Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γιάννης Λειβαδάς / Καρτ Ποστάλ Από Τη Λισαβόνα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 16-10-2010)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=213866
Μια παρατεταμένη ανάδραση προερχόμενη από το φαινόμενο της διερώτησης του πόσο μυστήριος άνθρωπος είμαι, το οποίο εξαρτάται από το πόσο άνθρωπος είμαι, το οποίο τόσο ξεκάθαρα διακρίνεται καθώς αφήνω πίσω μου το λιμάνι της Civitavecchia, οκτώ του Αυγούστου, και εισέρχομαι σε μια θάλασσα που είναι προθάλαμος μιας θάλασσας που σε λίγες ώρες θα περαστεί, όπως κάθε αντιδιαστολή και επικύρωση διπλωμένη στα μακριά μου μανίκια που έχω ώς τον αγκώνα γυρίσει, σαν επιλεγμένη και καταχωρισμένη σε δρομολόγια ναυσιπλοΐας πορεία ανάμεσα από δύο νησιά.


Στο Μπελέμ στρώνουν ήδη ένα μοναχικό τραπέζι για μένα.
(Στη διάρκεια όλων αυτών ο πατέρας της θάλασσας λαγοκοιμάται μ' ένα στριφτό τσιγάρο να σιγοκαίγεται στο γερμένο του χέρι, που πάλλεται ανεπαίσθητα από τον σφυγμό του αίματός του.)
Εχει σηκωθεί σκοτάδι και τα αστέρια έχουν κάπως απρόθυμα ξυπνήσει, ενώ το φεγγάρι περιστρέφεται σαν το χρυσό κεφάλι μιας βίδας που δεν λέει να βιδώσει, για το σκότος που κρύβει το υπόλοιπο πονεμένο της ομορφιάς του, που είναι στην πραγματικότητα μια στρογγυλή τρύπα απ' όπου περνά απ' το σαλόνι του θεού, το φως. Κι εμείς λέμε, να το φως, το φως του φεγγαριού. Το πλοίο, για να μιλήσουμε σοβαρά επιτέλους, χαρακώνει και η θάλασσα ματώνει αφρούς που μοιάζουν με σαπουνόνερα. Ο καπετάνιος κουμαντάρει το πλοίο, αλλά ποιος κουμαντάρει τη θάλασσα.
Αρδεύω κατόπιν, με οδηγό την ακίδα, την οποία αδυνατεί το μάτι ορθά να παρατηρεί, την Ισπανία, και καταλήγω νωρίς το πρωί της ενδεκάτης Αυγούστου στη Λισαβόνα.
Καφετιά πλακάκια, γαλάζια πλακάκια, αμέτρητα πανομοιότυπα παράθυρα που δημιουργούν τείχη εσωτερικά και στενωπά μπαλκόνια - τα μικροσκοπικά τραμ, κόκκινα ή κοκκινωπά, ανεβοκατεβαίνουν και ο χώρος ανάμεσα στους Λισαβονέζους που περιφέρονται ή πηγαίνουν στις δουλειές τους είναι, με τον δικό τους μοναδικό τρόπο, πάντα μεγάλος. Λες και δεν γίνεται να συγκρουστούν κατά λάθος ή απρόσμενα σε κάποια γωνία ή όντας σκυμμένοι. Στη Λισαβόνα είδα τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο που περπατούν, όχι ακριβώς σκυφτοί, μα με το βλέμμα τους ίδιο σχεδόν μ' εκείνα τα δραματικά και ανήσυχα βλέμματα των ομοιωμάτων της Παναγίας και του Χριστού και της Παναγίας που κρατά τον μικρό Ιησού στην αγκαλιά, που πωλούνται σωρηδόν, και οι κάτοικοι της Λισαβόνας βάζω στοίχημα πως όλοι τους κάτι έχουν πάθει και δεν μπορούν να κοιτάξουν τον ουρανό, που ετούτη την ώρα με αμέτρητες συννεφένιες διακεκομμένες καμπύλες είναι πλημυρισμένος από την Alfama ώς πέρα ψηλά στα όρια του Bairo Alto, όπου κατευθύνομαι ποδαράτος για κάτι. Για να κατευθυνθώ ποδαράτος κάτω από εκείνα τα διακεκομμένα σύννεφα. Και άλλα, ιδού.
