Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γ. Λειβαδάς / Σ' αγαπώ στις περιφέρειες


Σ’ αγαπώ στις περιφέρειες

Σ’ αγαπώ στις περιφέρειές σου το σκοτάδι
Σ’ αγαπώ μαντρότοιχος του νεκροταφείου του Μονπαρνάς
Σ’ αγαπώ μεγάλη Τετάρτη νηστικός και χαμένος

Θα περπατήσω μέχρι την άλλη άκρη των λέξεων
Σ’ αγαπώ

Στη φοινικιά που φύτρωσε μέσα στο κοχύλι
Σ’ αγαπώ

Είμαι το μαύρο τρένο στο Μπερσύ κάθε ξημέρωμα
Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ πλεξούδα της νύχτας της αγκαλιάς
Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ σημαίνει ή ακολουθώ ή αφήνω
Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ στους λοβούς των αυτιών σου κάτι

Σ’ αγαπώ είσαι Σ’ αγαπώ

Βραδινή φούρια στο Μπελβίλ
Σ’ αγαπώ
Εκεί άρχισα να ζω αυτό το ποίημα του αποχωρισμού

Σ’ αγαπώ είμαι εγώ.

[ανήκει στην υπό έκδοση συλλογή "Άτη"]

Conversing with Malay Roychoudhury‏: The Diasporic Plurality of a Behari Bengali, or a Cultural Bastard

http://www.outsiderwriters.org/archives/5344

This may be a beginning of a conversation between me and poet Malay Roychoudhury who was prosecuted for his publication of the poem ‘Stark Electric Jesus’ in 1965. This poem was originally written in Bangla PRACHANDA BOIDYUTIK CHHUTAR which was subsequently translated in English with the help of Howard McCord and Carl Weissner. The poem defied the forms of lyric poetry (sonnet,villanel, minnesang, pastourelle, canzone, stew etc.) as well as Bengali meters (Matrabritto and Aksharbritto), retaining, however, its content vehicle, expressing subjective personal feelings. Malay Roy Choudhury, a Bengali poet, had been a central figure in the Hungry Generation’s attack on the Indian cultural establishment in the early 1960s now living a life of a recluse in Bombay. I was in Bombay for a few days but could not meet him as he was not doing to well and my visit coincided with his visit with the med. So I mailed a few questions to him and this is what he has to say.

Subhankar Das : The Hungry Generation literary movement was launched by you in November 1961 with the publication of a manifesto on poetry in English from Patna where you were residing at that point of time and nobody could believe that a behari can have any say about Bangla literature. During the course of the movement you got arrested, lost your job, dragged around town by the police with rope on your waist…how far it is true? Do you still feel the relevance of the movement exists? If not, why?

Malay Roychoudhury : Everything is recorded in the trial papers which may be retrieved from the records of Bankshal Court, Kolkata. The case No etc are also available in various publications. Why don’t you make a little effort and spend a few silver to get certified copies of those papers to enable yourself to get enlightened about the facts. The Hungryalist movement has changed the course of Bengali literature once for all. We definitely created a rupture in terms of time, discourse, experience, narrative diction and breath span of poetic lines. The lecturer of Assam University who is writing his dissertation for a Doctorate on the subject gleefully informed me that Bengali academicians are even today scared to utter the word Hungryalism. Well, I guess that speaks a lot.

S.D : I need a little more explanation on the word ‘behari’ — the causes behind the rejection etc. ‘lost your job dragged around town by the police with manila rope on your waist’ do you still remember that day.. I need the story of that day. Can you elaborate a little –’rupture in terms of time, discourse, experience, narrative diction and breath span of poetic lines’

M.R : I don’t want to recall those days; it gives me pain in my present loneliness. I want to forgive everybody. There is a rupture; in Bengali we call it ‘Bidar’. Look around you and you will get the answer. Manila ropes were not there in our time. Ropes were made of coconut husks. I don’t think you will fathom the diasporic plurality of a Behari Bengali, or a cultural bastard.

S.D : Keeping in mind the Hungryalist movement made a big difference in the attitude of Bangla Lit Scene don’t you think any kind of movement finally aspires for a kind of regimentation, closed groups where the freedom of the authors needs to be sacrificed to keep the movement going? Please share your experience.

