Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γ. Λειβαδάς: Η εκ γενετής παραίσθηση της συνείδησης (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 23/4/2010)

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=154673

Σιωπούν ακόμη και τα τζιτζίκια. Η βρύση έπαψε να στάζει μέσα στο παρατημένο κολονάτο ποτήρι. Ο άνεμος μέσα στην πόλη χάσκει. Η ζέστη κρέμεται απ' τις μαρκίζες, απ' τα σηκωμένα μανίκια, από τα πρωτοσέλιδα που μπαγιατεύουν μέσα στον καύσωνα ακόμη πιο γρήγορα. Οι σκύλοι βγάζουν γλώσσα. Κατακαλόκαιρο.
Μα επί το έργον του μυαλού τα πιεστήρια. Ανακατεύω μέσα στο κρασί τα παγάκια, βάζω στο στόμα το χτεσινό πούρο και μένω ακίνητος αντίκρυ στο γραφείο όπου γράφω. Σαν σε ενέδρα. Δυο μύγες πλέκουν κουβάρια στον αέρα, συγκρούονται, ξεμακραίνουν και στο τέλος μοιράζονται μια δυσδιάκριτη βρομιά πάνω στο πάτωμα.
Εχω επιστρέψει μόλις ενάμιση μήνα και ετοιμάζομαι να πάρω πόδι ξανά, σε ενάμιση μήνα από σήμερα. Εγώ στο κενό και οι μύγες στο καθαρό συναίσθημα.
Αποφεύγω τη δημιουργία κάθε ατμόσφαιρας. Αρκεί που κάθε λίγο δεν φυσάει και η κάψα σού παίρνει το κεφάλι. Πρώτα ζεις και μετά διατυπώνεις - ακόμη και με διαφορά λίγων δευτερολέπτων. Ακόμη και πάνω στη ράχη της διαφοράς.
Ο,τι έλαβα με το ταχυδρομείο όσο έλειπα, βρίσκεται στοιβαγμένο πίσω ακριβώς από την εξώπορτα: τέσσερις ποιητικές συλλογές αγνώστων, ληγμένοι λογαριασμένοι, δύο τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών όπου δεν είμαι συνδρομητής, μία ερωτική επιστολή, γράμματα φίλων από μακριά.
Τα παγάκια μέσα στο κρασί έλιωσαν πριν καν το πάρω είδηση. Οπως όλα. Και η γεύση που έχει χαθεί αναζητώντας δροσιά. Αδειάζω το ποτήρι και σβήνω μέσα το υπόλειμμα του πούρου. Μου 'ρχεται να το πιω κι αυτό, μα με διαβεβαιώνω ταχύτατα πως δεν είναι όλα «όπως όλα». Φυλαγόμαστε. Και φυλάμε. Αυτό το συνδυάζουμε και με το «φιλάμε» ή «φιλιόμαστε» ή «φιλιώνουμε». Οι μύγες χωρίζουν και δεν ξανασυναντιούνται. Οι τίτλοι στις ράχες των βιβλίων που γεμίζουν τους τοίχους τριγύρω μοιάζουν με προβλέψεις. Τα προγνωστικά, παιγμένα στοιχήματα.
Εγκολπώθηκα τους Τσιγγάνους του Ρατζαστάν. Το πλάγιο αλλά και τεθλασμένο βλέμμα των σερβιτόρων στην Ταγγέρη. Πιάνω τον εαυτό μου να δονείται με τον σφυγμό της θάλασσας. Είναι να βρίσκεις ανθρώπους. Και υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να με αναμένουν σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Τώρα τα τζιτζίκια κάνουν μια σημαντική προσπάθεια. Κοιτάζω το ψηφιακό ημερολόγιο και κάνω υπολογισμούς που τους κρατώ μακριά απ' τα βιβλία. Μακριά από οτιδήποτε. Η διάκριση του θανατερού πάνω απ' όλα.
Κοντεύει τέσσερις το απόγευμα, αυτήν την ώρα ο φίλος μου ο Τάκης στην Καλαμάτα θα φτιάχνει χειροποίητη καραμέλα, θα κάνει μάτσα τα αποξηραμένα βότανα. Ο Ζαν Μπατίστ στην Μπιγιανκούρ θα τρέχει να τα φέρει βόλτα μ' εκείνη την οικογένεια. Ο Αντάμ θα μετράει τα πλευρά του ξανά και ξανά. Στο Αλγκεθίρας θα φορτώνουν το πλοίο γι' άλλη μια φορά. Οι γυναίκες που με αγάπησαν με αγάπησαν. Η ζέστη είναι μια πανοπλία που δεν με χώρεσε μέσα. Καθώς και η χώρα ετούτη που σβήνει από χωρατά, από την απόλυτη συνέπεια στην έρευνα της επιδερμίδας. Από το καμάρι που της μεταδίδει η ορμή στα σχολιανά. Η απόκρυψη του ιδρώτα. Ειδικά στα δύσκολα σημεία.
Παθαίνω απανωτές επιγνώσεις, μα δεν δίνω δυάρα, το βράδυ θα ακολουθήσουν τα κουνούπια. Η συνείδηση σε πουλάει, και σε αγοράζει.
Η χώρα καραδοκεί για κάποιο κουφάρι, ο ήλιος δεν γνωρίζει από ζέστη, αλλά μας καίει. Και θα μας κάψει. Μα από χαρά μεγάλη, όχι από μίσος ή λύπη. Αυτός είναι ο ήλιος μας. Τα χρέη μου είναι υπέρογκα. Εχω και τους Στύλους του Ολυμπίου Διός δυο βήματα παραπέρα, που μου τα θυμίζουν με το πρώτο φως κάθε μέρας. Λέω να ζητήσω αύξηση για τα κείμενα που δίνω στην εφημερίδα. Λέω: αναζητούμαι ασταμάτητα. Αλλά δεν έχω να ζητήσω κάτι από μένα.
Γυρίζω τον ανεμιστήρα στα πόδια. Και ξεκινώ να γράφω ένα ποίημα για τα κοιμητήρια.
Δεν έχω να εξηγήσω τίποτα, αλλά έχω να εξηγηθώ με κάποια πράγματα ακόμα.

