Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Γ. Λειβαδάς: Τα περιεχόμενα του βιβλίου: Τα Οράματα Μιας Απίθανης Γενιάς/Στοιχεία για την Beat Generation (Κέδρος 2011)



"Εισαγωγή", "Η τζαζ ποίηση", "Η μπιτ λογοτεχνία και η τζαζ", "Η μπιτ γενιά και η θρησκεία", "Μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων", "Συμπορευόμενοι φωστήρες", "Μια εισαγωγή στο Ουρλιαχτό του Άλλεν Γκίνσμπεργκ", "Εκδοτικό χρονολόγιο".


Γ. Λειβαδάς: Το εισαγωγικό ποίημα από την συλλογή "Άτη" (Κέδρος 2011)

Άτη
Ι.
Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,
μα την άλλη:
αναρωτιέμαι κι επισκέπτομαι
το κοιμισμένο σώμα μου σε κάποιο δωμάτιο μισθωμένο
που η μητρότητα του δρόμου αδυνατίζει
και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω
για της ζωής το παράξενο όνειρο
ενάντια στον άνθρωπο.
Ενός διάκενου η μάστιξ, το ον διαχωρίστηκε και λάμπει,
όπως στη βρώμα της παρόδου μεσαιωνικά κράνη
αντανακλούν σειρές δρυμών ακόμη.
Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα
αυτές οι δουλειές δεν γίνονται μονομιάς
δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια
δεν ξέρω αν υπάρχουν πια ολοκληρωμένα βιβλία ―
αν υπάρχει αναγνώστης γι’ αυτό το ποίημα.

Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα
κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα
απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:
μήπως και κουραστείς απ’ τη ρευστότητα.
Κεσάτια.
Ωραίο ν’ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης
που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι
όπου ξυπνήσαμε όλοι
κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι
γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.
Τα νέα φτάνουν με καθυστέρηση,
πρέπει ―
η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,
ο τρόμος προηγείται της λέξης,
η ώρα είναι τρεις,
ώρα να καθίσουμε ήσυχοι.
Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι
Που θα χορτάσει μ’ ό,τι έχουμε νιώσει.
Δημόσιοι ποιητές για αποκούμπι.
Και ο soleil (όχι ο ήλιος) σαν πλανόδιος έμπορος
ξαποσταίνει σ’ έναν κόσμο παλαιών λουλουδιών
μακριά από προτομές και μίση.

Θέλω να σου μιλάω μόνο σαν τα ‘χεις παίξει.
Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε.
Μονάχα οι αρουραίοι δεν έπαψαν.
Εξαιτίας του βάρους ενός ποιήματος
έκανες την ερημιά κρεμάλα
και το στριφτό τσιγάρο μια χάλκινη οχιά·
τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν
σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης.
Άνθρωπος είναι μια επιστήμη που μελετά τον άνθρωπο.
Θα σε κάνω να γελάσεις
αν κάνω τον πίθηκο,
κι αυτή η ωραία βόλτα στα μαγαζιά
μες στην πυκνή κυκλοφορία θα συνεχιστεί.
Πάει να βραδιάσει,
νέα βιβλία στις βιτρίνες,
νέες ριπές στη βροχή,
είμαστε γεμάτοι τρύπες μα
δεν κάνουμε για κουμπιά,
είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου
και έρχομαι από παντού.


ΙΙ.

 Δυνάμεις δίχως σκηνοθέτη.
Αθόρυβα σημάδια χρόνου
η αδιάσπαστη συνοχή
του Εγώ
      για εκατό χρόνια
ίδια και απαράλλαχτη
         πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει
            γραπωμένη από δεσμοφύλακα 
      Private eye
τον φλοιό της γης·

Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός
είναι το κάτω μέρος μιας
         αναίσθητης γάζας στον πόνο ―
Ακόμη
       πιο κάτω
παραμένει αθέατο
συνεχίζει αυθεντικό
αυτό
που περιμάζεψε
με τον μυ της καρδιάς

σήμα κατατεθέν
που συγκεντρώνει πάνω του
        όλες τις φωτιές του ρυθμού.


