφει ποίηση στη διάρκεια της παραμονής τους στο Παρίσι. Στη συνέχεια ακολούθησαν πολλά ακόμη ταξίδια, στη Μέση Ανατολή, στην Ασία, στη Βόρειο Αφρική και στην Ευρώπη.
Το 1974 ξεκίνησε να «διδάσκει» ποίηση στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Τεχνών Ναρόπα, στο Μπόλντερ του Κολοράντο, και συνέπεια αυτών ήταν, προς έκπληξη όλων, να δεχθεί το ποσόν των 10.000 δολαρίων από το Εθνικό Ιδρυμα Τεχνών για να συνεχίσει τις δημιουργικές του προσπάθειες - οι οποίες παρεμπιπτόντως τον είχαν φέρει στις επάλξεις του αμερικανικού μεταμοντερνισμού.
Τα τελευταία τριάντα χρόνια προσπάθησε να ζήσει σαν αγρότης. Τα βιβλία που εξέδωσε είναι ελάχιστα. Η επιρροή τους όμως θεωρείται ήδη δεδομένη από αρκετούς, έγκριτους, λογοτεχνικούς κύκλους.
Το Μάιο του 2010 έγινε γνωστό πως ο Πίτερ Ορλόφσκι πάλευε με τον καρκίνο του πνεύμονα για μήνες. Μεταφέρθηκε από το σπίτι του στο Σεντ Τζόνσμπερι του Βερμόντ σε ειδικευμένο νοσοκομείο, όπου, δυστυχώς, κατέληξε το ξημέρωμα της προηγούμενης Κυριακής, στα χέρια στενών φίλων και βουδιστών μοναχών.
Ο κύκλος των αμερικανών ηρώων του 20ού αιώνα έχει κλείσει, ο Ορλόφσκι ήταν ένας ακόμη ανάμεσα στους τρεις-τέσσερις εναπομείναντες δημιουργούς της γενιάς του.
Τι να πει κανείς. Κοιτάζουμε μπροστά. Ακόμη και αν ρίχνουμε κλεφτές ματιές πίσω μας: «Ασυνάρτητες μνήμες /πάνω από ψηλά βουνά με μεταφέρουν μακριά στη γη /των νομάδων/ όπου η ανάσα δεν είναι παρά αναστεναγμός / σε κάποιο χαμένο όνειρο που πέρα μακριά απ' τα μάτια μου εξελίσσεται /Η βροχή και το χιόνι ρολόι στο παράθυρό μου /Τι ωφελεί που το δωμάτιό μου να χωρέσει δεν μπορεί /της γης όλους τους ανθρώπους /και που οι καρέκλες είναι μόνες γιατί φτιαγμένες είναι για έναν μόνο; /Σου λέω οι νέοι ζητούν κάτι περισσότερο /από αυτόν τον κόσμο που μας άφησαν οι πρόγονοί μας /Ενας καθρέφτης μάς κάνει δύο /κι αυτό είναι ευλογία /Να τρίζω τα δόντια γιατί μου λείπει η αγάπη /μπαίνοντας στον καθεδρικό /είναι σαν να εισέρχομαι σε μια κρύα σόμπα /σε ένα παγωμένο γάντι /Ξέρω πως ο άγγελος πίσω απ' την πόρτα /θα μου φέρει ωραίους πίνακες σε λίγο /Ολοι οι άγγελοι μαζεύονται πάνω στης γης την καμπύλη /και δημιουργούν μια γραμμή /που γίνεται γέφυρα προς τον ήλιο...». 

Peter Brötzmann, Steve Noble, John Edwards @ Cafe Oto, London. 30.01.10

http://www.youtube.com/watch?v=1eonmD8sNIU&feature=related

Ο τυπογράφος του "The Margins Of A Central Man" στην Καλκούτα, Ranajit Jan.


Άτιτλο

Θα ήθελα να δημοσιεύσω τα γράμματα που έλαβα τελευταία, μα δεν είναι εφικτό. Ένα όμως θα πω: με λυπεί ιδιαίτερα που τα νέα παιδιά αντί να ασχολούνται επισταμένως με τη γραφή και τη δημιουργική τους ιδιώτευση, τρέχουν να εμφανιστούν σε "ποιητικές εκδηλώσεις", τρέχουν να εκδοθούν, και γίνονται βορά των επαϊόντων και των περιοδικάριων που λυμαίνονται τον τόπο.