Μπλεζ Σαντράρ - Φύλλα Πορείας (25 ποιήματα και μία συνέντευξη)


Υπό έκδοση 2012. 
[Με την ευγενική συνεργασία της κόρης του ποιητή Μίριαμ Σαντράρ και του εγγονού του Ζαν].
Εισαγωγή, επιμέλεια, σημειώσεις: Γιάννης Λειβαδάς. 
Μεταφράσεις: Ναυσικά Αθανασίου, Κλείτος Κύρου.


Yannis Livadas: Two poems from "John Coltrane And 15 Poems For Jazz" (C.C. Marimbo, Berkeley/California 2008)

1. Recently Dead / Jackie McLean

Recently dead you are
               I 've been told
               on the telephone
               by the lunatic
               pianist
whatever they say play
      the alto prance
      fill the music paper 
we 're all
             the 
             dead ones 
             of the other 
             side 


2. Until When Lee Konitz 

You seemed shorter than I
believed you were for fifty 
years since you exhausted the horn
of the conscienceless musician: 
Hermetism that pueriles
manifold deterrence. 
You celebrated your eighty years 
a meter away from me 
you looked at me like a revolver 
I looked back at you who done well



 


Blaise Cendrars - Sabrana Poezija

Μπλεζ Σαντράρ: Άπαντα Ποιήματα (Υπό έκδοση στην Κροατία, φθινόπωρο 2010)

Τα κείμενα συνοδεύονται με δοκίμια για το έργο του κορυφαίου μοντερνιστή ποιητή.
Συμμετέχει και ο Γ. Λειβαδάς.

Arkheion / La voie des poetes #1

http://www.citizenjazz.com/Maison-de-la-Poesie-Paris.html

Letters to Malay Roychoudhury

http://letterstomalay.blogspot.com/

Letters to Malay Roychoudhury from: Robert Kelly, Allen Ginsberg, Howard McCord, Margaret Randall, Carol Berge, Daisy Aldan, Lawrence Ferlingheti, Octavio Paz, Ameeq Hanfee, Gordon Lasslett, Dan Georgakas, Carl Weissner, Rajkamal Choudhury, George Dowden, and Ida Spaulding.