M.R : Arrey yaar, don’t think in terms of your knowledge of the movements in Western literature. Hungryalist movement did not have a centre of power, high command or politbureau. Any one and everyone were free to join the movement just by declaring himself that he was a Hungryalist. In fact some of the later Hungryalists are not known to me even today! Participants were free to publish their own broadsides, pamphlets, booklets, magazines etc. The movement was not confined to Kolkata only. As you have just said, I was from Patna; Subimal Basak was from Patna as well; Pradip Choudhuri was from Tripura; Subo Acharya was from Bishnupur; Anil Karanjai was from Benaras. The Little Magazine Library and Research Centre at Kolkata is having an archive, you may like to check out.

S.D : What initiated you to leave the literary hub Kolkata to live a life of a recluse in Mumbai/Bombay?

M.R : I sold off my Kolkata flat, gifted entire collection of books, gramophone records, discs, cassettes etc to friends and readers and donated all furniture’s in my neighborhood. I felt very sad about Kolkata. As you know, once upon a time Kolkata belonged to our clan; I found it is just leaching. Not that I wanted to come to Mumbai; I would have preferred to go anywhere. I came to Mumbai because I have a one room flat in this city.

S.D : Why you found Kolkata is now just leaching and nothing more ?

M.R : I just stopped myself from uttering the expression ‘The City of Lechers’. I had experienced the city some sixty years back; it was completely different. Ask any one of my age, anyone who is not a part of the present power nexus.

S.D : Do you still feel like an outsider after all these 49 years?

M.R : Oh, yes. I am ‘The Other’.

Yannis Livadas - The Margins Of A Central Man

Υπό έκδοση, Ιούνιος 2010.

JOELLE LEANDRE + AKOSH S. (Duo improvisé contrebasse/sax)


du 30/03 au 03/04 /2010, 20h30
LAVOIR MODERNE PARISIEN
35 rue Léon
75018 Paris
01 42 52 09 14

Γ. Λειβαδάς: Armabands Vited

Κάθε φορά που η καρέκλα τρίζει:
Μέσα στο σπίτι χώμα και βρωμιά
Από χώρες που πέρασα έχουν στήσει
Μια ζώνη από το αύριο.
Μόνος σημαίνει τα λεπίδια
Μα σάμπως
Ήλιοι ανάμεσα στα μάτια.
Από τους ρόλους του λόγου δεν βγαίνει
Κανένας Λόγος.
Ευτέλεια σε κοντομάνικα.
Γράψτε τον σε περιοδικά.
Γιατί αν όντως…

Καθαγιάζεται η αναζήτηση οικογένειας
Στη λογοτεχνία.
Τα βάφουν μαύρα.
Η ενασχόληση του finest selected
Θα διπλωθεί χαρτοπετσέτα σε κάποιο γεύμα.

Ο σοφός μπορεί να πεθάνει από την πείνα.
Ο έξυπνος όχι.

Jacques Coursil en présence d’Archie Shepp



“Souffle Continu”

20/22 rue Gerbier - 75011 Paris

Tel./Fax 01 40 24 17 21

Γιάννης Λειβαδάς: Περί «καταραμένων ποιητών»

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=143046
από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 19/4/2010

Τι σημαίνει «καταραμένος ποιητής»; Απολύτως τίποτε. Οι ποιητές είναι σπουδαίοι ή τίποτε. Το δέος απέναντι στο θαύμα της απόλυτης ταύτισης της ζωής και του έργου είναι που δημιούργησε αυτό το σύνθημα.

Σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις ο αληθινός ποιητής μετετράπη σε ένα προκλητικό, φαινομενικά ιερόσυλο παιχνίδι. Αυτή η, «ανεξήγητη» σε κάποιους, δυνατότητα έφερε την ποίηση πιο κοντά στο ανθρωπιστικό της κέντρο, και προέκτεινε απίστευτα τα πεδία της αισθητικής της. Παρ' όλα αυτά, μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής κοινωνίας δεν έχει ακόμη καταφέρει να αντιμετωπίσει δημιουργικά το έργο τόσο σημαντικών ποιητών.