Περιστροφικές και ισόπεδες διανοίξεις και ανισόπεδες επίσης μέσα στους αιώνες και για μένα τον ξένο η Λισαβόνα είναι εξαίσια, παραθαλάσσια και συνάμα παραποτάμια άσπιλη μπουγάδα - σε κάποιο αναπάντεχα όμορφο σοκάκι βλέπω κρεμασμένα να στεγνώνουν στον δροσερό αέρα που φέρνει ο Ατλαντικός ακόμα και τα δικά μου ρούχα. Μέχρι να φτάσω στο τέλος του στενοσόκακου γυρίζω πίσω και ψηλά στην άκρη ενός τόσου δα μπαλκονιού η πορτογαλίδα μητέρα μου βγαίνει και μαζεύει τα ρούχα· στρίβει λίγο το κεφάλι της και μου φωνάζει να καθήσω φρόνιμος - βρίσκομαι πίσω της μέσα στο δωμάτιο, όντας τεσσάρων χρόνων και σχεδόν μπουσουλίζω, προσπαθώ να την τραβήξω από το φουστάνι, βλέπω τη μωρουδίστικη χούφτα μου να σφίγγει και να τσαλακώνει το μπεζ ύφασμα, στην κατσαρόλα γίνεται το κλασικό πορτογαλέζικο πιάτο, μπακαλιάρος με πατάτες. Η μποτίλια με το κόκκινο πόρτο στο κέντρο του τραπεζιού, ο πατέρας λείπει. Αυτή η ζωή μού φέρνει αφόρητη πλήξη, πρέπει να μεγαλώσω και να φύγω αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Στο πάτωμα αφήνω στίγματα του τετράχρονου ιδρώτα μου.
Αφήνω πίσω μου το σοκάκι και μπαίνω σ' ένα άλλο. Αλάνια με παρατηρούν υπολογίζοντας αν μπορούν να μου την πέσουν, μοιάζουν και πράγματι είναι κλεφτρόνια, κάνουν σοβαρούς υπολογισμούς, αλλά σταματώ ακριβώς μπροστά τους για να ανάψω το τσιγάρο μου, και αυτό τους μεταδίδει κάποιο απρόσμενο άγχος, βήχω βαριά, φτύνω λίγο πιο πέρα από πόδια τους και συνεχίζω ατάραχος.
Κάμποσα τετράγωνα πιο πέρα και περνώντας σε άλλη συνοικία βρίσκω το καφενείο που ζητάω και κάθομαι να ανταποκριθώ. Ενα απόσπασμα γεμάτο υπεραισθητή απάθεια. Κάθε μέρα η ζωή με εντάσσει στο νόημα· στο μοναδικό υπαρκτό νόημα, στο δικό της. Βάζω μια τελεία και αποφασίζω να στείλω το σημείωμα στην εφημερίδα. Εχω να κάνω τόσα. *

Γ.Λειβαδάς / Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί/ Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 9-11-2010

Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί

Λίγες κουβέντες προερχόμενες από το τράνταγμα και το έρμα· γραμμένες την αυριανή της άνοιξης (με την εξακολουθητική απέχθεια προς τον δοκιμιακό λόγο), ώστε να εκτεθεί ο υποφαινόμενος καθώς του πρέπει.
Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του κειμένου «Η Ποίηση και η Κατάσταση», οι άμεσες, όσο και οι έμμεσες αναφορές σε αυτό πλήθυναν. Τα σημαντικότερα από τα σημεία τα οποία θίχτηκαν στο κείμενο αυτό, επανεμφανίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από αρκετούς κειμενογράφους, που στην πλειονότητά τους θεωρούνται ποιητές.
Ανά περίπτωση τα στοιχεία αυτά από κάποιους κακοποιήθηκαν ή από την πένα κάποιων άλλων εμφανίστηκαν ως δικά τους πρωτότυπα. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του ομιλία και αναδεικνύει τη σημασία του, τη βαρύτητά του, δίχως τη βοήθεια ή την παρέμβαση κανενός.
Στο μεσοδιάστημα ουκ ολίγες αφορμές υπήρξαν ώστε να γραφτούν παρόμοια κείμενα. Ποιήματα όμως που να τεκμηριώνουν ανάλογα τις απόψεις που καταγράφτηκαν ως δοκιμιακός ή άλλου τύπου, λόγος, δεν προέκυψαν. Και αναρωτιέται κανείς πότε θα προκύψουν. Διότι η συγγραφή ενός κειμένου «δείκτη», ενός δοκιμίου για την ποίηση, γραμμένη από ποιητή, οφείλει προηγουμένως να εδράζει, υποχρεωτικά, σε ένα ποιητικό σώμα το οποίο έχει αποτελέσει τον φυσικό λόγο, το τεκμήριο, μέσω του οποίου εξασφαλίζεται ο δεύτερος (δευτερότερος) λόγος του κειμένου αναφοράς.
Παραμένει λοιπόν το μέγιστο χρέος να γραφτεί η ποίηση της οποίας ο χαρακτήρας και το ύφος εκφράστηκαν διά μέσου των κειμένων - ώστε να αποκτήσουν νόημα και αξία.
Τα πιο φοβερά χαστούκια όμως είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί.