ΙΙΙ.

Το έθιμο μιας φιλοσοφίας ―
          έχοντας υποστεί τρομερό
σοκ είπε όμως ας παίξουμε το
Χειμώνας
Άνοιξη
Καλοκαίρι
Φθινόπωρο
Χειμώνας
όσο είμαστε χαμένοι σ’ αυτή
         την τόσο ευκίνητη σαν γλώσσα
γλώσσα
τόσο ευκίνητη
                       άνοιξη καλοκαίρι
που ακόμα για το όμως τραγουδάει
λέει
τι

   είμαστε ενωμένα έθνη

       ο κόσμος γυρίζει
       πάει
       πηγαινοφέρνει
γοητεύεται απ’ τον αγγειοπλάστη
τα κόκκινα άνθη που κρέμονται
από χαμηλές γέφυρες ―

στα κρεβάτια που ξυπνάει
επαληθεύει

αυτό μπορεί και ανάποδα να  το πει
ανάποδα όμως όχι να το
πράξει
μ’ αυτά τα πόδια πάνω σε μια
σχεδόν στρογγυλή γη
όταν κάθε αντίλαλος έχει πάψει
και πέρα
βρέχει.


Γ. Λειβαδάς: Κάλλιστη Αλλοίωση (Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας 29/01/2011)