Γ. Λειβαδάς: Το εισαγωγικό ποίημα από την “Άτη” (Υπό έκδοση, φθινόπωρο 2010)

Ι.
Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,
μα την άλλη:
αναρωτιέμαι κι επισκέπτομαι
το κοιμισμένο σώμα μου σε κάποιο δωμάτιο μισθωμένο
που η μητρότητα του δρόμου αδυνατίζει
και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω
για της ζωής το παράξενο όνειρο
ενάντια στον άνθρωπο.
Ενός διάκενου η μάστιξ, το ον διαχωρίστηκε και λάμπει,
όπως στη βρώμα της παρόδου μεσαιωνικά κράνη
αντανακλούν σειρές δρυμών ακόμη.
Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα
αυτές οι δουλειές δεν γίνονται μονομιάς
δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια
δεν ξέρω αν υπάρχουν πια ολοκληρωμένα βιβλία -
αν υπάρχει αναγνώστης γι’ αυτό το ποίημα.
Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα
κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα
απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:
μήπως και κουραστείς απ’ τη ρευστότητα.
Κεσάτια.
Ωραίο ν’ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης
που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι
όπου ξυπνήσαμε όλοι
κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι
γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.
Τα νέα φτάνουν με καθυστέρηση,
πρέπει -
η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,
ο τρόμος προηγείται της λέξης,
η ώρα είναι τρεις,
ώρα να καθίσουμε ήσυχοι.
Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι
Που θα χορτάσει μ’ ό,τι έχουμε νιώσει.
Δημόσιοι ποιητές για αποκούμπι.
Και ο soleil (όχι ο ήλιος) σαν πλανόδιος έμπορος
ξαποσταίνει σ’ έναν κόσμο παλαιών λουλουδιών
μακριά από προτομές και μίση.
Θέλω να σου μιλάω μόνο σαν τα ‘χεις παίξει.
Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε.
Μονάχα οι αρουραίοι δεν έπαψαν.
Εξαιτίας του βάρους ενός ποιήματος
έκανες την ερημιά κρεμάλα
και το στριφτό τσιγάρο μια χάλκινη οχιά·
τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν
σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης.
Άνθρωπος είναι μια επιστήμη που μελετά τον άνθρωπο.
Θα σε κάνω να γελάσεις
αν κάνω τον πίθηκο,
κι αυτή η ωραία βόλτα στα μαγαζιά
μες στην πυκνή κυκλοφορία θα συνεχιστεί.
Πάει να βραδιάσει,
νέα βιβλία στις βιτρίνες,
νέες ριπές στη βροχή,
είμαστε γεμάτοι τρύπες μα
δεν κάνουμε για κουμπιά,
είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου
και έρχομαι από παντού.

ΙΙ.
Δυνάμεις δίχως σκηνοθέτη.
Αθόρυβα σημάδια χρόνου
η αδιάσπαστη συνοχή
του Εγώ
για εκατό χρόνια
ίδια και απαράλλαχτη
πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει
γραπωμένη από δεσμοφύλακα
Private eye
τον φλοιό της γης·
Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός
είναι το κάτω μέρος μιας
αναίσθητης γάζας στον πόνο –
Ακόμη
πιο κάτω
παραμένει αθέατο
συνεχίζει αυθεντικό
αυτό
που περιμάζεψε
με τον μυ της καρδιάς
σήμα κατατεθέν
που συγκεντρώνει πάνω του
όλες τις φωτιές του ρυθμού. 

ΙΙΙ.
Το έθιμο μιας φιλοσοφίας -
έχοντας υποστεί τρομερό
σοκ είπε όμως ας παίξουμε το
Χειμώνας
Άνοιξη
Καλοκαίρι
Φθινόπωρο
Χειμώνας
όσο είμαστε χαμένοι σ’ αυτή
την τόσο ευκίνητη σαν γλώσσα
γλώσσα
τόσο ευκίνητη
άνοιξη καλοκαίρι
που ακόμα για το όμως τραγουδάει
λέει
τι
είμαστε ενωμένα έθνη
ο κόσμος γυρίζει
πάει
πηγαινοφέρνει
γοητεύεται απ’ τον αγγειοπλάστη
τα κόκκινα άνθη που κρέμονται
από χαμηλές γέφυρες –
στα κρεβάτια που ξυπνάει
επαληθεύει
αυτό μπορεί και ανάποδα να πει
ανάποδα όμως όχι να το
πράξει
μ’ αυτά τα πόδια πάνω σε μια
σχεδόν στρογγυλή γη
όταν κάθε αντίλαλος έχει πάψει
και πέρα
βρέχει.