Θα ήταν βαρετό και ανώφελο να αρχίσουμε να συζητάμε ξανά για «κολασμένους», «αυτοαναφορικούς» κ.τ.λ. Στα ιδρύματα εξακολουθούν να διδάσκουν πως ο «καταραμένος ποιητής» ευαγγελίζεται το σκοτάδι, είναι ένας ζοφερός μηνυματίας, κατοικεί σε μια αχλή περιορισμένης εξατομίκευσης. Πέφτουν έξω.

Είναι η ψευδαίσθηση της συνεκτικότητας του υποτιθέμενου αναδημιουργημένου κόσμου που δημιουργεί αυτές τις απόψεις. Ο φόβος και η αφέλεια μπροστά στο μνημείο της Ζώσας Τέχνης, που κάνει τους περισσότερους να τρέχουν σαν τρωκτικά στα υπόγεια της φιλολογικής τους ειδικότητας.

Η ποίηση είναι μόνο φάση του Ανέφικτου (Impossible). Ο ποιητής κατέχει όλα τα συστατικά για να το προσομοιώσει μέσα στη ζωή και πάνω στο χαρτί. Ο δημιουργός είναι διπλός πρωταγωνιστής. Παίζει στη ζωή, παίζει και στη γραφή. Τα «προβλήματα» που κοπιάζουν να καταδείξουν ορισμένοι δεν είναι παρά η αδυναμία απόδοσης συγκεκριμένου νοήματος λόγω της μόνον επί μίας διάστασης ερευνητικής τους προσπάθειας. Το «εις βάθος» απουσιάζει. Ή, ακόμη χειρότερα, είναι μονάχα λίγα εκατοστά τρόμου μπροστά στο Εργο. Εξάλλου, ακόμη και οι «ιδιότητες του καταραμένου» δεν αποτελούν σε κάθε περίπτωση μέρος του ποιητικού ιδεώδους; Δεν πρόκειται για κατάρα, για τραγωδία, μα ούτε και για τον Σίσυφο. Η δημιουργία είναι δίστομη, και στην περίπτωσή μας ασκούνται και χρησιμοποιούνται και οι δύο κόψεις. Τα περιθώρια λοιπόν ως προς τη δυναμική και την κατάκτηση του έργου, όχι απλώς δεν λησμονούνται, αντιθέτως, επιστρατεύονται άρδην. Ο ποιητής δεν βιώνει την «τιμωρία» ή την «κόλαση», είναι εσωτερικό όργανο μιας υψηλής διαμάχης, απολύτως οργανικής, για την κατάκτηση του Ολου. Η ποίηση αυτή παρέχει απλώς την πιο εκτενή, την πιο ριζοσπαστική πιστοποίηση.

Τα ποσοστά σκότους και φωτός στην αναζήτηση μιας πνευματικής πατρίδας παραμένουν άγνωστα ώς τη στιγμή που αποκαλύπτονται από το βίωμα της ίδιας της ποίησης. Είναι απολύτως συνταυτισμένα με τις δυνάμεις και τις ιδιότητες της γλώσσας. Ο «ατομικισμός», σ' αυτήν την περίπτωση, δεν είναι έλλειψη αντικειμενικότητας ούτε μαρασμός, είναι η καθαρή έκφραση της ποιητικής Ευθύνης. Αυτό που από τη σύγχρονη ποίηση περισσότερο λείπει: ελευθερία στην τέχνη και εγκατάλειψη των υπαρχουσών μορφών.

Ο ποιητής επιστρέφει σαν μπούμερανγκ όλες τις εξισώσεις στο σημειολογικό αντικείμενο της ποίησης, στον άνθρωπο, αποδυναμωμένες και άχρηστες μπροστά στη μοναδική συνθήκη που αποδομεί τα πάντα: τον Θάνατο. Κάθε δημιουργός είναι η Αρχή και το Τέλος. Ο ποιητής λοιπόν είναι η αυτοθυσία προς όφελος της Ποίησης, δηλαδή της Αλήθειας.