Πριν από καιρό, επιστρέφοντας εν πλω από το πέρασμα του Γιβραλτάρ, είχα σημειώσει πως «ο μέγιστος ανθρωπισμός είναι να τρέφουμε εκείνο που μας ενώνει: τη διαφορά μας μέσα στο ίδιο πράγμα.
Η διαφυγή ή απλώς η απομάκρυνση γίνεται προς τα μέσα». Ελάχιστες μετακινήσεις, που όμως καλύπτουν τεράστια χάσματα. Το χέρι γράφει την κουβέντα για να την εκθέσει στα φώτα της ανθρώπινης ράμπας.
Είμαι στο υπόγειο και ακούω το κομπρεσέρ από πάνω να χωρίζει τον πεζόδρομο στα δυο. Ακούγεται περισσότερο σαν βόμβος παρά σαν θηριώδης τρυπανισμός.
Συμμαζεύω διάφορα πράγματα προς τακτοποίηση. Συμμαζεύω ξανά, γιατί ξανά φεύγω.
Κυρίως πράγματα για πέταμα. Η παραμορφωμένη μορφή μου πάνω στο τζάμι δεν κινείται σπιθαμή και είναι κάπως μουτρωμένη. Βάζω κάτι γέλια. Εκείνη καπνίζει ασάλευτη.
Μοιάζει να μπαίνει φθινόπωρο, αλλά ίσως ξεγελάει. Πάντως για μεσημέρι έχει δροσιά. Βοηθά και στην τακτοποίηση. Στη βιογραφική μέθη. Στην κάλλιστη αλλοίωση. Απανωτές και ζορισμένες κινήσεις, δίχως μια σταγόνα ιδρώτα. Μετακινώ τις βιβλιοθήκες και από κάτω βρίσκω κουβάρια από γυναικείες τρίχες. Βρίσκω τέσσερα μικρά κέρματα. Ένα κομμάτι από κάποιο ερωτικό σημείωμα που τη συγγραφέα του είχα ξεχάσει. Πατάω ξυπόλητος πάνω στη συγκεντρωμένη σκόνη από το νταμάρι της πάλης τόσων σωμάτων. Αυτή η άλως όμως γύρω από τον εαυτό μου, που πάει να μοιάσει με σαχλή κορνίζα, είναι πλεγμένη από τα υλικά μιας φάρσας που παραλλάσσεται σαν ακαταμάχητη φρασεολογία.
Τα γέλια που μ' έπιασαν. Το κομπρεσέρ τα δίνει όλα, ρημάζει, κατατροπώνει και εργάζεται άψογα. Τα λεφτά του τα αξίζει - αξίζει τον θόρυβό του. Τα σωθικά της αλέας και του πεζόδρομου συμπιέζουν το μικρό μου δωμάτιο λες και θα το χωνέψουν. Ανοίγω το ένα παράθυρο στον ακάλυπτο και βλέπω πως φυσάει και απέναντι στα ανοιχτά τζάμια του κλιμακοστάσιου, με την παλιά μαρμάρινη σκάλα, δυο κοριτσίστικα γλυπτά πόδια να κατεβαίνουν, να κάνουν στάση, το δεξί πόδι στο πάνω σκαλί και το αριστερό στο κάτω, και μετά να πατούν και τα δυο στο ίδιο, και ύστερα τα πόδια σιγά σιγά τελειώνουν και βλέπω τμηματικά να κατέρχεται το σώμα ολόκληρο, μα ποτέ το κεφάλι, λόγω της διάταξης και των αναλογιών μεταξύ των ανοιγμάτων και της κλίσης και της περιστροφής της σκάλας, που αντηχεί των δύο κοριτσίστικων ποδιών την απομάκρυνση. Γυρίζω λίγα εκατοστά το κεφάλι μου και βλέπω την Τενερίφη.
