Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Peter Orlovsky died this morning at 11:30 am.

The poet Peter Orlovsky (1933-2010) died this morning at 11:30 am. His funeral will take place at the Karma Choling Meditation Center in Barnet, Vermont. Most likely on Wednesday June 2.

 

Γ. Λειβαδάς: "Νυχτερινή Αναχώρηση"

(Ανέκδοτο ποιητικό σημείωμα από ταξιδιωτικό ημερολόγιο)

Καταιγίδα καρφώνεται στο χώμα.
Θεωρείται πολύ φυσικό
Όπως ένα καθαρό πουκάμισο
Να μασάει κανείς λόγια
Να νυχτώνει μέσα σ’
Αυτό απ’ το οποίο δεν έχει μείνει
Ούτε τόσο
Στο τέρμα
Του εκεί.

Εδώ άνθισε η μανία ενός Νέλσον

Το χέρι που του έκοψαν
Τ ε ν ε ρ ί φ η
Και κάποιοι λεν πως κάποτε τραβήχτηκε
Η θάλασσα.
Τα αναβράζοντα
Ηφαίστειο σε μπουκάλι
Ο καπνός
Λέξεις που έρχονται
Ξανά από άλλη νύχτα.
Παιδεμός.
Και των δεύτερων υλών.
Η νήσος υπάρχει μόνο στο σκοτάδι.
Και είναι νύχτα
Που ξοδεύονται διαγνώσεις.
Τόπος απορροφημένος
Όπου σταματούν τα πλοία
Όπως μια στιγμιαία αλήθεια.

Το μοναδικό σύννεφο είναι παραπάνω

Από πολύπλοκο
Μα ο ίσκιος του πάνω στο ηφαίστειο
Είναι τέσσερα δάχτυλα που το γαντζώνουν
Σαν ματαιοδοξία.
Το σκοτάδι κάπου έχει ακουμπήσει
Μας λερώνει με γαλάζιο
Κι όμως η ώρα είναι τρεις και μισή
Ωκεάνια ώρα που σταματά κάθε τι.
Αυτή η νύχτα είναι η απορία ενός
Ψιθύρου στο μελαψό σου αυτί γυναίκα.
Τενερίφη σημαίνει δέντρο
Που φύτρωσε νύχτα στην θάλασσα
Και γεννάει βροχή αλμυρή.
Αυτό επαναλαμβάνεται όχι σαν
Επανάληψη γιατί η νύχτα μέσα
Στις σταγόνες της βροχής είναι μόνιμη.
Οι στάλες πάνω στο πλοίο τέχνη.

Ο Σεπτέμβρης γαλήνη

Σαν μόνη extra premium quality.
Ακουμπώ με τους αγκώνες στην πρύμνη
Σ’ αυτό το πλοίο που απόψε γιορτάζει.
Η σκέψη μου μια εποχή.
Η καταιγίδα σουβενίρ.
Τα λόγια δεν καταλαβαίνουν
Από ανθρώπους.
Ακούγομαι ξεμακραίνω
Το νησί πίσω μου γίνεται μια καφετιά
Εσάρπα που επιπλέει και
Ο λαιμός της σταδιακά χάνεται.
Ο αφρός της προπέλας
Μονίμως εκεί
Που η νύχτα είναι χθεσινό
Ψωμί.


Γ. Λειβαδάς / Adagio


Adagio

Τα νησιά το σούρουπο γίνονται
μαλλιά ή θάλπος
τα χέρια των χεριών σου είναι
ασημένια κηροπήγια
των νησιών φάροι ή μαλλιά
τρομάζω για μια στιγμή που
σε ακούω σαν θανατερή όπερα
σ’ αυτά τα άσπιλα νησιά που
κουρνιάζουν φθηνά σ’ αυτό το άπιστο
τρέμουλο που δεν λέει να τελειώσει
πολύ πριν ξεκινήσει να υπάρχει
υπάρχεις εσύ το πιο άγριο
αβυσσαλέο αντάλλαγμα.
Με θλίβουν τόσο τα κηροπήγια
δεν μπορώ να σταυρώσω λέξη
όταν κάνω μέσα σου τη μέγιστη
σιωπή ριχνόμαστε σα νευρικά
φύλλα σε μια αίθουσα χρόνου
που κανείς ποτέ δεν θα σκουπίσει.