Γ. Λειβαδάς: "Κέρουακ Φάντης Μπαστούνι" (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 15/01/2010)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=121067

Μία επιβεβλημένη επισήμανση: «Είναι συζητήσιμο», λένε, «αν ο Τζακ Κέρουακ ήταν μεγάλος συγγραφέας. Αυτό που απέμεινε από τα βιβλία του ήταν κραυγές ελευθερίας». Ή, «σίγουρα, το να γράφει κανείς σε ένα παλιόχαρτο καταμεσής του δρόμου και φορτωμένος μπενζεντρίνη δεν είναι και η υψηλότερη τέχνη». 
Εγώ σας λέω ότι μπορεί και να είναι - αλλά πάλι, γιατί να μας αφορά τόσο πολύ η στάση ζωής και η ιδιορρυθμία ενός δημιουργού και όχι το αποτέλεσμα της γραφής του; Ο δημιουργός είναι σίγουρο πως βρίσκεται πιο κοντά στην τέχνη απ' όσο βρίσκεται το κείμενό του, αλλά η τέχνη προβάλλει εφόσον και μόνον υπάρχει, και το μπορεί μέσα από κάθε τι. Και ο Τζακ Κέρουακ δεν έκανε άλλο πέρα από το να υπηρετεί εξαιρετικά την τέχνη της γραφής.
Μέσα στον 20ό αιώνα η λογοτεχνία δημιούργησε νέα ρεύματα κι έθεσε έναν τεράστιο αριθμό νέων ερωτημάτων. Τα ερωτήματα αυτά, όπως και οι πιθανές ή απίθανες απαντήσεις τους μεταβιβάστηκαν και στον 21ο αιώνα. Τα λογοτεχνικά κινήματα που πήραν την ευθύνη να ωθήσουν τον γραπτό λόγο σε πεδία πρωτόγνωρα, έγραψαν ιστορία. Μία από τις πιο σημαντικές, αν όχι η σημαντικότερη, νεωτεριστική κίνηση στον χώρο της λογοτεχνίας, με το πέρας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν η Μπιτ Γενιά. Και για να μην πλατειάζουμε, όσο κι αν συντελέστηκαν πολύ σπουδαία πράγματα στους κόλπους της, Μπιτ Γενιά δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει δίχως την παρουσία του Τζακ Κέρουακ.
Οι Μπιτ υπήρξαν μοναδική περίπτωση καλλιτεχνικού κινήματος που έκανε την προσπάθεια να συμπλέξει δημιουργικά δύο, μέχρι προσφάτως φαινομενικά παράλληλους άξονες: το Ιερό και την Πρωτοπορία.
Το 1952 ο Τζον Κλέλον Χολμς έγραψε σ' ένα άρθρο του για τους «Τάιμς» της Νέας Υόρκης ότι ο χαρακτηρισμός «μπιτ» εξέφραζε ένα είδος «πνευματικής και ψυχικής απογύμνωσης». Σχεδόν παράλληλα, ο Τζακ Κέρουακ και ο Αλεν Γκίνσμπεργκ άρχισαν κι αυτοί να δίνουν έμφαση στην υπαρξιακή πτυχή του όρου, προτάσσοντας τη βαρύτητα του «beat» ως παράγωγο του «beatitude» και του «beatific» (μακαριότητα - μακάριος) θεωρώντας πως η ήττα σχετιζόταν άμεσα και ολοκληρωτικά με τη μυστική φύση της ύπαρξης.
Από τα τέλη της δεκαετίας του '40, ο πρώτος μικρός κύκλος των Μπιτ είχε βαπτισθεί στις ιδέες του Οσβαλντ Σπένγκλερ. Η απόλυτη επιδοκιμασία του Σπενγκλεριανού δόγματος, που αποτυπώθηκε στο έργο του «Η Παρακμή της Δύσης», αποτέλεσε γι' αυτούς την καλύτερη δυνατή αφετηρία, ώστε να δημιουργήσουν το αντίδοτο της δικής τους κουλτούρας για τις πνευματικές πληγές του «Αμερικανικού Ονείρου», που ήταν εφιάλτης για εκείνους.
Ο Τζακ Κέρουακ έζησε όλη του τη ζωή και έγραψε σχεδόν όλα του τα βιβλία πιστεύοντας στη φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, όχι με το πρόταγμα μίας κατά συνθήκη αντίδρασης - της οποίας το παραλήρημα έχει κατακλύσει τη σύγχρονη «λογοτεχνία».
