Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι.
Γ.Λ.

The one that reads with terms of tolerance can read me, the one that reads with terms of attendance can not.

Y.L.

"Poetry is the only adventure that's worthwhile outside itself"
- Yannis Livadas


"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.

"Άτη" - Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009.
Κέδρος (Μάρτιος 2011) Κυκλοφορεί

.

.

Επί Ρομαντισμού αγυρτεία


Είναι πολλά να ειπωθούν, και θα ειπωθούν. Αλλά ξεκινώ με αυτό: αυτός που συσχετίζει τον Ρομαντισμό με τις ιδεολογικές αιχμές της εποχής (του) και επιπλέον διατείνεται επί της αισθητικής του εκτιμώντας από την αυθαίρετη οπτική γωνία μίας "αριστεράς", ακρωτηριάζοντας επιπλέον την ιστορική του διάρκεια, δεν είναι παρά ένας σαλτιμπάγκος.

Joelle Léandre solo (25 septembre au 19 rue Paul Fort)

Γιάννης Λειβαδάς: Δύο δοκίμια με την ποίηση

[Αναδημοσίευση από το 4ο τεύχος της λογοτεχνικής επιθεώρησης «Κουκούτσι», Ιούνιος 2011]

Η Ποίηση και η Κατάσταση

Η ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση, δηλαδή, κάθε τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε, λίγο ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του.
Για να μιλήσουμε για την σύγχρονη ποίηση και την κατάσταση στην Ελλάδα, κρίνεται αναγκαίο να επανέλθουμε, όσο βαρετό και αν είναι, στα απολύτως βασικά ζητήματα που μας έχουν κουράσει τα αυτιά και τα μάτια. Διότι μέσα στην κεκτημένη ταχύτητα του ανθρώπου να βγει μπροστά, αποδείχθηκε πως δεν βαστά η μνήμη του και πως δεν μαθήτευσε επαρκώς στα σημεία και τα τέρατα της γραφής.
Μπορούμε λοιπόν να αναφερθούμε σε ορισμένα γνωρίσματα, καταθέτοντας μία ακόμη, όχι άποψη, αλλά ιδέα για την ποίηση και την κατάσταση, δίχως ουδεμία πρόθεση να εξοστρακιστεί κανείς, ή να λοιδορηθεί το έργο οποιουδήποτε. Η ορμή των σχολιασμών είναι φυσική και δεν στοχεύει σε τραυματισμούς, εξάλλου ένα κείμενο που θα γραφόταν με τέτοια πρόθεση δεν θα ήταν χρήσιμο σε τίποτε.
Πολλά λέγονται και γράφονται για το επίπεδο της ποίησης των ημερών μας, και όλοι οι σχολιαστές δεν εδράζουν τις παρατηρήσεις τους παρά στο πλατό των ορισμών και των διασαφηνίσεων που όλοι συμφωνούμε πως αποδεχόμαστε ως αξία. Παρόλα αυτά δεν κρίνουμε και δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοια την ποίηση που γράφεται σήμερα.
Αδιαφορώντας για τα λεγόμενα εκείνων που κάνουν φιλολογικό τουρισμό, απομένουμε με ένα ιδιαιτέρως μικρό σύνολο δημιουργικών σχολιαστών. Έστω μέσα σε αυτό το περιορισμένο πλαίσιο λοιπόν, κυκλοφορούν διαφορετικές εκτιμήσεις για την σύγχρονη ποιητική γραφή. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν έχουν ικανοποιητικά δημοσιοποιηθεί. Μία απ’ αυτές θα προσπαθήσω, παρότι δεν έλκομαι διόλου από τη δοκιμιακή γραφή, να εκθέσω στο παρακάτω κείμενο, χρησιμοποιώντας και ορισμένα αποσπάσματα από δύο μικρά αλλοτινά δοκίμια που έγραψα πριν από χρόνια.