Γ. Λειβαδάς: "Γράφει"* (απόσπασμα)

Η ποίηση αντιπροσωπεύει την δημιουργική προς το καινό [κενό] τάση, αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί η ίδια αυτήν την διαρκή μετατόπιση, μεταστροφή. Καταστρέφοντας κάθε ενδιάμεση, σε σχέση με την μέγιστη, εποπτεία• ώστε να καταστήσει τον ποιητή φυσικό της Επόπτη.
Στην ποίηση δεν υφίσταται παθητική στάση απέναντι στο παιχνίδι του απολύτου που προκαλεί την εμφάνιση της διαρκούς και αυτό-τροφοδοτούμενης (αυτοκαταστροφικής) Συνθήκης των μύθων, των οραμάτων, των συμβόλων, των νοητών και των ιστορικών αξιών, της απόκρυψης και της αποκάλυψης και των υπολοίπων στοιχείων, καθιστώντας τα υποχείρια και όχι αξίες της δημιουργίας. Μόνο ενεργητική στάση, δηλαδή παρεμβατική. Προώθηση και όχι διατήρηση.
Εάν δηλαδή η ποίηση είναι κάτι που αενάως μεταστρέφεται, αλλάζει, πώς να εξακολουθεί να φέρει, ανά περίπτωση, το όνομά της εφόσον παραμένει κατ’ έναν ή περισσότερους τρόπους στάσιμη;
Βλέπω την ποίηση τριγύρω μου να έχει καταντήσει δοκίμιο, να είναι υπερβολικά καλογραμμένη, υπερβολικά διαθέσιμη, αφόρητα διακριτική.
Όσο για μένα τον ίδιο, φρόντισα να αντικαταστήσω τη μία με την άλλη.
Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι σημαίνει.
Αυτά λέω στρίβοντας ευθεία, στην πραγματικότητα λέγοντας τίποτα• προχωρώντας με μια συνείδηση σε μόνιμη αλητεία, λες και έχει νόημα: Έλα.

*[ανήκει σε κείμενο υπό έκδοση].

Γιάννης Λειβαδάς: O Σωρός των Ποιητών

Επαναδημοσίευση του κειμένου που αναρτήθηκε στο Ποιείν.gr ακριβώς πριν από δύο χρόνια.