[από την υπό έκδοση συλλογή "Άτη"]

Γ. Λειβαδάς: "Αγαπητέ Μπλεζ" (Από τη συλλογή "Οι Κρεμαστοί Στίχοι Της Βαβυλώνας" - Μελάνι 2007)


ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΠΛΕΖ

Καθώς οι άνεμοι σφυρίζουν τρομερά τα ονόματά μας,
και άλλοι άνεμοι τραβούν βουές από τα πλήθη,
υστερικά μες στο τρωτό η αγάπη συντομεύει.

Τάπητες όλοι της φθοράς των λέξεων οι κόσμοι
ελέγχουν ελεγχόμενοι αναμασώντας λήθη.

Η νόρμα επωμίζεται τις διακριτές συνθλίψεις
κραδαίνει μίση και ντροπή σέρνοντας δεκανίκια,
σήμαντρα της απόγνωσης με δανεισμένο οίκτο
ετών φωτός που αναριγούν καπνίζοντας μανίες.

Με χέρια που έχουν την ορμή καρδιάς που επιβάλλει,
καρδιά ανώτερη φρικτή που ρέει αντανακλάσεις
δίνει το χέρι στον χαμό με πρόοδο τον ήλιο.

Καθόλου σίγουρα λοιπόν και των μουσών τα λύτρα
που εξαντλούν αιματικά το πνεύμα του κανόνα,
σαν θα βρεθούν του τίποτα οι κενόκορμοι εραστές
πληρώνοντας την αμοιβή με ατέλειωτη αγρύπνια.

Οι ομίχλες των εφιαλτών σαν φύλλα ασημόχαρτα
πρόσφατα ξαναγύρισαν στην έμφυτή τους τάση
να δικτυώνουν τροπικά ανόμοια κιτάπια,
που η σιχασιά χιλίων χρονών κοιτάζεται στα μάτια
               εκτελεσμένη ανώδυνα απ' του ποιητή τη λάμα. 


             [γραμμένο στην Πομπηϊα το 1993]

John Coltrane: "You can play a shoestring if you're sincere."

Γ. Λειβαδάς: Ο Καλάζνικοφ ήθελε να γίνει ποιητής [Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 14/5/2010]