Το φαινόμενο της «κοινής» γλώσσας ή της απουσίας συγκεκριμένων πρωτοβουλιών ανάμεσα στους ποιητές μίας γενιάς, μίας εποχής ή μίας συγκεντρωτικής αξιολόγησης, πώς μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς; Όταν οι ποιητές έχουν εν πολλοίς καταθέσει το ιδίωμα μίας λαβωματιάς από το αγκάθι του ρόδου που έκοψαν, δεν σημαίνει επουδενί πως έχουν δημιουργήσει δική τους ποιητική γλώσσα, πως έγραψαν δηλαδή καινούργια ποίηση. Κι αυτό διότι απλώς επανήλθαν σε προηγούμενες ποιητικές επινοήσεις, ανακυκλώνοντας κάθε περιούσια, ή μη, τυπολατρία. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός πως δεν παράγεται προσωπικό ιδίωμα. Μία γλώσσα δηλαδή μέσα στην οποία ο ποιητής ποντάρει στο ακατόρθωτο. Και ο λόγος δεν είναι άλλος απ’ αυτόν: οι λεγόμενοι ποιητές απλούστατα ποθούν να ξεχάσουν τον εαυτό τους γράφοντας. Πιστεύουν πως «η υπογραφή του ποιητή» θα πάψει εκείνη την σύμβαση που τους επιβάλλει μυστικά την αίσθηση του περιορισμένου, του ασαφούς, της όποιας οδύνης εμποδίζει τον «έτοιμο» άνθρωπο να γευθεί την «άλλη ζωή».
Πολύ απλά, ο ποιητής δεν μπορεί παρά να διαθέτει, δημιουργικά, μία και μόνη ιδέα, την Προσωπική (του) Γλώσσα, και δεν μπορεί παρά να υποστεί μονάχα την επικράτεια μίας οικουμενικότητας, τίποτε πιο μικρό ή περιορισμένο. Αν δεν πατηθούν όλα τα πλήκτρα δεν υφίσταται ποίηση.
  Η σχέση των ποιητών με την Παράδοση, για την οποία έχει γίνει αρκετές φορές λόγος, είναι μάλλον ανύπαρκτη. Προφανώς υπάρχει σοβαρή σύγχυση ανάμεσα στην διακειμενικότητα και την παράδοση. Στην Παράδοση ανήκει όποιος της παραδίδει, όχι εκείνος που παραλαμβάνει απ’ αυτήν. Για αυτόν ακριβώς  τον λόγο η ποιητική γραφή ξεπερνά κάθε πολιτισμική, πολιτική, αισθητική, ψυχολογική ή άλλη σύμβαση, ώστε να καταφέρει να αποτελέσει Παράδοση. Η ποίηση, αν θεωρήσουμε πως δρα με κάποιον τρόπο, δεν κάνει άλλο από το να υφίσταται ως Παράδοση μέσα στην ιδέα που χρησιμοποιεί η ίδια για να εδράζει ως Υπερ-αντικείμενο τον εαυτό της. Απόλυτη έκφραση της ποίησης είναι ο ίδιος ο ποιητής.
Διαβάζοντας κανείς έργα νεότερων ποιητών ή και φύλλα δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύουν, διακρίνει το εξής φαινόμενο: η ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «λογική επίγνωση» παρά σαν επισυμβαίνον, που είναι. Η ποίηση όμως είναι πριν και πάνω απ’ όλα μια ειδική σχέση με τη ζωή, με τα πράγματα, είναι μία κατάσταση απόλυτης έκθεσης στο Άλλο. Καθαρή μεταφυσική. Ο ποιητής είναι το σχήμα, ο χώρος της αποδοχής του Άλλου, μέσα στο οποίο εντοπίζεται και υποκινείται το σώμα και ο νους του ποιητή. Στην πραγματικότητα δηλαδή, ο ποιητής όταν γράφει αποτυγχάνει, δεν πετυχαίνει, και δεν απομακρύνεται αλλά επιστρέφει. Αποτυγχάνει και επιστρέφει σε σχέση με το ανέφικτο (impossible). Διότι, κι εδώ χρειάζεται ένα καθαρό χαμόγελο, ποίηση του εφικτού –σαν αυτή που είναι ευρέως διαδεδομένη- δεν υπάρχει.