Γ. Λειβαδάς: "Ακαριαίως αιώνιο" (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 3/6/2010)

Παλαιές ειδήσεις. Και μάλιστα σε μια εποχή που τανύζεται λες και σβήνει ο κόσμος. Οι ιμάντες βαστούν ακόμα τα πράγματα που ανέκαθεν βαστούσαν. Τα πράγματα απλώς συνοφρυώνονται λίγο, αλλάζουν γκριμάτσα και (δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, πίστεψέ με) σύντομα θα επανέλθουν στον αγαπημένο τους μορφασμό.
Εχεις βλάψει, συνεχίζεις να βλάπτεις, πώς λοιπόν να φωνάξεις; Πες καλύτερα ένα τραγούδι. Το «tico tico» αρμόζει.
Να αλλάξει το σύστημα. Μα είναι αδύνατο, γιατί το σύστημα είναι η γέννα των ανθρώπων που το συντηρούν. Ακόμη και όταν πιστεύουν πως μιλούν αλλιώς. Πως αντιστέκονται. Ολη αυτή η πολιτική στη μέση έχει χωρίσει το σώμα στα δύο και δεν γνωρίζει τι του γίνεται. Μα θέλει τόσο πολύ να γνωρίζει, κυρίως να γνωρίζεται σαν αλλαγή. Σαν αντίθεση.
Για να απαλλάξεις το σύστημα από το περιεχόμενό του πρέπει να αλλάξεις περιεχόμενο εσύ. Γι' αυτό σου λέω να το βουλώσεις. Αυτό που δημιούργησες σε ξεπέρασε. Σε καθιστά κακομοίρη. Πού πήγε τώρα εκείνη η ταυτότητα που είχες; Είσαι ένα από τα ψήγματα του γραφίτη που απαρτίζουν εκείνη τη γραμμένη λέξη. Στην αράδα με τις λέξεις που απαρτίζουν εκείνη την πρόταση. Το όνομά σου ανήκει στη στίξη. Η καρδιά σου χτυπά στης σελίδας την αρίθμηση.
Γνωρίζω πως από την ώρα που θα μάθεις ότι σε λυπάμαι θα με αντιπαθήσεις. Παρ' όλα αυτά σε λυπάμαι. Σε κοιτάζω να συστρέφεσαι και αηδιάζω. Δεν ξέρεις ούτε να πεθαίνεις. Γιατί δεν ήξερες ποτέ σου πώς να ζήσεις.
Σε κλαίω με μάτια στεγνά. Είσαι ακόμη ένας παρανοημένος κυνικός. Κάπως απρόσμενα αποκαλύπτεται η συγγένειά σου με το τρωκτικό. Εχεις δικαιώματα, λοιπόν, καθώς και διεκδικήσεις. Δεν γίνεται να είσαι τίποτα παραπάνω από άξιος της μοίρας σου. Υστερα από εκείνο το τρανταχτό πρόσχημα παίζεις τον ρόλο του λιπάσματος.
Ο,τι δημιουργείς και το πασάρεις για άξιο λόγου δεν είναι τίποτε άλλο από τη ρεύση σου. Κουβάδες, τόνοι, επικυριαρχίες. Ερχεται και κάποιο ίδρυμα, κάποιο σωματείο, καμιά παρέα, να επικυρώσει αυτό που έκανες. Αυτό είναι αυτό που έκανες. Σε αφομοιώνουν κι εσύ πιστεύεις πως είναι επιτυχία. Ο ανασκολοπισμός είναι η ενηλικίωση για σένα. Οι πραγματικοί σου εχθροί είναι οι ανθρωπιστές. Ειδικά εκείνοι που δεν αντέχεις. Ή ξαφνικά, παραγνωρίζοντας, τους πετάς ένα φύλλο δάφνης.
Δεν μπορείς να δίνεις ό,τι καλύτερο έχεις, ούτε το καλύτερο να λαμβάνεις. Αναρωτιέμαι τι ρόλο παίζεις. Για το καλό πρέπει πρώτα να γνωρίζεις το κακό, για να φτιάξει κάτι πρέπει προηγουμένως να έχει χαλάσει. Θέλεις να με κάνεις να μετανιώσω που σε γνώρισα, που κάθομαι και γράφω, δήθεν, όλα αυτά για σένα.
Η κοινωνία, καθώς και οι ποιητές μας, διατηρούν στο προσκήνιο μονάχα εκείνο που έμαθαν να αντιμετωπίζουν καλύτερα. Μια λύση επιφανείας. Ισοφαρίζεις με μια νόρμα. Κάθε μέρα της Οσίας Αδυναμίας.
Ξεγράψτε με· κι αυτό γιατί αγαπώ τον άνθρωπο. Και μόνο αυτόν. Με τον άνθρωπο και μόνο.
Ο Απρίλιος τελειώνει και ανθίζει η αδειοσύνη. Μα υπάρχουν άνθη που μόλις τώρα ξεκινούν να καταγράφουν οι πραγματικοί ειδικοί. Ανθη που θα καταγραφούν στο αύριο, όταν ο Απρίλιος θα τελειώνει σαν ανθεί η αυτοσύνη. Κάθομαι εδώ λοιπόν και καπνίζω ανάσκελα έχοντας ρίξει όλες τις επαναστάσεις στο καλάθι των αχρήστων. Γιατί μαζί μ' αυτές έριξα και όλα τα συστήματα. 

The master poet Andrey Voznesensky died on June 1 in Moscow.

Andrey Andreyevich Voznesensky (Russian: Андре́й Андре́евич Вознесе́нский) (May 12, 1933, Moscow, USSR – June 1, 2010, Moscow, Russia)
 
 

Peter Orlovsky died this morning at 11:30 am.