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=161936

Ο εφευρέτης τού αναμφισβήτητα πιο επονείδιστου πολυβόλου ήθελε να γίνει ποιητής στα νιάτα του. Ο Μιχαήλ Καλάζνικοφ βραβεύτηκε τις προάλλες, την ημέρα του εορτασμού των 90ών του γενεθλίων, σε επίσημη τελετή που έλαβε χώρα στο Κρεμλίνο. Εκεί ο πρόεδρος της Ρωσίας Ντιμίτρι Μεντβέντεφ του απένειμε το βραβείο τού «Ηρωα της Ρωσίας», το οποίο αποτελεί μέγιστη διάκριση.
 Αποδεχόμενος τη βράβευση, ο κ. Καλάζνικοφ απήγγειλε ένα σύντομο πατριωτικό ποίημα που έγραψε ειδικά για την περίσταση. Κατόπιν, στη διάρκεια μιας μικρής ομιλίας, δήλωσε πως δεν φταίει ο ίδιος που οι εγκληματίες ανά τον κόσμο δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο πολυβόλο που κατασκεύασε, και πως η ιδέα για την κατασκευή του προέκυψε ύστερα από έναν σοβαρό τραυματισμό που υπέστη από γερμανικά πυρά στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Μεταξύ αυταπάτης της επίγνωσης και αυτοπάθειας, η σύγχρονη ποίηση μοιάζει ώρες ώρες να μην είναι τίποτε άλλο από παρασημοφορήσεις και παράσημα. Δεν είναι όμως να αναρωτιέται κανείς, διότι η περιοχή του ήθους μέσα στο ποιητικό υποκείμενο έχει κατακλυστεί από αξιακές βλέννες και πολιτισμικές φαυλότητες. Η περιοχή του ήθους είναι συνάμα η περιοχή όπου συγκροτείται η Ενόραση. Αν χάσεις αυτή την περιοχή, είσαι χαμένος κι εσύ.
Η κατασκευή ενός τέτοιου πολυ-εργαλείου, όπως το καλάζνικοφ, εμπεριέχει παρεμπιπτόντως πολλή ηθική ευθύνη και ίσως «καταχράται» ένα σημαντικό κομμάτι της ποιητικής αισθητικής. Μ' άλλα λόγια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως ο, πράγματι συμπαθέστατος, κύριος Καλάζνικοφ είναι λιγάκι ποιητής. Από ηθικής απόψεως... Τουλάχιστον δεν ταλαιπώρησε κανέναν με το να θέλει να γίνει ή να νομίζει πως είναι λογοτέχνης.
Το να αποζητά κανείς τη δικαίωση γράφοντας, αυτό τον καθιστά αυτομάτως μη ποιητή. Γι' αυτό είναι προτιμότερο για όλους να κρατούν ημερολόγιο και ν' αποκτούν φίλους. Καλούς φίλους. Σαν αυτούς που έχει, και χαίρεται, ο Μιχαήλ Καλάζνικοφ.
Ολες οι κειμενικές μέθοδοι και θεωρίες που αφορούν το πείραμα της γραφής βρίσκονται στη σκιά τού πειράματος από το οποίο λαμβάνει σάρκα και οστά. Και το πείραμα αυτό ξεκινά υποχρεωτικά από την ευθύνη της ανάληψης και της αποδοχής της ποιητικής ιδιότητας. Από τον έξω και τον μέσα κόσμο. Από εμάς τους ίδιους και από τους άλλους - που ανάμεσά τους θα βρεθούν οι χρήστες των δικών μας εφευρέσεων. Ισως να είναι λοιπόν ένα τρομερό ποίημα το πολυβόλο καλάζνικοφ. Και λέξεις, εκφράσεις, παύσεις, αναδιπλώσεις, οι χρήστες του και τα θύματά του. Σάμπως να είναι ένα τρανό κομμάτι της επιβεβαίωσης της κλάψας, της δειλίας, της μικρότητας που αναπαράγεται σταθερά και μέσα στα βιβλία. Εφόσον οι ποιητές έχουν λύσει όλα τα προβλήματα της ανθρωπιάς, της δημοκρατίας και της ευγένειας.
Μένει, λοιπόν, να σκεφτεί κανείς σε ποιον θα επιλέξει να βασιστεί.
«Δημιούργησα ένα όπλο για να προστατέψω τα σύνορα της μητέρας πατρίδας... δεν είναι δική μου ευθύνη το ότι βρίσκεται καμιά φορά σε λάθος χέρια... αυτό είναι ένα λάθος των πολιτικών». «Εγραφα ποιήματα όταν ήμουν νέος, και όλοι πίστευαν πως θα γίνω ποιητής. Αλλά τελικά δεν έγινα», δήλωσε στους δημοσιογράφους. «Υπάρχουν αμέτρητοι κακοί ποιητές, δεν χρειαζόταν να γίνω άλλος ένας. Προτίμησα να πάρω άλλο μονοπάτι...».
Από τις χιλιάδες ποιητικές συλλογές που εκδίδονται ασταμάτητα στη χώρα με τους περισσότερους, αναλογικά, ποιητές σε όλο τον κόσμο, επιλέγω το λαμπύρισμα πάνω στο μέταλλο ενός ετοιμοπόλεμου, αλλά σιωπηλού καλάζνικοφ.