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται μία πρώτη απόδειξη τέχνης ή αποδεικνύεται η απουσία της. Αν η αποτυχία του ποιητή καθώς και η επιστροφή του κρίνονται με βάση κάποια στατική επίγνωση, τότε δεν παράγεται ποίηση. Εξάλλου κάθε επίγνωση, ως γνήσιο τέκνο της συνείδησης, η οποία είναι μία εκ γενετής ψευδαίσθηση, διαθέτει πολύ μικρό σχήμα για να χωρέσει την τέχνη. Η ποίηση χωρά μόνον στο όχημα του Μη-Σχήματος.
Αν η γραφή είναι τροχός (που πράγματι μοιάζει να είναι), δεν παύει ποτέ να περιστρέφεται. Το πιθανό bonus δηλαδή της επιτυχίας όταν η ακίδα σταματήσει τον τροχό στο «Τα παίρνεις όλα» υφίσταται μόνον στην αρρωστημένη φαντασία κάποιων.
Κατά βάθος πρόκειται για τον ανείπωτο πόθο της κοινωνίας να σπάσει τα δεσμά της προσπαθώντας να γίνει μία κοινωνία «ποιητών» , μα όχι μία κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων. Προφανώς διαφεύγει το γεγονός πως ο ποιητής δεν γνωρίζει ούτε την σκλαβιά μα ούτε και την ελευθερία· είναι φαινόμενο προηγμένο και τελεσφόρο σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε «κοινωνία».
Καμώνονται λοιπόν ορισμένοι πως ποιητές μας είναι οι διαφημιστές των τραυματισμένων πόθων μας. Φευ! Ο ποιητής είναι πάνω απ’ όλα μια στάση ζωής, μια φυσικότητα που διαρκώς αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται. Αυτό που πολλοί θεωρούν ποίηση είναι μία άκαμπτη διακόσμηση, δεν συμμετέχει στον ρου της ζωής, δεν αντανακλά στη μνήμη. Δεν μιλάμε συνεπώς για ποίηση.
Η ποίηση ανήκει αποκλειστικά στο γίγνεσθαι, όχι στο είναι. Ο ποιητής αποτελεί μία άσωτη διαταραχή ανάμεσα στο ατομικό και το κοσμικό στοιχείο - κι αυτήν τη διαταραχή όντας νομοτελειακά πυρσός της εποχής, πρέπει πάση θυσία να μετακενώσει ζώντας και γράφοντας. Μόνο τότε η δουλειά του ποιητή θα ‘χει πετύχει.
Η Μούσα δεμένη στον βράχο του Προμηθέα. Μιλώ σαφέστατα για την πιο σκοτεινή σκληρότητα που μπορεί να χωνέψει η ανθρώπινη συνείδηση. Ο ποιητής αναμετράται με μια δρακόντεια απαίτηση: εκείνη της γλώσσας της ζωντανής που μιλά με τη σοφία της συγχρονικότητας και της αλλοίωσης. Ποίηση είναι εκείνη που στοιχειώνει τον θάνατο, περιφρονεί την ελπίδα και ζει με το αιώνιο βάσανο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το minimum της είδησης ενός Νέου Όντος, μ’ αυτό το ασύμφορο θα καταγίνεται υποχρεωμένο το μέλλον.
Η ποίηση δεν αποτελεί μέρος του διακόσμου του ανθρώπινου σύμπαντος, ούτε και είναι η ιέρεια της εξιλέωσης των πληγών του. Είναι η έσχατη προσομοίωση της καταστροφής και της δημιουργίας του. Βασικό εμπόδιο λοιπόν για την επίτευξη αυτής της προσομοίωσης είναι η ατολμία. Και εννοούμε την ατολμία του πνεύματος να συντελέσει στο ξεπέρασμα της διατύπωσης ώστε το ποίημα να είναι ποίηση και όχι αισθητική τακτοποίηση μίας «διακήρυξης», να είναι Τέχνη. Γιατί μία απλή «διακήρυξη ελευθερίας» του ποιητή είναι κατ’ ουσία ανώφελη.