The poet Peter Orlovsky (1933-2010) died this morning at 11:30 am. His funeral will take place at the Karma Choling Meditation Center in Barnet, Vermont. Most likely on Wednesday June 2.

 

Γ. Λειβαδάς: "Νυχτερινή Αναχώρηση"

(Ανέκδοτο ποιητικό σημείωμα από ταξιδιωτικό ημερολόγιο)

Καταιγίδα καρφώνεται στο χώμα.
Θεωρείται πολύ φυσικό
Όπως ένα καθαρό πουκάμισο
Να μασάει κανείς λόγια
Να νυχτώνει μέσα σ’
Αυτό απ’ το οποίο δεν έχει μείνει
Ούτε τόσο
Στο τέρμα
Του εκεί.

Εδώ άνθισε η μανία ενός Νέλσον

Το χέρι που του έκοψαν
Τ ε ν ε ρ ί φ η
Και κάποιοι λεν πως κάποτε τραβήχτηκε
Η θάλασσα.
Τα αναβράζοντα
Ηφαίστειο σε μπουκάλι
Ο καπνός
Λέξεις που έρχονται
Ξανά από άλλη νύχτα.
Παιδεμός.
Και των δεύτερων υλών.
Η νήσος υπάρχει μόνο στο σκοτάδι.
Και είναι νύχτα
Που ξοδεύονται διαγνώσεις.
Τόπος απορροφημένος
Όπου σταματούν τα πλοία
Όπως μια στιγμιαία αλήθεια.

Το μοναδικό σύννεφο είναι παραπάνω

Από πολύπλοκο
Μα ο ίσκιος του πάνω στο ηφαίστειο
Είναι τέσσερα δάχτυλα που το γαντζώνουν
Σαν ματαιοδοξία.
Το σκοτάδι κάπου έχει ακουμπήσει
Μας λερώνει με γαλάζιο
Κι όμως η ώρα είναι τρεις και μισή
Ωκεάνια ώρα που σταματά κάθε τι.
Αυτή η νύχτα είναι η απορία ενός
Ψιθύρου στο μελαψό σου αυτί γυναίκα.
Τενερίφη σημαίνει δέντρο
Που φύτρωσε νύχτα στην θάλασσα
Και γεννάει βροχή αλμυρή.
Αυτό επαναλαμβάνεται όχι σαν
Επανάληψη γιατί η νύχτα μέσα
Στις σταγόνες της βροχής είναι μόνιμη.
Οι στάλες πάνω στο πλοίο τέχνη.

Ο Σεπτέμβρης γαλήνη

Σαν μόνη extra premium quality.
Ακουμπώ με τους αγκώνες στην πρύμνη
Σ’ αυτό το πλοίο που απόψε γιορτάζει.
Η σκέψη μου μια εποχή.
Η καταιγίδα σουβενίρ.
Τα λόγια δεν καταλαβαίνουν
Από ανθρώπους.
Ακούγομαι ξεμακραίνω
Το νησί πίσω μου γίνεται μια καφετιά
Εσάρπα που επιπλέει και
Ο λαιμός της σταδιακά χάνεται.
Ο αφρός της προπέλας
Μονίμως εκεί
Που η νύχτα είναι χθεσινό
Ψωμί.


Γ. Λειβαδάς / Adagio


Adagio

Τα νησιά το σούρουπο γίνονται
μαλλιά ή θάλπος
τα χέρια των χεριών σου είναι
ασημένια κηροπήγια
των νησιών φάροι ή μαλλιά
τρομάζω για μια στιγμή που
σε ακούω σαν θανατερή όπερα
σ’ αυτά τα άσπιλα νησιά που
κουρνιάζουν φθηνά σ’ αυτό το άπιστο
τρέμουλο που δεν λέει να τελειώσει
πολύ πριν ξεκινήσει να υπάρχει
υπάρχεις εσύ το πιο άγριο
αβυσσαλέο αντάλλαγμα.
Με θλίβουν τόσο τα κηροπήγια
δεν μπορώ να σταυρώσω λέξη
όταν κάνω μέσα σου τη μέγιστη
σιωπή ριχνόμαστε σα νευρικά
φύλλα σε μια αίθουσα χρόνου
που κανείς ποτέ δεν θα σκουπίσει.

[από την υπό έκδοση συλλογή "Άτη"]

Γ. Λειβαδάς: "Αγαπητέ Μπλεζ" (Από τη συλλογή "Οι Κρεμαστοί Στίχοι Της Βαβυλώνας" - Μελάνι 2007)


ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΠΛΕΖ

Καθώς οι άνεμοι σφυρίζουν τρομερά τα ονόματά μας,
και άλλοι άνεμοι τραβούν βουές από τα πλήθη,
υστερικά μες στο τρωτό η αγάπη συντομεύει.

Τάπητες όλοι της φθοράς των λέξεων οι κόσμοι
ελέγχουν ελεγχόμενοι αναμασώντας λήθη.