Γ. Λειβαδάς: Σε σχέση με τίποτα



Απλά γέλα
Όταν θα κλάψεις θα είναι αργά

Τα τσιγάρα νοστιμίζουν γράφοντας
Μη γράφοντας

Εδώ σε κάποιο χαρτί
Πιο πέρα

Είναι κάποια πράγματα που σημαίνουν
Σε σένα

Αοριστίες που μπάζουν

Λες και το καλό είναι ένα μαλακό ρούχο
Με μπατίκ ινδονησίας

Οι άνθρωποι γονατίζουν σαν άνθρωποι
Και τρέχουν όπως στα όνειρα

Γελάω τραντάζομαι γιατί είμαι μόνος
 Σε σχέση με τίποτα. 

[Από την υπό έκδοση συλλογή "Άτη", Δεκέμβριος 2010] 


Λογοτεχνική Πολυμορφία / 125 Δημιουργοί (εκδόσεις "Ρέω" 2010) κυκλοφορεί

Για το εισαγωγικό ποίημα στην "Άτη" / Κριτική του Πέτρου Γκολίτση.

http://critiquegolitsis.blogspot.com/2010/04/2010.html
 [Από την προδημοσίευση στον Ποιείν.gr.]

«Ωραίο ν’ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης/που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι/όπου ξυπνήσαμε όλοι/κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι/γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.»
H «Άτη» του Γιάννη Λειβαδά κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως επιτάφιο σήμα, για να υπενθυμίζει ως μικρή θεά, με την ιδιότυπη παραφροσύνη της και την τύφλωση της, την επιβεβλημένη «άνωθεν» στον άνθρωπο θνητότητα και περατότητα του. Τον τιμωρεί τον άνθρωπο για την αλαζονεία του, οδηγώντας τον στη συμφορά, στον όλεθρο, στον τάφο, τον δικό του και των οικείων του.

Τώρα που «Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε» ως άλλος σύγχρονος αττικός αμφορέας, μελανόμορφος, τοποθετείται η «Ατη» ως κτέρισμα στην ταφή του ανθρώπου στην οποία καλούμαστε από τον ποιητή Λειβαδά να παραβρεθούμε. O ενταφιασμένος ο κάθε ένας από εμάς. Γινόμαστε εμείς σταδιακά ο νεκρός καθώς ξετυλίγεται ο ποιητικός του κόσμος.

Κουβάρι που λύνεται προς όλες τις διαστάσεις «είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου/και έρχομαι από παντού», η ποίηση του Λειβαδά εξοικειώνει τον άνθρωπο με τον θάνατο, τον μετεωρισμό του θανάτου, που τον γειώνει περίτεχνα, φέρνοντας τον στο ύψος των ματιών του κάθε ανοιχτού στο επερχόμενο ανθρώπου.

«Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι/Που θα χορτάσει μ’ ό,τι έχουμε νιώσει». «Η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,/ ο τρόμος προηγείται της λέξης». Σαν πρησμένη συνείδηση προσπαθεί να ηρεμήσει η σκέψη, ο τρόπος του ο ποιητικός, ο ταυτισμένος με την ζωή, καταγράφοντας τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα. Έτσι, ως ερημίτες-ήρωες μαζί με τον ποιητή Λειβαδά πλέουμε άλλοτε ονειρικά και άλλοτε βασανιστικά πάνω σε έναν τόπο-νησί που γαληνεύει μα μετά αναστατώνεται, πάνω σε μια λίμνη που εναλλάσσει γύρω μας το μαύρο με το γαλάζιο, το κόκκινο με τον άνθρωπο «και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω/για της ζωής το παράξενο όνειρο/ενάντια στον άνθρωπο.»