Απαιτείται μια κάποια δημιουργική υλοποίηση ενός ορισμένου αιτήματος. Η υλοποίηση αυτή είναι η διαφορά, η οποία όμως υφίσταται μόνο ως υπεροχή και όχι ως υποχώρηση (σύμβαση), όπως διατείνονται έμμεσα ορισμένοι, και ευλογούν οι διακεκριμένοι «πατέρες» της γραφής.
Εκεί λοιπόν που κάποιοι αναγνωρίζουν τον ερχομό μίας νέας ποιητικής γενιάς με αναθεωρημένη προβληματική, υπάρχουν και άλλοι που δεν διακρίνουν παρά καρικατούρες που περιφέρονται με κάποιο «χρίσμα» ικανοποιώντας την ανούσια ματαιοδοξία τους. Βλέπουν τα αποτελέσματα των διατυπώσεων εκείνων που τόσο άστοχα έβαλαν μεγάλο σημάδι στη «γενιά του ‘30(;)», άφησαν ένα τεράστιο κενό ανάμεσα, και ξανασημάδεψαν εντελώς αυθαίρετα στη «γενιά του ‘80(;)», η οποία έφερε με τη σειρά της στον κόσμο μία φουρνιά νεότερων ποιητών, τους σημερινούς,  που λογοπαικτούν με το απόκομμα της πρόωρης συνταξιοδότησής τους.
Η «νέα γενιά ποιητών» πιστεύω πως δεν είναι υποχρεωτικά αυτή που παρουσιάζεται ως τέτοια. Υπάρχουν σοβαροί ποιητές που δεν έχουν αναγνωριστεί ούτε και εκτιμηθεί επίσημα, βρίσκονται κάπου πιο απόμερα. Εκεί που οι μηχανισμοί τεχνητού φωτός των κριτικών, των ακαδημαϊκών και των επαϊόντων δεν καταφέρνουν να λάμψουν. Ποτέ άλλωστε δεν το κατάφεραν.
Οι πραγματικοί ποιητές γνωρίζουν πως αυτό που εξακολουθεί είναι ένα και απαράλλακτο, η διερώτηση μίας Απολύτου Υπάρξεως, το ζήτημα της πίστης στο Ιερό. Κάθε διαφοροποίηση αυτού του φαινομένου είναι κι ένας μανδύας του αδιαφοροποίητου. Όλες οι πτώσεις των μανδυών είναι η ιστορία της ποίησης· γραμμένη από όσους επιδόθηκαν στην έκδυση, στην κορύφωση. Κορυφαίο είναι το εντελώς απρόβλεπτο που προκύπτει από την εσκεμμένη απαλλαγή του ποιητικού λόγου από την προφανή ισορροπία και την φαινομενική στρατηγική του.
Μα εδώ τα χέρια ιδρώνουν και ο ίσκιος χάνεται κάτω απ’ τα πόδια, διότι: με τι καταγίνεται κανείς όταν λέει πως είναι ποιητής; Με την προγύμναση μπροστά στην επερχόμενη εξαφάνιση ή με την έσχατη επιβεβαίωση; Πρόκειται για λαχτάρα «άλλων κόσμων», για «εξαγνισμένη λησμονιά», για απόθεση κορώνας σε κάποιο υψηλό μέλημα;
Ας ακουστεί κι αυτή η άποψη λοιπόν: ο ποιητής λειτουργεί ως αυθέντης, ως διάνοια που διαβλέπει και συνιστά· φέρνει τον κόσμο σε μία νέα αφετηρία της οποίας τα στοιχεία τα κατέχει και τα εξουσιάζει ως «μονάρχης ιδίω δικαίω» όπως θα έλεγε και ο Έμερσον. Προτείνει στον κόσμο νέες αντιληπτικές εμπειρίες και κρίνει πως ο άνθρωπος οφείλει να αποκαλυφθεί, πως ο άνθρωπος έχει μείνει τραγικά πίσω, και πως ακόμη και αν ο ποιητής στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, ή και πάνω από το ύψος αυτό, ο άνθρωπος έχει επικίνδυνα αδυνατίσει στο εσωτερικό του για να δεχθεί τη δική του συνδρομή. Και για αυτό ευθύνη του ποιητή είναι να μεταβάλλει τον κόσμο και όχι να πορεύεται σύμφωνα με την συντονισμένη πρόσληψη. Ο ποιητής καταφέρνει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, αναλαμβάνοντας το βάρος της συλλογικής της πτώσης. Είναι ο ερχόμενος άνθρωπος, όχι το ανθρωπάριο που υποτιμά την ύπαρξη, το οποίο τανύζεται μεταξύ αυτο-προσδιορισμού και κοινωνικού φαίνεσθαι.