Αφήνω ετούτη την αντιδιαστολή να κάνει τη δουλειά της.
Κάποιος που κάθεται ξανά και γράφει πάνω σ' ένα καράβι πράγματα που ο λόγος για τον οποίο τα γράφει τού είναι άγνωστος, γιατί είναι σίγουρος πως ο ίδιος τα γράφει; - κι αυτός είναι κάποιας βαθιάς αφαίρεσης ο καταποντισμός; ή μια διερώτηση στα ρίγη της αποκάλυψης ενός ερωτήματος; «Τι θα απογίνω αν καταφέρω μια μέρα να γίνω άνθρωπος;». Διακρίνει διττά τα επερχόμενα καταπώς βλέπει μέσα του. Δίχως νύξη για το είδωλό του, που δεν είναι παρά η μυωπία σου.
Επιτακτική, αν θα σε συμβούλευε ποτέ, θα ονόμαζε (ο άλλος σου) την ανάγκη σου για έναν βιωματικό φακό - αυτό που διαθέτεις δεν θα το ονομάσει περιεχόμενο γιατί είναι υπερβολικά περιορισμένο, μια λαϊκο-δημοκρατική διάθλαση επαγγελματιών αστέρων της νύχτας των τεθλιμμένων. Κάτι σαν ανώριμη και ανώφελη ομοζυγία, που κατάγεται από τις αναπηρίες του κλασικισμού.
Αυτός εκεί που γράφει παραδίπλα, βρίσκεται σε άλλη ετοιμότητα. Δεν τον απασχολούν οι διαφορές, οι μετακινήσεις, τα κουβάρια από τις γυναικείες τρίχες, οι μορφές πάνω στα τζάμια και τα κλιμακοστάσια, οι στάσεις της ανθρωπότητας κατά όποια έννοια, τα κυματογραφήματα.
Έχει γείρει για τα καλά πάνω στο θέμα, έχει πλησιάσει το αντικείμενο ριψοκίνδυνα. Εκθέτει τώρα της αλήθειας το νευρικό σύστημα. Γράφεται. Τρύπες εμφανίζονται απ' όπου μπορείς να δεις στην άλλη πλευρά. Δεν τρέχουν, παρ' όλα αυτά, αίματα, τρέχουν άλλα πράγματα. Μέσα από μια πραγματικότητα που η πολεμική των ημερών την ονομάζει λανθάνουσα. Οι μέρες ετούτες λοιπόν ομιλούν τη λανθάνουσα, όχι μόνο στην κατάστασή τους αλλά και στην idiotική τους διεργασία.
Οι αλληλουχίες φαντάζουν συσκοτισμένες. Ας καταγινόσουν και αλλιώτικα, άνθρωπε. Σου λέω πως η ποίηση πέρα από όλα τ' άλλα είναι κι ένας έπαινος στην επικίνδυνη ζωή. Ας γινόταν και διαφορετικά, άνθρωπε. Η φαντασία του πρωτόγονου υπερέχει της φαντασίας του τωρινού. Ευτυχώς οι πεποιθήσεις διαθέτουν βρόγχους. Ζωή από ζωή και λέξεις από λέξεις. Είναι που η ποίηση καθιστά τη ζωή πιο σπουδαία από τον εαυτό της.
Αυτός εκεί κάθεται και γράφει. Έχει τα δικά μου χέρια.