Η νόρμα επωμίζεται τις διακριτές συνθλίψεις
κραδαίνει μίση και ντροπή σέρνοντας δεκανίκια,
σήμαντρα της απόγνωσης με δανεισμένο οίκτο
ετών φωτός που αναριγούν καπνίζοντας μανίες.

Με χέρια που έχουν την ορμή καρδιάς που επιβάλλει,
καρδιά ανώτερη φρικτή που ρέει αντανακλάσεις
δίνει το χέρι στον χαμό με πρόοδο τον ήλιο.

Καθόλου σίγουρα λοιπόν και των μουσών τα λύτρα
που εξαντλούν αιματικά το πνεύμα του κανόνα,
σαν θα βρεθούν του τίποτα οι κενόκορμοι εραστές
πληρώνοντας την αμοιβή με ατέλειωτη αγρύπνια.

Οι ομίχλες των εφιαλτών σαν φύλλα ασημόχαρτα
πρόσφατα ξαναγύρισαν στην έμφυτή τους τάση
να δικτυώνουν τροπικά ανόμοια κιτάπια,
που η σιχασιά χιλίων χρονών κοιτάζεται στα μάτια
               εκτελεσμένη ανώδυνα απ' του ποιητή τη λάμα. 


             [γραμμένο στην Πομπηϊα το 1993]

John Coltrane: "You can play a shoestring if you're sincere."

Γ. Λειβαδάς: Ο Καλάζνικοφ ήθελε να γίνει ποιητής [Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 14/5/2010]

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=161936

Ο εφευρέτης τού αναμφισβήτητα πιο επονείδιστου πολυβόλου ήθελε να γίνει ποιητής στα νιάτα του. Ο Μιχαήλ Καλάζνικοφ βραβεύτηκε τις προάλλες, την ημέρα του εορτασμού των 90ών του γενεθλίων, σε επίσημη τελετή που έλαβε χώρα στο Κρεμλίνο. Εκεί ο πρόεδρος της Ρωσίας Ντιμίτρι Μεντβέντεφ του απένειμε το βραβείο τού «Ηρωα της Ρωσίας», το οποίο αποτελεί μέγιστη διάκριση.
 Αποδεχόμενος τη βράβευση, ο κ. Καλάζνικοφ απήγγειλε ένα σύντομο πατριωτικό ποίημα που έγραψε ειδικά για την περίσταση. Κατόπιν, στη διάρκεια μιας μικρής ομιλίας, δήλωσε πως δεν φταίει ο ίδιος που οι εγκληματίες ανά τον κόσμο δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο πολυβόλο που κατασκεύασε, και πως η ιδέα για την κατασκευή του προέκυψε ύστερα από έναν σοβαρό τραυματισμό που υπέστη από γερμανικά πυρά στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Μεταξύ αυταπάτης της επίγνωσης και αυτοπάθειας, η σύγχρονη ποίηση μοιάζει ώρες ώρες να μην είναι τίποτε άλλο από παρασημοφορήσεις και παράσημα. Δεν είναι όμως να αναρωτιέται κανείς, διότι η περιοχή του ήθους μέσα στο ποιητικό υποκείμενο έχει κατακλυστεί από αξιακές βλέννες και πολιτισμικές φαυλότητες. Η περιοχή του ήθους είναι συνάμα η περιοχή όπου συγκροτείται η Ενόραση. Αν χάσεις αυτή την περιοχή, είσαι χαμένος κι εσύ.
Η κατασκευή ενός τέτοιου πολυ-εργαλείου, όπως το καλάζνικοφ, εμπεριέχει παρεμπιπτόντως πολλή ηθική ευθύνη και ίσως «καταχράται» ένα σημαντικό κομμάτι της ποιητικής αισθητικής. Μ' άλλα λόγια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως ο, πράγματι συμπαθέστατος, κύριος Καλάζνικοφ είναι λιγάκι ποιητής. Από ηθικής απόψεως... Τουλάχιστον δεν ταλαιπώρησε κανέναν με το να θέλει να γίνει ή να νομίζει πως είναι λογοτέχνης.
Το να αποζητά κανείς τη δικαίωση γράφοντας, αυτό τον καθιστά αυτομάτως μη ποιητή. Γι' αυτό είναι προτιμότερο για όλους να κρατούν ημερολόγιο και ν' αποκτούν φίλους. Καλούς φίλους. Σαν αυτούς που έχει, και χαίρεται, ο Μιχαήλ Καλάζνικοφ.
Ολες οι κειμενικές μέθοδοι και θεωρίες που αφορούν το πείραμα της γραφής βρίσκονται στη σκιά τού πειράματος από το οποίο λαμβάνει σάρκα και οστά. Και το πείραμα αυτό ξεκινά υποχρεωτικά από την ευθύνη της ανάληψης και της αποδοχής της ποιητικής ιδιότητας. Από τον έξω και τον μέσα κόσμο. Από εμάς τους ίδιους και από τους άλλους - που ανάμεσά τους θα βρεθούν οι χρήστες των δικών μας εφευρέσεων. Ισως να είναι λοιπόν ένα τρομερό ποίημα το πολυβόλο καλάζνικοφ. Και λέξεις, εκφράσεις, παύσεις, αναδιπλώσεις, οι χρήστες του και τα θύματά του. Σάμπως να είναι ένα τρανό κομμάτι της επιβεβαίωσης της κλάψας, της δειλίας, της μικρότητας που αναπαράγεται σταθερά και μέσα στα βιβλία. Εφόσον οι ποιητές έχουν λύσει όλα τα προβλήματα της ανθρωπιάς, της δημοκρατίας και της ευγένειας.
Μένει, λοιπόν, να σκεφτεί κανείς σε ποιον θα επιλέξει να βασιστεί.
«Δημιούργησα ένα όπλο για να προστατέψω τα σύνορα της μητέρας πατρίδας... δεν είναι δική μου ευθύνη το ότι βρίσκεται καμιά φορά σε λάθος χέρια... αυτό είναι ένα λάθος των πολιτικών». «Εγραφα ποιήματα όταν ήμουν νέος, και όλοι πίστευαν πως θα γίνω ποιητής. Αλλά τελικά δεν έγινα», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Υπάρχουν αμέτρητοι κακοί ποιητές, δεν χρειαζόταν να γίνω άλλος ένας. Προτίμησα να πάρω άλλο μονοπάτι...».
Από τις χιλιάδες ποιητικές συλλογές που εκδίδονται ασταμάτητα στη χώρα με τους περισσότερους, αναλογικά, ποιητές σε όλο τον κόσμο, επιλέγω το λαμπύρισμα πάνω στο μέταλλο ενός ετοιμοπόλεμου, αλλά σιωπηλού καλάζνικοφ.