Ερμηνεύουν και υπερασπίζονται την ποίηση, ενώ εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν και πώς η ποίηση δύναται να εκφράσει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Να μιλήσει δηλαδή, όχι μόνο για τον εσωτερικό κόσμο της, μα και για τον κόσμο έξω από αυτήν. Αναρωτιούνται αν η ποίηση λειτουργεί κατά πως φαίνεται ή και αλλιώτικα. Αναρωτιούνται αν η ποιητική γραφή περικλείει δυνάμεις που πρέπει να ανακαλύψει ή απλά να αποδεχτεί κανείς. Διερωτήσεις του πρωτάρη. Δουλειά από τέταρτο χέρι. Φιλολογία επί μαρμάρων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, παρόμοια με τον τρόπο που γίνεται κάποιος ακαδημαϊκός, εντελώς αυθαίρετα δηλαδή, έχουν αποκτήσει τον τίτλο του ποιητικού μέντορα ενώ οι παραβλέψεις και τα λάθη των κρίσεών τους είναι ασυγχώρητα, όμοια με εκείνα των ακαδημαϊκών. Παίρνουν θέση υπέρ ενός, μονομερούς και εντελώς περιφερειακού χαρακτήρα, κανόνα, ο οποίος αποδεδειγμένα αδυνατεί να εκφράσει ουσιαστικά το ποιητικό φαινόμενο. Και να επισημάνουμε πως και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για εκείνους που εύκολα πηγαίνει το μυαλό μας. Γιατί υπάρχουν κι άλλοι, ακαδημαϊκοί, φιλόλογοι και γενικώς «περί της ποίησης» οι οποίοι όντας εχέφρονες μένουν σιωπηλοί, υπό την έννοια πάντοτε πως δεν διακατέχονται από την «ευθύνη» να διαφωτίσουν κανέναν.
Ποια είναι μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από την άποψη πως μόνο ένα μέρος της γλώσσας μπορεί να υποστηρίξει την ποίηση; Πως το εικονικό είναι συγχωνευμένο με το πραγματικό; Πως η ποίηση βρίσκει τον δρόμο της χρησιμοποιώντας τα γνωστικά εργαλεία που βάναυσα έχουν θέσει ολόκληρη την παγκόσμια κοινωνία στην υποτέλεια; Πως αναμένεται επιτέλους κάποιο ποιητικό όραμα; Φωστήρες από τα Άβδηρα.
Σαν απάντηση λέω πως αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση. Πως το εικονικό είναι εκζήτηση της βλακείας και μόνο οι αστοιχείωτοι έχουν λόγους να του προσδίδουν σημασίες και έννοιες. Πως το πραγματικό δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από εκείνον που χρειάζεται να τεμαχίζει αδιάκοπα τη γνώση και τη διάνοια για να το αντιμετωπίσει. Πως η τέχνη της γραφής δεν εμπεριέχει στοιχεία της γενικευμένης και επιβαλλόμενης γνώσης• και πως εάν τα χρησιμοποιήσει θα είναι μόνο για καύσιμη ύλη. Πως το ποιητικό όραμα έχει από αιώνες αποκαλυφθεί και πως το όραμα αυτό είναι ο Ποιητής.
Ο ποιητικός λόγος δεν θα ήταν ποιητικός εάν από τη φύση του δε διέθετε τις δυνάμεις εκείνες που τον καθιστούν μυστικό ελεγκτή των πραγμάτων. Από την άλλη, ο ποιητικός λόγος ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, ή άλλη σύμβαση, για να καταφέρει να είναι ποίηση. Ο ποιητικός λόγος δεν «ασχολείται» μήτε «συστηματικο-ποιείται». Η ποίηση εκφράζει την κατάσταση της αληθινής σχέσης με τη ζωή, με τους ανθρώπους και κάθε τι που από αυτούς απορρέει. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της, όταν κανείς την διαβάζει.
Στην πραγματικότητα η ποίηση έχει ήδη δράσει πριν ακόμη γραφτεί, ή καλύτερα, είναι μία αδιάκοπη αν και μεταβαλλόμενης ισχύος δράση, η οποία βρίσκεται μονίμως λίγο ή πολύ πιο μπροστά από τα πράγματα. Γι’ αυτό και η ποίηση είναι χρήσιμη, γιατί μπορεί να μεταστρέψει τον αναγνώστη. Η ποίηση που δεν μεταστρέφει είναι ραβασάκι της ντροπής. Η κοινωνία οφείλει να επωφελείται από τον ποιητικό λόγο γιατί πολύ απλά αργεί εκείνη η μέρα που όλοι οι άνθρωποι θα είναι ποιητές. Η κοινωνία μπορεί να αναζητήσει τις πιο καίριες απαντήσεις μέσα στην ποίηση.