Η εναργής μυθολογία του προσωπικού θανάτου που δημιουργεί ψηφίδα-ψηφίδα την εικόνα της ποίησης από μέσα μας, βρίσκεται στα αζήτητα. Η ποίηση πέφτει όλο και πιο χαμηλά μέσα στον κάδο της τυποποίησης του ορθού λόγου, ειδικά όταν παρασύρεται από κατήφεια και μετατρέπεται σε απλή ανάγκη να καταγραφεί. Πόσοι από τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες δεν γράφουν με το καρμπόν της «θλίψης»; Καθώς και οι περισσότεροι από τους «καταξιωμένους» ποιητές και τις ποιήτριες που από καιρό θεωρούνται οι κορυφαίοι μας;
 Η ποίηση ακριβώς επειδή είναι (μετα)φύση, δεν είναι άλλο από μία διαρκής παρουσία. Νόημά της είναι η ίδια της η ύπαρξη. Η ποίηση ασχολείται με κάτι που δεν γίνεται διανοητικά να ολοκληρωθεί. Το Κενό. Την άληκτη διερώτηση για την κεντρική αλήθεια των πραγμάτων και των ορίων που υποβάλλονται για να καταργούνται. Η ποίηση δρα αδιάφορα ή ενάντια στις γενικές δυνατότητες, είναι εξαιρετική ειδίκευση, αποτελεί δε μέρος του απόλυτου υπερ-Αντικειμένου και δεν προβληματίζεται με τη θέση της διότι είναι η απόλυτη έκφραση εκείνου. Προβληματίζεται όμως με τις εκδοχές του.
Για αυτό λοιπόν, ο ποιητής δεν γράφει με το ταλέντο (το ξεπερνά), γράφει με την απώθηση της ευκολίας και της επισήμανσης. Ο ποιητής βαδίζει στο πουθενά. Το ποιητικό έργο ορίζεται από την ποιητική σύσταση του δημιουργού, από την ποιητική δύναμη που τον καθιστά ποιητή. Γιατί η ποίηση ξεκινά από την πρωτοβουλία να την πραγματώσει κανείς, και όχι από την κάψα να «γίνει» ποιητής.
Η ποίηση είναι εκείνη η δύναμη συνοχής του πνεύματος και του σώματος του ποιητή, η οποία καταλήγει κάθε φορά που γράφεται στο χαρτί. Όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Στην πραγματικότητα τα ποιήματα είναι παράσιτα αυτής της συντέλεσης. Η ποίηση όταν κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή είναι πλέον νεκρή. Το ποίημα είναι στο εξής ένα κηδειόσημο· παρόλα αυτά, λέει πολλά. Ο αναγνώστης και ο επίδοξος ποιητής, οφείλουν να εγείρουν τη δική τους δυνατότητα ποίησης από την αναγγελία θανάτου, λαμβάνοντας γνώση τόσο από το γεγονός της τοιχοκόλλησης, όσο και απ’ όσα γράφτηκαν στο χαρτί.
Ο πραγματικός ποιητικός λόγος αδιαφορεί μπροστά στην διαβόητη «ανάσταση», στην περίπτωσή μας δηλαδή, την τεκμηρίωση μίας ποιητικής Φανέρωσης, πολύ απλά γιατί τίποτα δεν έχει πεθάνει, παρά μόνο ο ποιητής. Ο ποιητής (ήτοι η ποίηση) είναι ο Νεκρός (ο αληθινός Φανερωμένος). Το ανήκουστο και αέναο της δυνατότητας Να Είναι.