Στην πλειονότητά τους εκείνοι που σήμερα γράφουν έχουν ξεχάσει το απολύτως βασικό: πως η γραφή είναι πάνω απ' όλα τέχνη, όχι κατάθεση. Κρίνοντας κανείς απ' αυτό θα διαπιστώσει πως δεν παράγεται και τόση λογοτεχνία. Παράγεται μία σταθερά μονοσήμαντη κατάθεση προσωπικών δεδομένων· είτε αυτά αφορούν αυστηρά τον γράφοντα ή μια αίσθηση που διαθέτει αποκλειστικά στον στενότατο κύκλο της ιδιωτικής του παθολογίας. Μιλάμε για ένα στημένο σκηνικό, ένα κύκλωμα που αναπαράγει τον εαυτό του, πατρονάρει πρόσωπα και φροντίζει να συντηρεί την ανεπάρκειά του. Αυτό δεν έχει ουδεμία σχέση με την τέχνη του λόγου.
Πανομοιότυπος είναι φυσικά και ο τρόπος προώθησης ή προβολής της ποίησης. Υπάρχουν διάφοροι κύκλοι, έντυπα, εκδηλώσεις, που κινούνται επάνω ακριβώς σε αυτή τη βάση. Ολα αυτά είναι προσποιήσεις, για να μη χρησιμοποιήσω πιο βαριά λέξη.
Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε λοιπόν, μήτε και κάποιο δημιουργικό ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική στήλη του ποιητικού σώματος ετούτης της δύστυχης χώρας. Απεναντίας, το ποιητικό σώμα αδιαφορεί παντελώς και παραμένει αμέτοχο.
Η ποίηση αντιπροσωπεύει τη δημιουργική προς το καινό [κενό] τάση, αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί η ίδια αυτήν τη διαρκή μετατόπιση, μεταστροφή. Καταστρέφοντας κάθε ενδιάμεση, σε σχέση με τη μέγιστη, εποπτεία· ώστε να καταστήσει τον ποιητή φυσικό της Επόπτη.
Στην ποίηση δεν υφίσταται παθητική στάση απέναντι στο παιχνίδι του απολύτου που προκαλεί την εμφάνιση της διαρκούς και αυτο-τροφοδοτούμενης (αυτοκαταστροφικής) συνθήκης των μύθων, των οραμάτων, των συμβόλων, των νοητών και των ιστορικών αξιών, της απόκρυψης και της αποκάλυψης και των υπόλοιπων στοιχείων, καθιστώντας τα υποχείρια και όχι αξίες της δημιουργίας. Μόνο ενεργητική στάση, δηλαδή παρεμβατική. Προώθηση και όχι διατήρηση.
Εάν δηλαδή η ποίηση είναι κάτι που αενάως μεταστρέφεται, αλλάζει, πώς να εξακολουθεί να φέρει, ανά περίπτωση, το όνομά της, εφόσον παραμένει κατ' έναν ή περισσότερους τρόπους στάσιμη;
Η αξία βρίσκεται στο σπάσιμο του ορθολογικού νάρθηκα, στην οξυμμένη επινόηση και τη διαίσθηση. Επιμένω όμως πως στα ποιήματα που βλέπω τριγύρω, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιγράφονται απλώς οι αφετηρίες από τις οποίες μπορεί να παραχθεί ποίηση - μα δεν παράγεται. Και αυτή η διαπίστωση θεωρώ πως βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με το φαινόμενο της «κατανόησης» της γραφής. Μόνο που η ποίηση δεν γράφεται για να την καταλαβαίνεις. Γράφεται γιατί είναι ποίηση. Γράφεται επειδή το θέλει. Ο αναγνώστης πρέπει μόνο να αποφασίσει αν θα είναι υπέρ της ή όχι, ώστε σαν συνέπεια να ακολουθήσει σε αυτήν η εντρύφηση.
Η κοινωνία καλλιεργεί μονομερώς τη λογική και όχι την ενόραση. Και η ποίηση είναι τάχα «χωρισμένη» στα δύο: σ' αυτήν που γράφεται ως επίγνωση και σ' αυτήν που γράφεται ως ενόραση. Είμαι απ' αυτούς που θεωρούν την ποίηση της επίγνωσης (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ανούσια και βαρετή. Γιατί ακόμη και φιλοσοφικά, αν θέλετε (προσωπικά δεν κόπτομαι), η επίγνωση είναι στην πραγματικότητα τελειωμένη. Αυτό που θα μπορούσε να τη σώσει, η Ανά-γνωση (δηλαδή να διέπεσαι από Θάνατο και Ατη), περνά υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι της ενόρασης - συνεπώς η επίγνωση οφείλει να δώσει ένα τέλος στον εαυτό της και να μεταμορφωθεί σε αξία υψηλότερη. Να δώσει στον εαυτό της μιαν άλλη δημιουργική δυνατότητα· τη φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, ώστε να μην ευδοκιμεί τίποτε κατά συνθήκη.