Διαβάζουμε, με μεγάλη λύπη, τοποθετήσεις διαφόρων γραφιάδων (και δυστυχώς όχι μόνο μεγάλων ηλικιών) που αντιμετωπίζουν την ποίηση σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον. Και αν ακόμη θεωρούν πως μία επίγνωση μπορεί να σταθεί για κάτι τέτοιο ικανή, δηλαδή να παράσχει στον κάτοχό της άδεια ποιητική, πόσο πραγματικά αξίζει εφόσον τίποτα δεν επιφέρει; Έχει οδηγήσει πουθενά πέρα από τις ξέρες των κρατικών βραβείων το γνωστό κατεστημένο της ποιητικής γραφής στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια;
Η επίγνωση δεν είναι ποιητικά χρήσιμη αν δεν αντανακλά μία με φυσικό τρόπο ορισμένη Θέση. Δηλαδή, η επίγνωση δεν αφορά κανέναν πέρα από τον κάτοχό της εάν δεν είναι Κενή. Διατυμπανίζουν ένα αλαλούμ επινοήσεων τόσο απομακρυσμένων από την υπαρξιακή συνθήκη που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν οτιδήποτε εκτός από ποίηση.
Στην πραγματικότητα ένας αρκετά διευρυμένος κύκλος ασθενών προσωπικοτήτων, προσφέρουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δοκίμια, άρθρα και ποιήματα που μόνο κατ’ επίφαση είναι τέτοια. Εάν οι άνθρωποι αυτού του συγκεκριμένου κύκλου ανακαλύπτουν μόλις τώρα τις δυνάμεις, τις τήξεις και τις ρίξεις του σύμπαντος που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ανθρώπινο», αυτό δεν σημαίνει πως είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραζόμαστε την αδαημοσύνη τους. Αντί να καταγράφουν όλες αυτές τις εντυπώσεις σε ένα προσωπικό ημερολόγιο, με την ανοχή εκδοτών και περιοδικών που είτε δεν είναι σε θέση να κρίνουν, είτε ελέγχονται, έχουν αυτοανακηρυχθεί ικανοί να καταπιάνονται με ένα τόσο δυναμικό και συνάμα εξοντωτικό φαινόμενο όπως η ποίηση.
Συνοδεία σ’ αυτήν την παράτα: η κριτική. Εκείνη που θέλει, μα ουδέποτε απέδειξε πως είναι σε θέση να ονομάζεται έτσι. Για όλους αυτούς τους θεατρίνους η ποίηση ξεκινά και σταματάει στις μεταξύ τους συμφωνίες. Σε μία ολοφάνερη πλέον omertà. Τους ποιητές τους τρέμουν.
Θα εμφανιστούν οπωσδήποτε ορισμένοι απ’ αυτούς και θα θέσουν το γνωστό εκείνο «ερωτηματάκι», πείτε μας τότε εσείς, κύριε υπογράφοντα αυτού του δύσμοιρου κειμένου, ποια είναι η άλλη «άποψη» για την οποία κάνετε λόγο; Και θα περιμένουν, τι; Να τους τρίψει κάποιος στα μούτρα τα κιτάπια που εδώ και χρόνους έχουν με τον καλύτερο τρόπο εκφράσει το ποιητικό φαινόμενο; Όχι βέβαια, αυτό θα το έκανε μονάχα άλλος ένας «μέντορας» όμοιός τους.
Αλλά μήπως είναι δυνατό να ανεχθούν τις αυθεντικές πηγές; την πραγματική φύση της Μούσας, εφόσον το ποιόν τους δεν περιλαμβάνεται στη δική της λίστα; Αλλά γιατί άραγε θεωρούν πως η ποίηση χρειάζεται στην εποχή μας υπεράσπιση; Μήπως απλά για να καταφέρουν να συγχωνεύσουν με έμμεσο τρόπο τις δύστυχες αράδες τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Είναι δυνατόν να χρειάζεται η ποίηση υποστήριξη; Όχι βέβαια. Αν αυτό συμβαίνει προφανώς δεν μιλάμε για ποίηση. Μιλάμε για φιλολογική ενασχόληση.
Τα πράγματα όμως είναι εντελώς ξεκάθαρα στην βάση τους, διότι με τις απόψεις τους δείχνουν να μην αντέχουν καν τον ρόλο που τους αρέσει να παίζουν. Μήπως υπάρχει έστω κι ένας από δαύτους που αντέχει τον δημόσιο διάλογο με θέμα την ποίηση; Τους το προτείνω, όπως τους προτείνω συνάμα να αλλάξουν βιβλιοθήκη, να αλλάξουν ζωή και εαυτό. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις, αν είσαι ποιητής.
Φαίνεται πως ο νεότερος κόσμος έχει επικινδύνως υποταχθεί σε ένα κλειστό κύκλωμα πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών και ψυχαναλυτικών ιδεών, το οποίο έχει οδηγήσει τα πράγματα στην κατάντια που επικρατεί γύρω μας. Καθώς και στην κατάντια να έχουμε για ποιητές αυτού του κυκλώματος τα φερέφωνα. Πρόσφατα μάλιστα από την πλευρά τους τα πράγματα κάπως αγρίεψαν. Μα ποιος μπορεί να φοβηθεί τους δειλούς που κρύβονται πίσω από μια κόλα χαρτί; Διακρίσεις, περιοδικά, ανθολογίες, πανεπιστήμια, κατινισμός, λιβανιστήρια. Κανείς δεν τα χρειάζεται όλα αυτά. Αυτή είναι αλήθεια. Με τον ίδιο τρόπο που την 21η Μαρτίου δεν υπάρχουν ποιητές σε κοινή θέα.