Μετς 2008


Αναστατήρ Λαμπτήρας

Αγαπητέ φίλε, τις προάλλες σ’ εκείνο το café είπαμε διάφορα και καθώς φαίνεται στο άμεσο μέλλον θα πούμε και άλλα, διαφορετικότερα. Σε ευχαριστώ για την ευγενική προσφορά του αντιτύπου της τελευταίας σου ποιητικής συλλογής.
Επιστρέφοντας στο σπίτι κάθισα και την διάβασα και την ξαναδιάβασα κάμποσες φορές ακόμα. Τώρα, αρκετούς μήνες αργότερα, λέω ετούτα: η ποιητική συμπεριφορά καταλήγει σε ποικίλες προόδους. Το πώς και σε ποιον τομέα αποφασίζει να προοδεύσει όμως κανείς, αποτελεί ουσιαστικό μέρος του όλου αιτήματος· εκείνου που παράγει τον ποιητικό λόγο και είναι ταυτοχρόνως υπόλογο απέναντι στις δυνάμεις και τις αξίες του.
Οτιδήποτε διάβασα στη συλλογή σου θεωρώ πως είναι μια άξια λόγου απόπειρα εξομάλυνσης των πλοχμών που σε συνδέουν με τους ποιητές  που σε έχουν καθορίσει για τον έναν ή τον άλλον λόγο. Βλέπω πως πρόκειται στην πραγματικότητα για μία ανταπόκριση, και οι ανταποκρίσεις μου αρέσουν. Μα στην περίπτωση της ποιητικής γραφής, προτιμώ κατά πολύ την ανταπόδοση. Ένεκα που βρισκόμαστε και στον εικοστό πρώτο αιώνα, ή πιθανώς σε άλλον, πιο μακριά μέσα στον χρόνο.
Υπάρχει όμως κάτι άλλο, σημαντικότερο, που απουσιάζει: η διασάλευση, τουτέστιν η επανιεράρχηση, που αποτελεί συνάμα και την απόλυτη ποιητική τεκμηρίωση, τη διάνοιξη του ορίζοντα. Χωρίς αυτήν έχω την εντύπωση ότι, πλέον, ο ποιητικός λόγος βρίσκεται στα μετόπισθεν(;) της ποίησης. Μα χρειάζεται να πέφτεις στα χαρακώματα.
Είναι προφανές πως έχουμε διαφορετικές καταβολές και διαφορετικό μέτρο· αποφαίνομαι, συνεπώς, ότι τα ποιήματά σου τα ήθελα άλλα. Όχι αυτά. Παρότι ευχαριστήθηκα κάποιο σημάδι αναστήματος, μιαν εκφορά που εμπεριείχε την προετοιμασία ενός ανασκουμπώματος, μιας δηλωτικής απόφασης προς την σαρωτική, χαρμόσυνη απελπισία που θα βάλει κάποτε όλα τα πράγματα της ποίησης στη θέση τους. Αυτά από το φιλικό μου κρανίο.
Περαιτέρω (σχετικά με τον «ποιητικό» περίγυρο) δεν είναι να καταγίνεσαι τόσο, εφόσον ο περίγυρος αυτός απέχει παρασάγγας από την ποίηση. Μία έντονη, όσο και αποδοτική, προσπάθεια να πειστούν οι πάντες για κάποιες συγκεκριμένες «ποιητικές» επιδιώξεις και επιδόσεις. Παρανάλωμα για τη μέγιστη δυνατή κυκλοφορία των ονομάτων. Μα και η μανία για τη δημιουργία ενός  προσωπείου χαμηλών τόνων, είναι εξίσου ανέντιμη και χυδαία. Προέκυψε από τούτα μία γενιά κουρασμένων ή αναξιοπαθούντων που ταλανίζονται κι αυτοί λόγω της ύπαρξης των πρώτων.
Έρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, διαφημίζεται, η οπισθοχώρηση μπροστά στο ποιητικό φαινόμενο ως ποιητική αξία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η πραγματική ποίηση (αυτή που αρέσει σε εσένα όσο και αυτή που αρέσει σε εμένα) παραμένει στο περιθώριο.
Βεβαίως η λέξη περιθώριο δεν σημαίνει κάτι επακριβώς, αλλά τουλάχιστον διατηρεί τη μέγιστη εγγύτητα με το κέντρο αυτού που μας προϊδεάζει ως Αλήθεια. Το κέντρο αυτό βρίσκεται μονίμως μακριά από εμάς, εντούτοις αυτή η δυνατότητα έδρας στις παρυφές του περιορισμένου κύκλου της άγνοιάς μας είναι που παραχωρεί την ιδιότητα του ποιητή. Ταυτόχρονα, από μία άλλη πλευρά, το δημιουργικό κέντρο είναι η θέση του ποιητή. Όπου ποιητής και κέντρο.