Ο Κέρουακ είχε εμπνευστεί την Αυθόρμητη πρόζα το 1951. Η αυθόρμητη κερουακική πρόζα αποτέλεσε την πιο προωθημένη τάση πειραματισμού της αμερικανικής πεζογραφίας από την εποχή του λακωνικού και στυγνού ύφους του Ερνεστ Χέμινγουεϊ (βλ. In Our Time, 1925). Ο Τζακ Κέρουακ ήταν ίσως ο πρώτος ολοκληρωμένος μεταπολεμικός συγγραφέας των ΗΠΑ που τα γραπτά του αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και στην ψυχική ευφορία. Δεν επρόκειτο για μία λογοτεχνία της «διαφυγής» ή απλώς της «περιπλάνησης», όπως προείπαμε, όχι τουλάχιστον με τους καθιερωμένους όρους υπό τους οποίους λειτούργησαν αυτά τα είδη πεζογραφίας. Εχοντας γνώση, από τη μία πλευρά, της εξεζητημένης διάνοιας του Τζέιμς Τζόις, και από την άλλη, του αντί-ακαδημαϊκού ύφους του Χέμινγουεϊ και του Ντος Πάσος, απορρόφησε την καθαρή αξία και έκανε ένα βήμα πιο μπροστά. Ο Τζακ Κέρουακ ακολουθώντας κατά πόδας τον σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ οδήγησε τη λογοτεχνία στα πεδία μιας τέχνης όπου κανόνας ήταν η αλληλουχία ιδεών και εντάσεων, οι οποίες στοιχειοθετούσαν έναν υψηλό και βαθύτατο τρόπο έκφρασης, που έφερνε τον αναγνώστη σε μία κατάσταση ψυχικής ρευστότητας. Κάθε διαφοροποίηση ήταν κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Πραγματικό επίτευγμα για τη νεότερη λογοτεχνία.
Είναι προφανές πως στην αρχή της συγγραφικής του πορείας οι επιδράσεις συγκεκριμένων δημιουργών, όπως ο Joyce, ο Wolfe, και ο Melville, λ.χ., κατηύθυναν τον προσωπικό του λόγο, τα χαρακτηριστικά στοιχεία της τζαζ, όμως, ήταν εκείνα που οριστικοποίησαν τον τρόπο γραφής του, στο σύνολο σχεδόν των πεζών όσο και των ποιητικών του έργων. Η αρμονία, η μουσική δομή και η ανάπτυξη των μουσικών φράσεων μετουσιώθηκαν σε ένα καθαρά γλωσσικό ιδίωμα, μια συγγραφική ιδιορρυθμία που δεν είχε ποτέ ώς τότε εμφανιστεί στον χώρο της λογοτεχνίας.
Ο Κέρουακ έφτασε στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας της εποχής του δημιουργώντας μια ιδιαίτερη γλώσσα, που, πριν ακόμη την όποια αναγνώριση και την επίσημη κυκλοφορία των βιβλίων του, κατάφερε (κυριολεκτικά μέσω του δανεισμού χειρογράφων και μεταφοράς των σχολίων!) να επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο γραφής πολλών σημαντικών ποιητών και συγγραφέων, οι οποίοι στη συνέχεια απέκτησαν πόζα, δέχτηκαν αδικαιολόγητα δεκάδες βραβεύσεις και πήραν τα «πρωτεία» της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Μήπως, λοιπόν, όλοι αυτοί που κάνουν λόγο για τη σύγχρονη λογοτεχνία βρίσκονται σε κατάσταση αλλοφροσύνης και συγχέουν την επιδοκιμασία των φυλλάδων με την αυθεντική τέχνη της λογοτεχνίας; Την καλλιτεχνική πραγμάτωση που ξεκινά από τη φυσική παρουσία του δημιουργού και καταλήγει στην απόθεση των λέξεων πάνω στο χαρτί; Το λάθος είναι απόλυτο και καθοριστικό.
Ολα αυτά δεν είναι παρά σκαιότητες που δημιουργούνται τόσο από την άστοχη εκτίμηση της γραφής όσο και από τον ακαδημαϊκό ή όχι φενακισμό που έχει κατακλύσει τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τους εκδοτικούς οίκους και τους λοιπούς εμπλεκόμενους χώρους (όπως τόσο μελανά την κριτική). Τα τελευταία χρόνια, κατά κόρον, αναρμόδιοι επαγγελματίες και αδαείς σχολιαστές αποφασίζουν τι είναι λογοτεχνία, τι είναι τέχνη, τι είναι ποίηση.
Πρωτίστως, και με την προϋπόθεση βεβαίως πως έχουμε ξεπεράσει τον πίθηκο μέσα μας, τον Κέρουακ οφείλουμε να τον λογαριάζουμε σαν έναν από τους μείζονες συγγραφείς που εμφανίστηκαν στην ιστορία της δυτικής λογοτεχνίας. Οφείλουμε να κάνουμε λόγο για τη βαθύτητα και την απόλυτη πρωτοτυπία της γραφής του, για το απαράμιλλο ύφος του. Και επί των πολύ αυστηρά τεχνικών ζητημάτων της ποίησης και της πεζογραφίας, εξάλλου, η σοβαρή επισκόπηση των έργων του, έστω και καθυστερημένα, μπόρεσε να αποδώσει με φυσικότητα αμέτρητα εγκώμια για τις τόσες αρετές των βιβλίων του.