Γ. Λειβαδάς: Σε σχέση με τίποτα



Απλά γέλα
Όταν θα κλάψεις θα είναι αργά

Τα τσιγάρα νοστιμίζουν γράφοντας
Μη γράφοντας

Εδώ σε κάποιο χαρτί
Πιο πέρα

Είναι κάποια πράγματα που σημαίνουν
Σε σένα

Αοριστίες που μπάζουν

Λες και το καλό είναι ένα μαλακό ρούχο
Με μπατίκ ινδονησίας

Οι άνθρωποι γονατίζουν σαν άνθρωποι
Και τρέχουν όπως στα όνειρα

Γελάω τραντάζομαι γιατί είμαι μόνος
 Σε σχέση με τίποτα. 

[Από την υπό έκδοση συλλογή "Άτη", Δεκέμβριος 2010] 


Λογοτεχνική Πολυμορφία / 125 Δημιουργοί (εκδόσεις "Ρέω" 2010) κυκλοφορεί

Για το εισαγωγικό ποίημα στην "Άτη" / Κριτική του Πέτρου Γκολίτση.

http://critiquegolitsis.blogspot.com/2010/04/2010.html
 [Από την προδημοσίευση στον Ποιείν.gr.]

«Ωραίο ν’ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης/που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι/όπου ξυπνήσαμε όλοι/κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι/γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.»
H «Άτη» του Γιάννη Λειβαδά κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως επιτάφιο σήμα, για να υπενθυμίζει ως μικρή θεά, με την ιδιότυπη παραφροσύνη της και την τύφλωση της, την επιβεβλημένη «άνωθεν» στον άνθρωπο θνητότητα και περατότητα του. Τον τιμωρεί τον άνθρωπο για την αλαζονεία του, οδηγώντας τον στη συμφορά, στον όλεθρο, στον τάφο, τον δικό του και των οικείων του.

Τώρα που «Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε» ως άλλος σύγχρονος αττικός αμφορέας, μελανόμορφος, τοποθετείται η «Ατη» ως κτέρισμα στην ταφή του ανθρώπου στην οποία καλούμαστε από τον ποιητή Λειβαδά να παραβρεθούμε. O ενταφιασμένος ο κάθε ένας από εμάς. Γινόμαστε εμείς σταδιακά ο νεκρός καθώς ξετυλίγεται ο ποιητικός του κόσμος.

Κουβάρι που λύνεται προς όλες τις διαστάσεις «είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου/και έρχομαι από παντού», η ποίηση του Λειβαδά εξοικειώνει τον άνθρωπο με τον θάνατο, τον μετεωρισμό του θανάτου, που τον γειώνει περίτεχνα, φέρνοντας τον στο ύψος των ματιών του κάθε ανοιχτού στο επερχόμενο ανθρώπου.

«Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι/Που θα χορτάσει μ’ ό,τι έχουμε νιώσει». «Η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,/ ο τρόμος προηγείται της λέξης». Σαν πρησμένη συνείδηση προσπαθεί να ηρεμήσει η σκέψη, ο τρόπος του ο ποιητικός, ο ταυτισμένος με την ζωή, καταγράφοντας τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα. Έτσι, ως ερημίτες-ήρωες μαζί με τον ποιητή Λειβαδά πλέουμε άλλοτε ονειρικά και άλλοτε βασανιστικά πάνω σε έναν τόπο-νησί που γαληνεύει μα μετά αναστατώνεται, πάνω σε μια λίμνη που εναλλάσσει γύρω μας το μαύρο με το γαλάζιο, το κόκκινο με τον άνθρωπο «και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω/για της ζωής το παράξενο όνειρο/ενάντια στον άνθρωπο.»