Η ζωή τάχα ακολουθεί τους ατάραχους ρυθμούς των εποχών, μα οι άνθρωποι δεν αποκόπτονται ποτέ από τα εγκόσμια, δεν μπορούν να αποφύγουν την έλξη της ζωής, τα πάθη και τα βάσανά της, καθώς «τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν/σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης».

Κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του ποιητή, παίρνουμε μαζί με τον ίδιο ένα σκληρό μάθημα συνειδητοποιώντας αδιάκοπα το δύσβατο του κόσμου. «Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα» και «δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια». Το πάθος δεν σώζει, καθώς κι ο ποιητικός του λόγος «Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,/μα την άλλη».

Εισβάλλει στον κλειστό μας κόσμο και τον ανοίγει. Ο πόθος για ζωή και πραγμάτωση δεν οδηγεί στην εμμονή και στο έγκλημα, αλλά στην περισυλλογή και στην ματαίωση, μεταθέτοντας τη συντριβή του ανθρώπου, συντρίβοντας τον. Δεν αφυπνίζει η ποίηση του Λειβαδά, φωνάζει τον θάνατο να συντροφεύσει τον άνθρωπο.

Τονίζει συχνά σημαντικές λεπτομέρειες, κρατώντας «όλες τις φωτιές του ρυθμού» στο σύνολο των ποιημάτων του, επαναθέτοντας την ποιητική προβληματική του.

«Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός/είναι το κάτω μέρος μιας/αναίσθητης γάζας στον πόνο». Δεν εγκαταλείπει το περίγραμμα στις μορφές που δημιούργει, «έκανες την ερημιά κρεμάλα». Χρησιμοποιεί λίγο χρώμα, κυρίως κόκκινο σε μεγάλες επιφάνειες ή σε εναλλαγή με το μαύρο, «Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα/κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα/απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:/μήπως και κουραστείς απ’ τη ρευστότητα.»

Οι συνθέσεις του διακρίνονται για τη σφριγηλή σωματικότητα των μορφών, την έκδηλη δραματικότητα και τη ζωντάνια τους η αδιάσπαστη συνοχή/του Εγώ/για εκατό χρόνια/ίδια και απαράλλαχτη/πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει». Στο ώμο της ζωής –σαν σε αγγείο- η ποίηση του Λειβαδά ως πλοχμός από ανθέμια και άνθη λωτού φωτίζει στολίζοντας την ύπαρξη.

Τέλος συνομιλεί κυρίως στο ΙΙΙ με το “Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας…και πάλι άνοιξη” του Κιμ Κι Ντουκ, βαθαίνοντας περαιτέρω και φωτίζοντας πιο δύσκολες και ενδιάμεσες αποχρώσεις. Μεστός θανάτου δεν ανήκει στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο πνευματικό, τείνοντας χείρα φιλίας χωρίς τη θέληση να καθοδηγήσει.

Την Άτη την φοβούνταν σύμφωνα με την αρχαία μυθολογία ακόμα και οι δώδεκα θεοί. Η κόρη αυτή του Δία θόλωσε ακόμα και το μυαλό του πατέρα της που εκτός ελέγχου την άρπαξε και την τίναξε στη Γη, απαγορεύοντας της για πάντα την είσοδο στον Όλυμπο. Την διέταξε να ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους. Μόνο ο άνθρωπος που αγαπάει την έκθεση, τη γύμνια και το μετέωρο του ανθρώπου, μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο, δεν βγαίνεις ταλαιπωρημένος από την ποίηση του, αλλά γονατίζεις τον θάνατο, τον κατεβάζεις μια σπιθαμή, καθώς πεθαίνεις.

http://www.poiein.gr/archives/10005/index.html

Lew Welch: ΜΙΑ ΑΞΙΟΜΝΗΜΟΝΕΥΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ

(μετάφραση: Γ. Λειβαδάς)


Μια κρύα μέρα στο Όρεγκον
που έπεφτε ελαφρύ το χιόνι


τρεις μέρες αξύριστος
φορώντας αδιάβροχο με κουκούλα


συνάντησα έναν άνθρωπο με δύο πλακάτ στο σώμα του
που ανήγγειλαν τον ερχομό του Κυρίου


κι έκανα ξανά τον γύρο του τετραγώνου
δίνοντάς του μια δεύτερη ευκαιρία


να με αναγνωρίσει.