Παρ' όλα αυτά ορισμένοι επιμένουν να αντιμετωπίζουν τον Κέρουακ σαν συμπαθή αντιδραστικό, που ουδέποτε ήταν, σαν ένα άγριο τέκνο του περιθωρίου, που δεν ήταν ούτε κι αυτό. Μα και ποια η σημασία αν υποθέσουμε πως ήταν; Για μας θα έπρεπε να έχει σημασία η εξαιρετική δυνατότητα να μπορεί να υπάρχει κάποιος Κέρουακ, θα έπρεπε να μας απασχολήσει η σφοδρότητα και η ευθύνη που απαιτείται για να είναι κάποιος Καλλιτέχνης.
Είναι πασιφανής η ανάγκη των Ελλήνων «αρθρογράφων» να αντλούν κάθε τόσο μία ισχυρή δόση ψευτο-αμφισβήτησης, εισπράττοντας τον ερεθισμό μίας ολότελα δανεικής παρέκκλισης από τη βάρβαρη και άγονη ζωή τους. Τότε θυμούνται τον Τζακ Κέρουακ, όπως τότε θυμούνται τον Λόουρι, τον Μπουκόβσκι, τον Μίλερ, τον Σαντράρ, τον Μπόουλς, τον Ρεμπό, τον Αρτό, τον Σελίν και τόσους άλλους ακόμα που η ελληνική κοινωνία ακούει τα ονόματά τους μονάχα στη διάρκεια του δύσμοιρου οίστρου των σχολιαστών τους.
Σαν φαινόμενο, τόσο καλλιτεχνικό όσο και κοινωνικό, ο λογοτέχνης έχει εξαιτίας τους υποκατασταθεί από ένα κίβδηλο και στειρωμένο πρότυπο του οποίου η λογοτεχνική παραγωγή, καθώς και η καθημερινή του υπόσταση δεν δημιουργούν ουδεμία απολύτως δυναμική· δεν αποτελούν θέση, συνθήκη ολκής, γεγονός βαρύτητας.
Η Ελλάδα δείχνει να μην έχει αναλάβει από παλαιές αρρώστιες. Υπερίπταται στους αιθέρες αλλοτινών σκήπτρων και καθησυχαστικών βραβεύσεων. Ολες οι γενιές τακτοποιημένες στην αυτοχθονική παθολογία, στην παντελή έλλειψη ουσιώδους κουλτούρας, σε ένα κλίμα θρησκευτικής-κοινωνικής πλαδαρότητας όπου βασιλεύει η ατολμία. Η τέχνη της λογοτεχνίας έχει περάσει από το αμιγώς δημιουργικό, από την υπαρξιακή αναγωγή, στην τυποποιημένη ενασχόληση με το «ωραίο» ή, ακόμη χειρότερα, με την πόζα μπροστά σε μια γραφομηχανή, σε μια βιβλιοθήκη.
Δείχνει να έχει λησμονηθεί το αξίωμα πως πριν και πάνω απ' όλα στη γραφή η τέχνη είναι ο ίδιος ο δημιουργός, και πως ο δημιουργός είναι το μεγάλο έργο που γίνεται βιβλίο. Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα.
Τα δύο τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν πολλαπλά αφιερώματα και κείμενα για τον Τζακ Κέρουακ (τουλάχιστον 24, των οποίων αντίγραφα έφτασαν στα δικά μου χέρια), γεμάτα ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, πλημμυρισμένα από τη χαρακτηριστική «μπιτνικίτιδα», τη σεσημασμένη σύγχυση των Μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ εν ρολ, τις γνωστές και αγρεύσιμες, αποπροσανατολισμένες νύξεις περί αμερικανικού ονείρου και τα συναφή. Μα όλοι αυτοί οι αρθρογράφοι είναι ανίκανοι ακόμη και για μία ουσιαστική ανάγνωση; Βαρέθηκαν ακόμη και οι θειάδες μας.
Χρειάζεται λοιπόν να τους υπενθυμίσουν τι ακριβώς είναι η λογοτεχνία, τα κιτάπια που διέσωσαν την τέχνη της γραφής. Να επιβεβαιώσουν κάποτε ποια είναι η καλλιτεχνική προπαιδεία και ποια η καλλιτεχνική αξία. Ειδάλλως, ας αλλάξουν δουλειά ή ας κάνουν κάτι πιο χρήσιμο: ας βρεθούν ξανά όλοι μαζί στα προκαταρκτικά μαθήματα, στα σκληρά θρανία. Το εύγε ή το φευ; 