Η ζωή τάχα ακολουθεί τους ατάραχους ρυθμούς των εποχών, μα οι άνθρωποι δεν αποκόπτονται ποτέ από τα εγκόσμια, δεν μπορούν να αποφύγουν την έλξη της ζωής, τα πάθη και τα βάσανά της, καθώς «τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν/σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης».

Κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του ποιητή, παίρνουμε μαζί με τον ίδιο ένα σκληρό μάθημα συνειδητοποιώντας αδιάκοπα το δύσβατο του κόσμου. «Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα» και «δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια». Το πάθος δεν σώζει, καθώς κι ο ποιητικός του λόγος «Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,/μα την άλλη».

Εισβάλλει στον κλειστό μας κόσμο και τον ανοίγει. Ο πόθος για ζωή και πραγμάτωση δεν οδηγεί στην εμμονή και στο έγκλημα, αλλά στην περισυλλογή και στην ματαίωση, μεταθέτοντας τη συντριβή του ανθρώπου, συντρίβοντας τον. Δεν αφυπνίζει η ποίηση του Λειβαδά, φωνάζει τον θάνατο να συντροφεύσει τον άνθρωπο.

Τονίζει συχνά σημαντικές λεπτομέρειες, κρατώντας «όλες τις φωτιές του ρυθμού» στο σύνολο των ποιημάτων του, επαναθέτοντας την ποιητική προβληματική του.

«Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός/είναι το κάτω μέρος μιας/αναίσθητης γάζας στον πόνο». Δεν εγκαταλείπει το περίγραμμα στις μορφές που δημιούργει, «έκανες την ερημιά κρεμάλα». Χρησιμοποιεί λίγο χρώμα, κυρίως κόκκινο σε μεγάλες επιφάνειες ή σε εναλλαγή με το μαύρο, «Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα/κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα/απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:/μήπως και κουραστείς απ’ τη ρευστότητα.»

Οι συνθέσεις του διακρίνονται για τη σφριγηλή σωματικότητα των μορφών, την έκδηλη δραματικότητα και τη ζωντάνια τους η αδιάσπαστη συνοχή/του Εγώ/για εκατό χρόνια/ίδια και απαράλλαχτη/πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει». Στο ώμο της ζωής –σαν σε αγγείο- η ποίηση του Λειβαδά ως πλοχμός από ανθέμια και άνθη λωτού φωτίζει στολίζοντας την ύπαρξη.

Τέλος συνομιλεί κυρίως στο ΙΙΙ με το “Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας…και πάλι άνοιξη” του Κιμ Κι Ντουκ, βαθαίνοντας περαιτέρω και φωτίζοντας πιο δύσκολες και ενδιάμεσες αποχρώσεις. Μεστός θανάτου δεν ανήκει στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο πνευματικό, τείνοντας χείρα φιλίας χωρίς τη θέληση να καθοδηγήσει.

Την Άτη την φοβούνταν σύμφωνα με την αρχαία μυθολογία ακόμα και οι δώδεκα θεοί. Η κόρη αυτή του Δία θόλωσε ακόμα και το μυαλό του πατέρα της που εκτός ελέγχου την άρπαξε και την τίναξε στη Γη, απαγορεύοντας της για πάντα την είσοδο στον Όλυμπο. Την διέταξε να ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους. Μόνο ο άνθρωπος που αγαπάει την έκθεση, τη γύμνια και το μετέωρο του ανθρώπου, μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο, δεν βγαίνεις ταλαιπωρημένος από την ποίηση του, αλλά γονατίζεις τον θάνατο, τον κατεβάζεις μια σπιθαμή, καθώς πεθαίνεις.

http://www.poiein.gr/archives/10005/index.html

Lew Welch: ΜΙΑ ΑΞΙΟΜΝΗΜΟΝΕΥΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ

(μετάφραση: Γ. Λειβαδάς)


Μια κρύα μέρα στο Όρεγκον
που έπεφτε ελαφρύ το χιόνι


τρεις μέρες αξύριστος
φορώντας αδιάβροχο με κουκούλα


συνάντησα έναν άνθρωπο με δύο πλακάτ στο σώμα του
που ανήγγειλαν τον ερχομό του Κυρίου


κι έκανα ξανά τον γύρο του τετραγώνου
δίνοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία


να με αναγνωρίσει.