[Από τον τόμο "Τα Οράματα Μιας Απίθανης Γενιάς/ Στοιχεία Για Την Beat Generation", υπό έκδοση, Κέδρος 2010)

Γ. Λειβαδάς: "Μια Ζωή" Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας / 7-5-2010

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=159269

Σιωπή και λέξεις, μεταφυσική και πολιτική, ο πειρασμός της δράσης, στάση στο Οράν, το νησί με τα τρία ποτάμια, 40 γραμμάρια στρεπτομυκίνης, το τίμημα.
Είναι οι τίτλοι που συνοδεύουν ορισμένες από τις ενότητες της βιογραφίας του Αλμπέρ Καμύ.
Ο βιογράφος Ολιβιέ Τοντ, πραγματικός μάστορας. Εχω την εντύπωση πως είναι η πιο καλογραμμένη βιογραφία που έχω διαβάσει. Μα και ο Καμύ, άπλωσε ρίζα ο Καμύ. Ο Καμύ τα κατάφερε.
Ο υδραυλικός κάνει εργασίες στην κουζίνα. Τις τελευταίες μέρες έκανε την εμφάνισή του ένας ποντικός. Ο υδραυλικός μού ζήτησε να βάλω κάποιο σι ντι με γαλλικά ρετρό. Του έκανα τη χάρη. «Ηταν μεγάλος ο ποντικός;», μου φώναξε. «Αρουραίος», του απάντησα, «ατρόμητος».
Επανέρχομαι σε ορισμένες από τις ενότητες ξαπλωμένος στον καναπέ. Ο υδραυλικός κάνει θόρυβο και ακούει γαλλικά ρετρό. Εγώ ακούω τον θόρυβο.
Φαντάζομαι τον αρουραίο να τρέχει να κρυφτεί μέσα στις απίθανες διακλαδώσεις του οικοδομικού τετραγώνου. Κάποια απ' αυτές θα οδηγεί σίγουρα στο Α' Νεκροταφείο, που βρίσκεται παραδίπλα. Θα καταφύγει εκεί για σιγουριά και για μεζέδες.
Βίοι παράλληλοι. Ο υδραυλικός, ο αρουραίος κι εγώ. Η ιστορία του καθενός μας. Ή η ιστορία τριών χαρακτήρων. Η ιστορία των ιστοριών μέσα από τους χαρακτήρες όσων γράφουν ιστορία. Τεμπελιάζω. Βάζω ένα παστίς, διπλό.