Γ. Λειβαδάς - Πάρτο



Σου απαντώ
Η απιθανότητα στέκει ακοίταχτη
Βάζω το ποίημα στην τσέπη και περνάω απέναντι
Στο εδώ
Της απιθανότητας της λιγωμένης
Ο σκοπός μου της προκαλεί ρίγη
Το στόμα μου σημάδια στις ρόγες
Στα λαγόνια
Την κουράζω λέει πως πεθαίνει
Ποτέ δεν την πίστεψα
Ποτέ δεν θα με κρατήσει
Μετά από λίγο την παρατάω σύξυλη
Κάνω να φύγω
Το ποίημα μού λείπει από την τσέπη
Μια ανάσα βράζει όσα ελευθέρωσε η άνοιξη




A reading by DIANE di PRIMA




Date
Saturday, April 10, 2010
Time:
7:30pm - 10:00pm
Location:
@ Meridian Gallery
Street:
535 Powell Street
San Francisco  /California


Δείγματα αλληλογραφίας με τον Allen Ginsberg

(1991-1997)
Μέρος της έχει δημοσιευευθει στο "Ουρλιαχτό" (διγλ. έκδοση, Ηριδανός 2007)

 
















































Από την ποίηση και την κατάσταση* (Βιβλιοθήκη/Ελευθεροτυπία/1 Απριλίου 2010)