ΔΙAΧΩΡΙΣΜΟΣ ΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ Poiein.gr


Γιάννης Λειβαδάς: Επιστολή στο «Ποιείν»

Τόσοι μήνες απουσίας· και θα παραμείνω απών.
Διαφοροποίηση θέσης; Όχι. Η θέση παραμένει ως είχε και θα παραμείνει. Για τούτο και η επιστολή. Όσο για κάποια άλλη θέση; Ας την εκφράσει όποιος την έχει. Δεν έρχομαι πάντως να μιλήσω υπέρ των πικραμένων.

Ακόμη και στις λοξές, τις εμπνευσμένες, και τις αλλιώτικες ιστοσελίδες συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν πράγματα.
Ποια πράγματα όμως και ποίας ποιότητας, αυτό εξαρτάται από τον καιρό της ατομικής Ελλάδας κάθε ενδιαφερομένου, καθώς διατρανώνεται από τα φυσικά αποτελέσματα. Το φανέρωμα της αλήθειας· που για κάποιους ανοίγει λάκκους και για άλλους γλύφει ανδριάντα.
Είναι πως ξέρει και κατέχει κανείς· αυτό που κατέχει. Το κατεχόμενό του δηλαδή το οποίο προσφέρεται ευγενώς και ως απόδειξη λιανικής παραίτησης του ευλογημένου δαφνοστεφούς από το αύριο.
Εκφράζεται λοιπόν και ορισμένη κρίση, ξαδέλφη της οικονομικής. Ψάχνει ο διακαών μέσα στις τσέπες του και βρίσκει μονάχα τρύπες.  
Για μια σταλιά δημοσιότητα γίνονται τέρατα. Όχι χειρότερα από εκείνα που οδηγούν την αρρώστια στην ρεκλάμα.
Μην μας πουν και διδασκάλους όμως· και δασκαλίσουμε. Ας μας πουν όμως όπως θέλουν. Αν αποφασίσουν κάποτε πως χρειάζεται κάτι να θελήσουν.
Μοιάζει με συναλλαγή, ανά περιπτώσεις, μα είναι κιόλας. Το ένα δίκτυο υποβαστάζει το άλλο και ένα ακόμη σύστημα λαμβάνει χώρα. Τα δίκτυα των μετρίων που ομοιάζουν μ’ εκείνα των τρωκτικών. Τα μεταξύ των. Και σύστημα πιο μίζερο και απεχθές, δεν υπάρχει, από αυτό της μετριότητας.
Εκείνος που αναζητά (όταν αναζητά αληθινά) τα δαιμόνια, τα επικαλείται. Βυθίζεται στα σκοτάδια και τα ανομήματα. Πέραν αυτών βασιλεύει η φαιδρότητα.
Πόσο να βοηθήσουν λοιπόν τα «αναφορικά σε». Τον ψεύτη μπορείς και να τον υπολήπτεσαι (εάν καλώς ψεύδεται), τον ψεύτικο όμως όχι. Συνεπώς, κυκλοφορία της ανυπαρξίας.
Προς τι, τότε, τα επιτελεία; Των επαϊόντων που εκφράζονται ως συντελεστές, μα επαΐοντες δεν είναι· όσο και των ακαταμάχητων σπεκουλαδόρων  που αναρτούν σωρεία σχολίων. 
Πολλά από τα προς διαφήμιση μπορούν να διευθετηθούν μια χαρά στο τραπέζι μιας ειλικρινούς παρέας. Οι λεγόμενες ανεξάρτητες λογοτεχνικές επιθεωρήσεις, όπως αυτή του «Ποιείν», οφείλουν να παίζουν άλλον ρόλο. Εκείνον της διαφοράς. Προβάλλοντας την διαφορά ή, έστω, την αρτιότητα – όχι τον αυτισμό και την  υστέρηση.
Ειδάλλως το Ποιείν θα ταυτιστεί οριστικά (δυστυχώς έχει ήδη αρχίσει να ταυτίζεται) με όλα εκείνα τα οποία έδειχνε με το δάχτυλο και στα οποία αποπειράθηκε, με δημιουργικό τρόπο, να αντιπαρατεθεί.
Χρειάζεται ένα πλατύ χαμόγελο γιατί, παρηγορείται κανείς, μα δεν θα παρηγορείται εσαεί…
Υλικό με περιεχόμενο υπάρχει ελάχιστο. Να είμαστε όμως , αν είμαστε με το αληθές και το τίμιο, ικανοποιημένοι με το ελάχιστο. Αυτό και αν είναι αφορμή για επιδόσεις.