Μάρτιος 2008

Γιάννης Λειβαδάς - Να καταστρώνεις χωρίς καπέλο [Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 12/3/2010]

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=140297

Ναι, είναι αλήθεια ότι το πρώτο βιβλίο που διάβασα μετά μανίας ήταν ο «Φύλακας στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα για τα πραγματικά του λόγια. Οχι τα άλλα.

Τα καλοκαίρια είχα μπροστά απ' τα μάτια μου ανοιχτούς αγρούς. Με πήγαιναν στην εξοχή χωρίς να πηγαίνουμε όλοι μαζί. Εκεί που μαύριζαν σαν ξεροκαμένα τα σκιάχτρα όταν έσπαζε τον κρόκο του κάποιο χρυσό ηλιοβασίλεμα. Γυάλιζε και το εξώφυλλο του βιβλίου σαν την επιθυμία. Για όλα.

Υστερα από τόσα πολλά χρόνια, ξυπνάς τα πρωινά σαν ζωόμορφο ξεφούσκωτο σωσίβιο. Και άντε φύσα για να φουσκώσεις. Αλλά φουσκώνεις μέχρι σκασμού. Και ξεφουσκώνεις. Αλλά σάμπως να κάνεις λάθος για το σωσίβιο. Πρόκειται για άλλο πράγμα.

Οταν ήμουν δώδεκα χρόνων είχα τη δύναμη των δώδεκα χρόνων και αυτό σήμαινε σίκαλη, φεύγουμε για καλοκαίρι, τα πρώτα τσιγάρα και όλα να γίνονται μετά μανίας. Η παιδική ηλικία όμως είναι για πέταμα, και η εφηβεία, και τα μετά και τα ύστερα. Εκεί αρχίζουν άλλα ανοίγματα, άλλοι αγροί και ορίζοντες που τρίζουν σαν ενάντια μέταλλα.

Από εδώ και στο εξής, διαβάζεσαι. Γράφεσαι. Αφήνεις τον εαυτό σου να προχωρήσει γιατί κάποιος πρέπει να προχωρήσει· με τον ίδιο τρόπο που κάποιος πρέπει να ντρέπεται πού και πού, αφού κανείς δεν ντρέπεται και κανείς δεν αφήνεται.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται, είναι σίγουροι μ' αυτό που βρίσκεται. Η δυνατότητα του θηλαστικού. Τα φίδια που ζώνουν. Σ' αυτό το σημείο γράφω γέλια.

Οταν, παιδί ακόμα, ανοίγεις το βιβλίο αφήνεις πίσω σου κάτι απ' αυτά που γνωρίζεις. Αρκεί να είναι βιβλίο. Γιατί υπάρχουν βιβλία μόνο από χαρτί και μελάνι που είναι μόνο για να θηλάζεις. Μοιάζει με το «μου αρέσει». Μ' αυτό που δεν έχει καμιά σημασία. Γιατί στο ναι και στο όχι μπορείς να συμφωνείς για λόγους διαφορετικούς, όπως και να διαφωνείς για διαφορετικούς λόγους. Το «μου αρέσει» το εντάσσω σε μια μόνιμη παιδική ηλικία. Στην ηλικία που είτε δυσκολεύεσαι είτε αδυνατείς παντελώς να παθαίνεις από μια ολόδική σου πρωτοβουλία. Να τρίζουν τα δικά σου μέταλλα, ο δικός σου ορίζοντας. Να ξέρεις να ξεπερνάς τα βιβλία. Τα σκιάχτρα και του ήλιου τα χτυπημένα αβγά.

Εξέχοντά μου λοιπόν, πάρε από νωρίς την απόφαση. Γιατί ποτέ δεν είναι πολύ νωρίς. Και το ζωόμορφο σωσίβιο δεν ήταν μόνο ένα σχήμα λόγου. Εδώ διασταυρώνονται πράγματα που δεν θέλουν να διασταυρωθούν.

Απ' ό,τι φαίνεται, έχεις πολλούς μπελάδες και δεν ξέρεις τι να τους κάνεις. Στοιχηματίζεις καμιά φορά για να νιώσεις άσχημα; Πνευματικός κόσμος μονάχα από φόβο; Λέρωσε λίγο τα χείλια σου λέγοντας πως δεν αξίζεις ούτε μια δεκάρα. Λέγοντας πως μια δεκάρα ηχεί πιο ευχάριστα απ' όσο το στόμα σου. Πράττεις μόνο παθητικά. Τι να σε κάνω. Γνωρίζεις από χορό όταν οι άλλοι κοιμούνται; Εχεις συμπόνια για την ηλεκτρική καρέκλα; Ανεβαίνεις σαν ανοιχτή λεωφόρος στο καράβι; Μετράς ή μετριέσαι; Ερωτήσεις που αναγκάστηκαν. Τώρα τις αφήνω ελεύθερες. Κι ελπίζω να μην τις ξαναχρειαστώ.