Η σπουδαιότητα της απόδοσης των ποικίλλων φωνών ενός συγγραφέα. Να μη συγχέουμε τη δημιουργία με την προπαγάνδα, ο Καμύ το είπε και το έκανε. Και ο Τοντ τον ακολούθησε. Πρέπει να πω «έχε γεια» στον αρουραίο, να καταφέρω τον υδραυλικό να συμφωνήσει σε μια χαμηλή αμοιβή για τον κόπο του. Ακούγεται το τρυπάνι. Ορυμαγδός. Ο αρουραίος τώρα άφαντος. Νιώθω μια λύπη που την ευχαριστιέμαι. Παρέα με τα μποφόρ του Απρίλη. Το συλλογικό ένστικτο με τους καταλόγους των φόβων που επηρεάζει την ωρίμανση της φράουλας ή την ορθή θέση της σπονδυλικής στήλης, σαν προσπαθείς να βολευτείς σε μια σακατεμένη καρέκλα.
Πού βρίσκεται το ένα και πού το άλλο, πού βρίσκεσαι κι εσύ που μουρμουράς σκυμμένος σαν φούγκα. Παρανάλωμα που σ' έθρεψε...
Δεσποτισμοί που δεν γνωρίζουν την ανακωχή. Το ευρετήριο των ονομάτων, απέραντο. Οι δυναμικές των συγκρούσεων. Διαρκώς ένα ζήτημα, όπως το Αλγερινό: δύο λαοί με ίσα δικαιώματα, δύο Καμύ που υπήρξαν. Η διοίκηση γαλλική, πώς αλλιώς θα γινόταν, μα η ευθύνη παρισινή. Σαν τον υπαρξισμό του Καμύ, όπου ο συναρμογών ήταν η συμφιλίωση, μα άργησε. Δεν πρόλαβε. Ποτέ δεν ήρθε. Γιατί τελευταία απομένει η ίδια η συμφιλίωση με τον εαυτό της εμβρόντητη.
«Περνάει ο Καμύ: / η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα! / Υπάρχει βραβείο Νόμπελ για ακροβάτες; Ρωτάει η Κατρίν, με την έπαρση της δωδεκάχρονης. / Καημένε Αλμπέρ, τι ωραίος επαναστάτης θα ήσουνα! Λέει η Οντίλ».
Χρειάζεται να έχει αρουραίους κανείς. Υδραυλικούς. Μποφόρ του Απρίλη, μια διάθεση να γίνει γελωτοποιός. Οταν όλα τριγύρω λαμπαδιάζουν είναι γιατί ανυπομονούσαν να λαμπαδιάσουν. Κάποτε όλα γράφονται.
Ποιον πας να εντυπωσιάσεις... διαλέγεις: τα πλήθη, την αγορά, τους αναγνώστες που κρέμονται σαν τις νυχτερίδες ανάποδα. Κρατιέσαι κι εσύ από κάπου. Τρέχεις γιατί έρχεται το τρυπάνι. Τρέχεις να προλάβεις τη ζωή. Γίνεσαι ο βιογράφος, οι ενότητες, οι σημειώσεις, το ευρετήριο. Ανοίγεται πάντα ένα νέο κεφάλαιο στην πατρίδα των μοναχικών και των μόνων.