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=147274

Ο καπιταλισμός, λοιπόν, έσωσε την ποίηση. Η πληθώρα των ποιητών οφείλει την ύπαρξή της στο γεγονός της εμπορικής εκμετάλλευσης αυτού που ονομάζεται ποιητική συλλογή. Το εμπόριο των εκδοτών, που είναι έτσι κι αλλιώς.
Το χρήμα όχι μόνο σώζει, αλλά παραχωρεί κορυφαίες διαχειρίσεις. Καταφέρνει δηλαδή κάποιος να διαβάζει χαρτονομίσματα της γραφής. Καθώς και κρίνεται κανείς από την αξία ή την πληθώρα του χαρτονομίσματος που έχει κυκλοφορήσει.
Ντρέπομαι λοιπόν σαν κάθομαι να γράψω ετούτο το κείμενο, για λογαριασμό της χώρας -αφού δεν ντρέπεται άλλος κανείς- και απ' αυτούς που οφείλουν να ντρέπονται, και από άλλους.
Εγινε μια φάρσα η γραφή. Οι χοίροι βγάζουν φτερά και πετούν στον ουρανό πλάι στα χερουβείμ και οι πιερότοι έπαψαν το κλάμα και έβαλαν τον αντίχειρα στο στόμα...
Κάθομαι ας πούμε να συντάξω αυτό το πιθανό άρθρο που πάει να μοιάσει με δοκίμιο και αρνούμαι καθ' αυτόν τον τρόπο να συνεχίσω... Ελπίζω να αντιλαμβάνεται κανείς το γιατί. Την προσοχή μου τραβούν κάτι κτερίσματα που κλαγγάζουν ανάρμοστα μέσα στο κρανίο μου - δεν έχω χρόνο να χάσω και αρπάζω κάποια κομμάτια από το εκτενές δοκίμιό μου Η Ποίηση Και Η Κατάσταση και τα ρίχνω εδώ, μέσα σε ετούτη την αρένα:
Η τέχνη της γραφής (γιατί η γραφή είναι πάνω απ' όλα τέχνη) είναι αντικατεστημένη από την απουσία της. Τα κρέατα αναταράσσονται καθημερινά σε υψηλούς ρυθμούς διακειμενικότητας, αφθαρσίας, απολυτότητας, κοινής 24ωρης φλυαρίας και παντελούς υστέρησης. Ισχυρότατη παρουσία δοκιμιακής ακρίβειας για όλα τα δευτερεύοντα, επιδόσεις ολκής στα στερεότυπα.
Λέμε σημαντικό το έργο που έρχεται και επικάθεται ολικά επάνω στην έδρα της κοινωνικής ατολμίας, της ανηθικότητας και της φιλολογικής δυστυχίας. Οχι το έργο που αλλάζει το μέτρο και το αίτημα της ζωής, που επικαλείται το πνεύμα.
Πέραν των παραπάνω, ο ποιητής οφείλει την εκπαρθένευση κάθε πρόσφατης τεκμηρίωσης. Και αυτό, γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε λίγο, ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.
Σχεδόν στο σύνολό του το σύγχρονο ποιητικό σώμα έχει εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψε, ετούτο όμως δεν σημαίνει επ' ουδενί πως έχουν δημιουργηθεί ποιητικές γλώσσες, πως γράφτηκε δηλαδή καινούρια ποίηση. Κι αυτό διότι εκείνο που συμβαίνει είναι η στατική επανάληψη προηγούμενων ποιητικών επινοήσεων, μια ανακύκλωση κάθε περιούσιας, ή μη, τυπολατρίας. Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο.
Η σχέση των ποιητών με την παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στη διακειμενικότητα και στην παράδοση. Στην παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ' αυτήν.
Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ' όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται.
Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν είναι λοιπόν ποίηση. Η ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής είναι μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και στο κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή, όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα 'χει πετύχει.
Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Ολες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη απ' όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και τη φαινομενική στρατηγική του. Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ' τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορόνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;
Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί.
Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του.
Το πραγματικό ποίημα και ο πραγματικός ποιητής ισορροπούν, ταλαντεύονται, δεν εδράζουν, όπως και η αλήθεια δεν εδράζει.
*[«Απτερος Νίκη - Μπίζνες - Σφιγξ» (Ηριδανός 2008)]

Steve Potts Family - 18 avril à l'Atelier du Chaudron / Paris

http://jazzaparis2.over-blog.com/article-steve-potts-family-18-avril-a-l-atelier-du-chaudron-47871306.html

Dimanche 18 avril à 16h & 19h
Ateliers du Chaudron,
31 passage de Ménilmontant -75011 Paris (France)
Réservation conseillée au 06 85 94 95 37
http://www.stevepotts.net

Yannis Livadas: "La Chope Daguerre" (extrait)

"...Ton crucifié qui plane à Saint Eustache
C’est moi de bois
Une messe muette
Les pas des visiteurs
Les appuis du ciel alignés
Inintelligible
Pour ce qui fut grand
Froid
Et douloureux

Que voudrais-tu
Que dis-tu

De tout ce qui fut si petit si jovial et
De tout ce
Qui ne respectent aucun alignement

L’homme est plus chaud que le ciel
Que les bougies mortes

Buci à la place de Buci
En extension
Ma cigarette rend en fumée
Ce souffle qui brule
De tous les côtés à Samaritaine
L’instant où ils veulent vendre à moi
Ce quelque chose qui fut écrit par quelqu’un
Aujourd’hui pourtant il y a cent ans
Ou de cet aujourd’hui cent ans avant et
Je traverse tous les ponts
Au dessous d’eux de l’eau sauf celui
Qui a des cris
Un goudron de bouches
Françaises et d’autres
Qui poussent la Seine
A perdre ses paroles
Et son bon sens
Mes larmes coulent sur
Ma moustache et mon col
Ici, mon père
Je te sens plus que jamais
Enorme rédhibition
Mes deux mains grillent
Elles sont garnies ou ajoutées
Au cassoulet
Que j’avale double portion
A la santé du Nom pas à celle de Saint-Severin

Monuments
Aux âmes volées
Par des millions de photos
Certains sont sauvés
Comme ce bas-là
Où mes deux yeux grimpent
Aux larmes consommées à une secousse
Deux trois quatre calvados
Reviennent aux nids de leurs corbeaux
Et renvoient
Ce moment
Carte postale sublime..."

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)