[Από τον τόμο "Τα Οράματα Μιας Απίθανης Γενιάς/ Στοιχεία Για Την Beat Generation", υπό έκδοση, Κέδρος 2010)

Γ. Λειβαδάς: "Μια Ζωή" Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας / 7-5-2010

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=159269

Σιωπή και λέξεις, μεταφυσική και πολιτική, ο πειρασμός της δράσης, στάση στο Οράν, το νησί με τα τρία ποτάμια, 40 γραμμάρια στρεπτομυκίνης, το τίμημα.
Είναι οι τίτλοι που συνοδεύουν ορισμένες από τις ενότητες της βιογραφίας του Αλμπέρ Καμύ.
Ο βιογράφος Ολιβιέ Τοντ, πραγματικός μάστορας. Εχω την εντύπωση πως είναι η πιο καλογραμμένη βιογραφία που έχω διαβάσει. Μα και ο Καμύ, άπλωσε ρίζα ο Καμύ. Ο Καμύ τα κατάφερε.
Ο υδραυλικός κάνει εργασίες στην κουζίνα. Τις τελευταίες μέρες έκανε την εμφάνισή του ένας ποντικός. Ο υδραυλικός μού ζήτησε να βάλω κάποιο σι ντι με γαλλικά ρετρό. Του έκανα τη χάρη. «Ηταν μεγάλος ο ποντικός;», μου φώναξε. «Αρουραίος», του απάντησα, «ατρόμητος».
Επανέρχομαι σε ορισμένες από τις ενότητες ξαπλωμένος στον καναπέ. Ο υδραυλικός κάνει θόρυβο και ακούει γαλλικά ρετρό. Εγώ ακούω τον θόρυβο.
Φαντάζομαι τον αρουραίο να τρέχει να κρυφτεί μέσα στις απίθανες διακλαδώσεις του οικοδομικού τετραγώνου. Κάποια απ' αυτές θα οδηγεί σίγουρα στο Α' Νεκροταφείο, που βρίσκεται παραδίπλα. Θα καταφύγει εκεί για σιγουριά και για μεζέδες.
Βίοι παράλληλοι. Ο υδραυλικός, ο αρουραίος κι εγώ. Η ιστορία του καθενός μας. Ή η ιστορία τριών χαρακτήρων. Η ιστορία των ιστοριών μέσα από τους χαρακτήρες όσων γράφουν ιστορία. Τεμπελιάζω. Βάζω ένα παστίς, διπλό.
Η σπουδαιότητα της απόδοσης των ποικίλλων φωνών ενός συγγραφέα. Να μη συγχέουμε τη δημιουργία με την προπαγάνδα, ο Καμύ το είπε και το έκανε. Και ο Τοντ τον ακολούθησε. Πρέπει να πω «έχε γεια» στον αρουραίο, να καταφέρω τον υδραυλικό να συμφωνήσει σε μια χαμηλή αμοιβή για τον κόπο του. Ακούγεται το τρυπάνι. Ορυμαγδός. Ο αρουραίος τώρα άφαντος. Νιώθω μια λύπη που την ευχαριστιέμαι. Παρέα με τα μποφόρ του Απρίλη. Το συλλογικό ένστικτο με τους καταλόγους των φόβων που επηρεάζει την ωρίμανση της φράουλας ή την ορθή θέση της σπονδυλικής στήλης, σαν προσπαθείς να βολευτείς σε μια σακατεμένη καρέκλα.
Πού βρίσκεται το ένα και πού το άλλο, πού βρίσκεσαι κι εσύ που μουρμουράς σκυμμένος σαν φούγκα. Παρανάλωμα που σ' έθρεψε...
Δεσποτισμοί που δεν γνωρίζουν την ανακωχή. Το ευρετήριο των ονομάτων, απέραντο. Οι δυναμικές των συγκρούσεων. Διαρκώς ένα ζήτημα, όπως το Αλγερινό: δύο λαοί με ίσα δικαιώματα, δύο Καμύ που υπήρξαν. Η διοίκηση γαλλική, πώς αλλιώς θα γινόταν, μα η ευθύνη παρισινή. Σαν τον υπαρξισμό του Καμύ, όπου ο συναρμογών ήταν η συμφιλίωση, μα άργησε. Δεν πρόλαβε. Ποτέ δεν ήρθε. Γιατί τελευταία απομένει η ίδια η συμφιλίωση με τον εαυτό της εμβρόντητη.
«Περνάει ο Καμύ: / η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα! / Υπάρχει βραβείο Νόμπελ για ακροβάτες; Ρωτάει η Κατρίν, με την έπαρση της δωδεκάχρονης. / Καημένε Αλμπέρ, τι ωραίος επαναστάτης θα ήσουνα! Λέει η Οντίλ».
Χρειάζεται να έχει αρουραίους κανείς. Υδραυλικούς. Μποφόρ του Απρίλη, μια διάθεση να γίνει γελωτοποιός. Οταν όλα τριγύρω λαμπαδιάζουν είναι γιατί ανυπομονούσαν να λαμπαδιάσουν. Κάποτε όλα γράφονται.
Ποιον πας να εντυπωσιάσεις... διαλέγεις: τα πλήθη, την αγορά, τους αναγνώστες που κρέμονται σαν τις νυχτερίδες ανάποδα. Κρατιέσαι κι εσύ από κάπου. Τρέχεις γιατί έρχεται το τρυπάνι. Τρέχεις να προλάβεις τη ζωή. Γίνεσαι ο βιογράφος, οι ενότητες, οι σημειώσεις, το ευρετήριο. Ανοίγεται πάντα ένα νέο κεφάλαιο στην πατρίδα των μοναχικών και των μόνων.