Να κρατάς χαρακτήρα.

Yannis Livadas: My grandfather Blaise Cendrars


Blaise Cendrars exceeded unexpectedly the established role of the poet, he did not hesitate even to keep certain of his poems closed for years in a chest without any distress for their chance, in order to be a spectator; to see which path would poetry follow without the presence of his own texts. 
Since those heroic years so many things have changed radically in the space of poetry, in its evaluation and its critical confrontation. A thing however remains absolutely the same: the force of authentic poetry. Such is the poetry of Blaise Cendrars.
Its powers are inexhaustible; it is a poetry that stands energetic, full of life, always modern and provocative.  If Rimbaud was the true founder and pillar of the spirit of the new poetry, Cendrars was the giant reviser and the builder of its brand new structure. 
Cendrars was, beyond all questions, the leader of the poetic Modernism. Already in 1914, when Ezra Pound was preoccupied translating Latin epigrams and trying to control the aesthetics of his songs; Cendrars had completed two of his masterpieces: “Easter In New York” and “The Prose Of The Transsiberian”.
Cendrars put to use in his works the manners of advertising daily products, journalism, and much of the atmosphere of the Parisian cabarets, cafes, and the tempers of Jazz. Yet he was one of the few who gave distinctive emphasis to the management of the poetical subject, rather to the subject itself. Cendrars was also one of the few, if not the first one among the poets of his generation, who produced so important fruits, believing in the differentiations of the poetic flow of reason for the benefit of spontaneity and discovery during the creation of the poem. Moreover he was the poet who initiated the poetry of the parallel or simultaneous correlations, where the poem reflects at least two opposite forces whose relation constitutes the meaning of the poem.
Cendrars was deeply aware of the fact that the authentic experience had already begun to be replaced by the common spectacle; that the paragons were gradually suppressed, but instead of some kind of originality, only the imitations and the constriction prevailed.
Though Blaise Cendrars had deep knowledge of the legacy of the voices of the masters, from the near and the distant literary past; he left everything behind him. Undertook serious risks, advanced into, at first sight, chaotic and incoherent fields; which he conquered with a steady belief in innovation, compassion and consequence.
His goal? It was nothing more than the complete reordination of the world.
Life, experience, does not simply influence writing; together with intellect and spirituality, compose the source of poetical objectivity. “Cendrars taught me that you must live poetry, before you start writing” notified Philippe Soupault. An extraordinary modernist, fundamentally in his real life, Cendrars was the major pioneer of poetical avant-garde with a poetical work that is more than difficult to be compared; even with the entirety of most of the major poets of our time.
Part of the poetics of his extensive poems had their roots in the poetry of the Middle Ages. Have been pointed out certain kinships of Cendrars’ writing with the Swiss Benedictine hymnographer called Notker le Begue; but even more concretely with the type of religious poetry (Latin hymns). Furthermore, the poetry of Cendrars presented a resemblance, framed however in a much more promoted linguistic and formal climate, with the poetry of Remy de Gourmont, whose writings were equally supported on the bases of musicality and syntactic styles of ecclesiastical antiphonaries and hymnals. Anyway, Cendrars was familiar only with one work of Gourmont, “Le Latin Mystique”; his study of Medieval poets of ecclesiastical hymns. And this is confirmed.
Except the three major, and extended, poetical works of Cendrars (The Prose Of The Transsiberian”, “Easter In New York” and “Panama”) who continue to bear such a tremendous influence until today; we have to deal with an astonishing, by means of rhythm, vocabulary and style, poetic production, that himself had characterized as “verbal snapshots”. In most of these poems was recognized, for the first time, the so-called “poetic cubism”, a pioneering movement that made a little later its official appearance in certain avant-garde poets, who developed that style (with Reverdy as best of the kind); a term however that did not correspond satisfactorily in the technique of Cendrars and fell short in effect of the attribution of his linguistic originality. 
As we know, Cendrars was never indentified with any literary movement; he was completely indifferent to the conflicts of characterizations and the declassifications of the poetic idioms of his time. He moved forward, all alone, in the precarious horizon of the unknown waters of poetical creation; delivering a hard to define but insuperable work, which the known American writer Henry Miller determined as “a splendiferous hulk of a poem dedicated to the archipelago of insomnia”.
Such a poet was Blaise Cendrars, a Poet. A true writer with a made up name, whom life baptized several times in its innumerable maneuvers of changes; the Hand that got lost in the Legion made the Remington sound like a furious demon.
The modifications of Blaise Cendrars were those that fixed a unique prospect in the space of writing; its viewpoint and openness toward the endless horizon of poetry consist the most powerful points of departure for the poets of today.
Blaise Cendrars: a major poetic spirit and a catalyst. 


Anthony Braxton 65th Birthday / Le Poisson Rouge

http://events.myspace.com/Event/3858311/Anthony-Braxton-65th-birthday--Le-Poisson-Rouge

Anthony Braxton - Tri-Centric Modeling: Past, Present, and Future

featuring:
- Anthony Braxton 12+1tet -
- Marilyn Crispell-Mark Dresser-Gerry Hemingway trio
- Steve Coleman-Jonathan Finlayson duo
- Nicole Mitchell
- Richard Teitelbaum
- Matthew Welch
- John Zorn-Dave Douglas-Brad Jones-Gerry Hemingway quartet

Άλλεν Γκίνσμπεργκ: Ουρλιαχτό (Ηριδανός 2007)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)