Γιάννης Λειβαδάς: "Αυτό που δεν υπάρχει εδώ πουθενά δεν υπάρχει" (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 15/01/2011)

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=15%2F01%2F2011&id=240867

Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει

Εχω πάθος με τα τραπέζια της κουζίνας. Σ' ένα άγνωστο σπίτι, ακόμη σχεδόν άδειο, με το τζάκι παγερό να χάσκει λίγα μέτρα μπροστά μου, βρίσκομαι κάτω από τη λάμπα του ανακριτή που κρέμεται πάνω από το τραπέζι της κουζίνας.
Πίσω μου κάμποσα σπίτια πάνω στο βουνό που δεν γνωρίζω τ' όνομά του, λαμπυρίζουν όπως τα φώτα κάποιου επιταφίου. Το φθινόπωρο έχει διανύσει κάμποσες εβδομάδες, όλες στητές και κορδωμένες· γιατί άραγε - το άφιλτρο Βέγκας καίγεται στο αριστερό μου χέρι βγάζοντας άναρθρες πανηγυρικές κραυγές (ήταν κρατημένο για δύο χρόνια σ' ένα σημειωμένο πακέτο από κάποιο ταξίδι), οι φλέβες των χεριών μου είναι φουσκωμένες.
Από δίπλα αφουγκράζομαι τους ελεεινούς ήχους μιας οικογένειας που νταντεύει το μικρό της. Μπήκαμε στο 2011 και μπουσουλάει. Είμαστε εδώ και δεν βρίσκουμε ανάπαυση. Είμαστε όλοι σπρωγμένοι σε μια ροή που δεν λέει να στομώσει.
Συμβαίνουν πράγματα που ακόμη και σαν ψέματα να σου τα γράψω πάνω στο χαρτί, και πάλι δεν θα τα πιστέψεις. Δεν είσαι για να πιστεύεις.
Ο θεός σου είναι πολύ μικρός, κι όμως το ξέρεις. Είσαι ένα αδέσποτο της μοίρας, μα ούτε αυτό το μπορείς. Κιτρινίζεις.
Σκέφτομαι, παρ' όλη την εξαιρετική και γαλήνιά μου διάθεση, λες και γράφω σε κάποιον. Νιώθω πως συμπληρώνω το πίσω κενό μιας κάρτας που έχει πάνω της τη μορφή ενός σύμπαντος. Μια εφημερίδα μελλοντικών πραγμάτων, της μελλοντικής ζωής που ωριμάζει κάτω από το βεληνεκές του σώματος, στα δευτερόλεπτα των σπασμών και των ψιθύρων αυτής της νύχτας, κάπου εκεί, στο σημείο που ξεκινά ο άνεμος. Εκεί που παύει.
Αναμασάω. Εχω διαβάσει τους καλύτερους, κι έχω πράξει. Τα διαβάσματα έχουν κοπάσει, αλλά οι πράξεις όχι. Δράττομαι όλων των ευκαιριών, αρκεί να είναι από τις άλλες. Η στήλη στην εφημερίδα με κρατά σε μια παλαιική εγρήγορση.
Ομοίως κάποια από τα γράμματα που λαμβάνω και είναι σαν να μην τα λαμβάνει κανείς. Γι' αυτό ίσως και η αναποδιά της κάρτας. Διαβάζω για «κορόνα-γράμματα» ενώ λείπει η κορόνα - και άμα φανεί δεν είμαι σίγουρος ότι θα την αναγνωρίσεις. Ασκήσου καλύτερα στο να καταλαβαίνεις. Εκτός και αν θέλεις το κακό σου. Αυτό που αρέσκεσαι να μοιράζεσαι με τους υπόλοιπους. Επικοινωνία. Σπάζεις όλες τις πόρτες αψηφώντας τα χερούλια. Ξεκολλάς όλα τα ρόπτρα. Σηκώνεις μια βιντεοσκοπημένη θύελλα.
Το τραπέζι θέλει να σηκωθώ από πάνω του. Θα μάθω να γράφω στο πόδι, όπως έμαθα να ζω στο σφυρί. Ισως μάθω να βάζω και στη σαλάτα αβοκάντο.
Εχουμε κολλήσει στον πρόλογο. Τα έχουμε τετρακόσια αλλά μας λείπουν τα εξακόσια υπόλοιπα.
Σε τούτης της υπέροχης τύχης την πατέντα υπάρχει μια βρομιά που σε ανακαλύπτει.
Σε τιμά ο σαματάς που σε επαναφέρει εκεί που θες. Μπερδεύεις το εγώ με το εσύ. Κι όμως, καθόμαστε όλοι γύρω από τούτο το τραπέζι.
Ανοίγω το παράθυρο και το βουνό δείχνει. Ο άνεμος φυσά με κατεύθυνση το κέντρο της γης. Το φεγγάρι φεγγαρίζει. Μέσα από την ομήγυρη των επερχόμενων που με περιστοιχίζουν και μου οδηγούν το χέρι, διακρίνω και το πιο γλυκό, το πιο ανάρμοστο που χαρίζει στην οδύνη. Η ώρα είναι πάντα περασμένη και φαίνεσαι να σκαρφαλώνεις. Φυγή άτακτη με το στόμα απολιθωμένο και διάστικτο από τα σημάδια κάποιας στραβής σκαπάνης. Ευαγγελίζεσαι προκομμένος. Οφειλα λοιπόν κάποια στιγμή να σου πω ότι έχω σκοτώσει. Κι έχω σκοτωθεί. Ετούτες οι αράδες είναι σκέτη αποσύνθεση.
Το νεκροκρέβατό μου δεν θα 'ναι στρωμένο, θα υπάρχουν άλλες προτεραιότητες. Δεν σε ενδιαφέρει αυτό που σου το λέω, παρ' όλα αυτά θα ήθελες να είσαι εκεί. Να σβήσεις τη λάμπα από πάνω.
Ο,τι δεν βρίσκεται σε τούτο το χαρτί, δεν βρίσκεται πουθενά αλλού. Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει.

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)