Υπόσταση και κενό μάς κάνει υποφαινόμενα. Δίχως ένα από τα δύο γινόμαστε κινηματογραφική ταινία. Φουσκωμένα σωσίβια, και ξεφούσκωτα. Η γνώση είναι αυτό που δεν ξέρεις καθώς και όλα τα υπόλοιπα. Γι' αυτό προχώρα.

Η υπόκλιση καλή, αλλά αν έχεις καπέλο βγάλ' το. Θα φτάσεις σε αναγκαστική σιωπή και δεν το θέλεις. Αγκάλιαζε σφιχτά το πρώτο πρόσωπο γιατί σε αποχαιρετά.

Να μπουχτίζεις - που σημαίνει: να καταστρώνεις.

Yannis Livadas - A Little Burial Prose for Jhadav Dasari (1937-2010)

Jhadav was ever unknown to me
But never a stranger though
I met him exactly seventeen years ago.
Cooking burial dust in his pot
He was saying singing to me
He wanted to get ready some day
To eat the flesh of a dead woman
Dressed in blue and loving as
A kingfisher bird.
The day I left him in Varanasi
He was quite obsessed with the idea
That he had never heard about
The existence of a man eater poet
In the west.
“Be the one!” he shouted at me
As a goodbye.
“I don’t like people that much”
I answered, “yet love them”.

Now I am doing quite
A thinking.



[An old friend Jhadav Dasari (Aghori-Shivaist)
died in Varanasi on March 4, 2010]

Yannis Livadas / Three Poems In "Greenbeard Magazine"

Bill Evans



Art by Dimitris Arvanitis

Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχει δεχθεί

Η πλειονότητα όσων γραφούν σήμερα έχουν ξεχάσει το πιο βασικό: πως η γραφή είναι πάνω απ’ όλα τέχνη, όχι κατάθεση. Κρίνοντας κανείς απ’ αυτό θα διαπιστώσει πως δεν παράγεται και τόση λογοτεχνία. Παράγεται μία σταθερά μονοσήμαντη κατάθεση προσωπικών δεδομένων· είτε αυτά αφορούν αυστηρά τον γράφοντα ή μια αίσθηση που διαθέτει αποκλειστικά στον στενότατο κύκλο της ιδιωτικής του παθολογίας. Αυτό δεν έχει ουδεμία σχέση με την τέχνη του λόγου.

Πανομοιότυπος είναι φυσικά και ο τρόπος προώθησης ή προβολής της ποίησης. Υπάρχουν διάφοροι κύκλοι, έντυπα, εκδηλώσεις, που κινούνται επάνω ακριβώς σε αυτή τη βάση. Όλα αυτά είναι προσποιήσεις, για να μην χρησιμοποιήσω πιο βαριά λέξη.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την αποκαλούμενη «slam poetry». Ένα παρατεταμένο show υστερήσεων. Πέραν αυτού, μία κακή μίμηση του τρόπου δημόσιας απαγγελίας ποιημάτων που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 από ορισμένους Μπιτ ποιητές.

Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε λοιπόν, μήτε και κάποιο δημιουργικό ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική στήλη του ποιητικού σώματος ετούτης της δύστυχης χώρας. Απεναντίας, το ποιητικό σώμα αδιαφορεί παντελώς για το συμβάν και δεν συμμετέχει σε αυτό.
Το προφανές και άμεσα κατανοητό είναι η εμφάνιση ενός ακόμη, στημένου σκηνικού, ενός κυκλώματος που αναπαράγει τον εαυτό του, πατρονάρει πρόσωπα και φροντίζει να συντηρεί την ανεπάρκειά του.



Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010 / στο Μπαρ "Φλου" στη Θεσσαλονίκη

















Την Δευτέρα 8 Μαρτίου, το βράδυ στο Μπαρ ΦΛΟΥ (Θεσσαλονίκη), κατά την διάρκεια της παρουσίασης του "Ποιείν/Αλμανάκ 2009", ο Γιάννης Λειβαδάς θα διαθέτει τις δύο τελευταίες του ποιητικές συλλογές: "John Coltrane & 15 Poems For Jazz" και "Άπτερος Νίκη/Μπίζνες/Σφιγξ".

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)