Εδώ θα υπογραμμίσω τέσσερα περαιτέρω συγκεκριμένα σημεία που οι σημασίες τους αρδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού χώρου:
α) Το σύνηθες είναι ο αναγνώστης (ο απλός αλλά και ο κριτικός) να αντιμετωπίζει το κάθε ποίημα (τόσο της επίγνωσης όσο και της ενόρασης) με τη δική του «λογική επίγνωση». Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν γίνονται πλέον σημαντικές διαπιστώσεις, αλλά μόνο δευτερεύουσες - εκείνες που επαληθεύουν τη λογική στεγανότητα. Σήμερα θεωρώ πως η ποίηση μπορεί να γραφτεί (γιατί οι άλλοι γνωστοί τρόποι έχουν ήδη εξαντληθεί) μόνο μέσω μιας δράσης ενορατικής, και ως εκ τούτου ως τέτοια να εκτιμηθεί. Για κάθε άλλη περίπτωση η αδιαφορία μου είναι δεδομένη.
β) Ο καπιταλισμός έσωσε την ποίηση (τους). Η πληθώρα των ποιητών οφείλει την ύπαρξή της στο γεγονός της εμπορικής εκμετάλλευσης αυτού που ονομάζεται ποιητική συλλογή. Το εμπόριο των εκδοτών, που είναι έτσι κι αλλιώς. Το χρήμα όχι μόνο σώζει, αλλά παραχωρεί κορυφαίες διαχειρίσεις. Καταφέρνει δηλαδή κάποιος να διαβάζει χαρτονομίσματα της γραφής. Καθώς και κρίνεται κανείς από την αξία ή την πληθώρα του χαρτονομίσματος που έχει κυκλοφορήσει.
γ) Λέμε σημαντικό τον δημιουργό του οποίου το έργο στοιχειώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων, το μέτρο της ζωής τους. Λέω πως ο δημιουργός δεν γίνεται μόνο μία φορά μεγάλος και πως ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει καθημερινότητα και μέτρο ζωής. Οχι απλώς για να κινηθεί προς το πραγματικό μέλλον, αλλά για να προκύψουν ακόμη πιο σημαντικοί δημιουργοί. Εκείνοι που θα στοιχειώνουν κάθε φορά το επιφαινόμενο, την ακμή τού γίγνεσθαι, και όχι το λιποθυμικό επεισόδιο που κάποιοι ονομάζουν ζωή.
δ) Ο ποιητής είναι υπέρμαχος του πραγματικού ποιήματος· εκείνου που ισορροπεί, ταλαντεύεται, δεν είναι στατικό, δεν εδράζει.
Κατά κόρον η λεγόμενη ποιητική γλώσσα κατέπεσε στην αποφυγή και αποποιήθηκε παντελώς τη σχέση. Πουθενά δεν εντοπίζεται εκείνο το πείραμα, η ρήξη, η απόκλιση από το προφανές κάθε εκλογικευμένης αναπαράστασης. Η ποιητική γραφή δεν συμμετέχει, δεν δημιουργεί τη συνθήκη της γραφής της, παρά καταγράφει μία έμμεση (με παραχωρημένες όλες τις δυναμικές της σε κάποια αοριστία) σχέση με τις παρυφές του ποιητικού.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων αναλαμβάνει μόνον εκείνες τις πολύ βασικές σηματοδοτήσεις, απ' όπου μπορεί, ίσως, να ξεκινήσει η ποίηση, η οποία θεωρώ όμως πως δεν ξεκινάει. Βρίσκεται δηλαδή μονίμως σε ένα έκπαγλο σημείο συστολής, από το οποίο δεν εκπονείται απολύτως τίποτε. Παρά μόνον ο ιδιωτικός (ο οποίος και ως τέτοιος «επικοινωνείται») λόγος, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια οιδαλέα σύνταξη και γραμματική που δεν αποτελεί ιδίωμα, αλλά, κυρίως, δεν αποτελεί σπανιότητα.
Βλέπω την ποίηση τριγύρω μου να έχει καταντήσει δοκίμιο, να είναι υπερβολικά καλογραμμένη, υπερβολικά διαθέσιμη, αφόρητα διακριτική.
Οσο για μένα τον ίδιο, φρόντισα να αντικαταστήσω τη μία με την άλλη.
Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι σημαίνει.
Αυτά λέω στρίβοντας ευθεία, στην πραγματικότητα λέγοντας τίποτα· προχωρώντας με μια συνείδηση σε μόνιμη αλητεία, λες και έχει νόημα: Ελα. *

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)