Να κρατάς χαρακτήρα.

Yannis Livadas: My grandfather Blaise Cendrars


Blaise Cendrars exceeded unexpectedly the established role of the poet, he did not hesitate even to keep certain of his poems closed for years in a chest without any distress for their chance, in order to be a spectator; to see which path would poetry follow without the presence of his own texts. 
Since those heroic years so many things have changed radically in the space of poetry, in its evaluation and its critical confrontation. A thing however remains absolutely the same: the force of authentic poetry. Such is the poetry of Blaise Cendrars.
Its powers are inexhaustible; it is a poetry that stands energetic, full of life, always modern and provocative.  If Rimbaud was the true founder and pillar of the spirit of the new poetry, Cendrars was the giant reviser and the builder of its brand new structure. 
Cendrars was, beyond all questions, the leader of the poetic Modernism. Already in 1914, when Ezra Pound was preoccupied translating Latin epigrams and trying to control the aesthetics of his songs; Cendrars had completed two of his masterpieces: “Easter In New York” and “The Prose Of The Transsiberian”.
Cendrars put to use in his works the manners of advertising daily products, journalism, and much of the atmosphere of the Parisian cabarets, cafes, and the tempers of Jazz. Yet he was one of the few who gave distinctive emphasis to the management of the poetical subject, rather to the subject itself. Cendrars was also one of the few, if not the first one among the poets of his generation, who produced so important fruits, believing in the differentiations of the poetic flow of reason for the benefit of spontaneity and discovery during the creation of the poem. Moreover he was the poet who initiated the poetry of the parallel or simultaneous correlations, where the poem reflects at least two opposite forces whose relation constitutes the meaning of the poem.
Cendrars was deeply aware of the fact that the authentic experience had already begun to be replaced by the common spectacle; that the paragons were gradually suppressed, but instead of some kind of originality, only the imitations and the constriction prevailed.
Though Blaise Cendrars had deep knowledge of the legacy of the voices of the masters, from the near and the distant literary past; he left everything behind him. Undertook serious risks, advanced into, at first sight, chaotic and incoherent fields; which he conquered with a steady belief in innovation, compassion and consequence.
His goal? It was nothing more than the complete reordination of the world.
Life, experience, does not simply influence writing; together with intellect and spirituality, compose the source of poetical objectivity. “Cendrars taught me that you must live poetry, before you start writing” notified Philippe Soupault. An extraordinary modernist, fundamentally in his real life, Cendrars was the major pioneer of poetical avant-garde with a poetical work that is more than difficult to be compared; even with the entirety of most of the major poets of our time.
Part of the poetics of his extensive poems had their roots in the poetry of the Middle Ages. Have been pointed out certain kinships of Cendrars’ writing with the Swiss Benedictine hymnographer called Notker le Begue; but even more concretely with the type of religious poetry (Latin hymns). Furthermore, the poetry of Cendrars presented a resemblance, framed however in a much more promoted linguistic and formal climate, with the poetry of Remy de Gourmont, whose writings were equally supported on the bases of musicality and syntactic styles of ecclesiastical antiphonaries and hymnals. Anyway, Cendrars was familiar only with one work of Gourmont, “Le Latin Mystique”; his study of Medieval poets of ecclesiastical hymns. And this is confirmed.
Except the three major, and extended, poetical works of Cendrars (The Prose Of The Transsiberian”, “Easter In New York” and “Panama”) who continue to bear such a tremendous influence until today; we have to deal with an astonishing, by means of rhythm, vocabulary and style, poetic production, that himself had characterized as “verbal snapshots”. In most of these poems was recognized, for the first time, the so-called “poetic cubism”, a pioneering movement that made a little later its official appearance in certain avant-garde poets, who developed that style (with Reverdy as best of the kind); a term however that did not correspond satisfactorily in the technique of Cendrars and fell short in effect of the attribution of his linguistic originality. 
As we know, Cendrars was never indentified with any literary movement; he was completely indifferent to the conflicts of characterizations and the declassifications of the poetic idioms of his time. He moved forward, all alone, in the precarious horizon of the unknown waters of poetical creation; delivering a hard to define but insuperable work, which the known American writer Henry Miller determined as “a splendiferous hulk of a poem dedicated to the archipelago of insomnia”.
Such a poet was Blaise Cendrars, a Poet. A true writer with a made up name, whom life baptized several times in its innumerable maneuvers of changes; the Hand that got lost in the Legion made the Remington sound like a furious demon.
The modifications of Blaise Cendrars were those that fixed a unique prospect in the space of writing; its viewpoint and openness toward the endless horizon of poetry consist the most powerful points of departure for the poets of today.
Blaise Cendrars: a major poetic spirit and a catalyst. 


Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)