Να έχεις πάντως στο νου σου πως οι πραγματικοί ποιητές δεν αδικούνται ποτέ· κι αυτό γιατί δεν χρειάζονται την υποστήριξη κανενός. Δεν χρειάζονται καν αναγνώστη. Ο ποιητής έρχεται μόνο για να δώσει, όχι για να πάρει. Διότι ο ποιητής είναι ενότητα και κοινωνία σαρκωμένη· δηλαδή το αντίθετο της κοινωνίας ως έχει. Δεν είναι εκείνος που γράφει, όσο «καλά» και να γράφει. Ποιητής είναι αυτός που είναι, όχι αυτός που γνωρίζει κάτι. Τα επισημαίνω όλα αυτά βλέποντας την ποίηση τριγύρω να έχει καταντήσει δοκίμιο, να είναι υπερβολικά καλογραμμένη, υπερβολικά διαθέσιμη, αφόρητα διακριτική.    
Διότι είναι ευκολότερο να καμώνεται κανείς από το να γράφει. Ξέρεις. Ειδικά αν είναι και μπροστάρης. Και εξαιρετικούς πρωτοπόρους των νηφάλιων αγρών έχουμε με το παραπάνω. Προσωπικά δεν αναγνωρίζω καν ποιητική ιδιότητα στο μεγαλύτερο ποσοστό όσων κόπτονται. Αναγνωρίζω ενασχόληση με ολόκληρη την ποιοτική γκάμα των εκφράσεων που τείνουν στον ποιητικό λόγο, όπου χρησιμοποιείται μια «λογοτεχνική εργαλειοθήκη», μα αυτό είναι κάτι άλλο. Ονόμασέ το όπως θέλεις.
Επί όλων των προαναφερθέντων οι ιδέες μου έχουν γνωστοποιηθεί πολύ πιο εμπεριστατωμένα στο δήθεν δοκίμιό μου «Η ποίηση και η κατάσταση». Υποφέρουν κι αυτές. Και αυτό είναι δεδομένο εφόσον μπορούμε να διαφωνούμε ή να συμφωνούμε για διαφορετικό λόγο, αλλά και ο ένας από τους δυο μας να κάνει ανάγνωση και ο άλλος να κάνει ανά-γνωση. Εξαρτήσεις.
Συνεπώς για να τοποθετηθεί κανείς πιο ειδικά σε όλα αυτά που αραδιάζω, οφείλει να έχει κοιτάξει το προαναφερθέν κείμενο. Άλλος κόπος, αρκεί. Δεν είναι του τρόπου μου να αρχίζω να παραθέτω εδώ αποσπάσματα που εξυπηρετούν, διασαφηνίζουν, αυτό που θεωρώ αύριο (γιατί στο αύριο τεκμηριώνουμε και όχι στο τώρα, πόσο μάλλον στο όταν) ως ποιητική μου ιδέα. Αν θες κοιτάζεις το δοκίμιο, μα με δική σου απόφαση και ευθύνη. Βλέπεις, είμαστε κάπως.
Είναι το φάσμα του τυπωμένου ονόματος, με το οποίο όμως είμαι βαθιά και αλύπητα  συμφιλιωμένος.
Τώρα, σχετικά με το γράψιμο και το ποιόν της γραφής: θα συμπληρώσω εδώ λίγες αράδες από ένα σημείωμά μου, το οποίο έχει ξαναδεί ένα αμυδρό φως δημοσιότητας, ώστε να μην χρειαστεί να επανέλθουμε και να κερδίσουμε χρόνο για να συζητήσουμε κάτι άλλο, πιο ενδιαφέρον: «Υποστηρίζω πως η γλώσσα χρησιμοποιείται πια σαν γλώσσα αποφυγής και όχι σχέσης. Συντηρούνται ορισμένοι τόνοι, συνήθως δήθεν ψυχραιμίας ή φαινομενικής αντίδρασης, οι οποίοι περισσότερο φέρνουν στον ήχο ενός ψυγείου ή ενός καλαθιού με σύνεργα πλεξίματος - παρά στον τριγμό μιας επικίνδυνης ισορροπίας, η οποία αποτελεί την μοναδική κατοικία του ποιήματος. Πολύ σπάνια εντοπίζεται εκείνο το πείραμα, η ρήξη, η απώθηση από το προφανές κάθε εκλογικευμένης αναπαράστασης. Αυτός που γράφει, δεν συμμετέχει, δεν δημιουργεί δηλαδή την συνθήκη της γραφής του, παρά καταγράφει μία έμμεση (με παραχωρημένες όλες τις δυναμικές της σε κάποια αοριστία) σχέση με τις παρυφές του ποιητικού. Στην καλύτερη των περιπτώσεων αναλαμβάνει μόνον εκείνες τις πολύ βασικές σηματοδοτήσεις, απ’ όπου μπορεί, ίσως, να ξεκινήσει η ποίηση, η οποία, θεωρώ όμως πως δεν ξεκινάει. Βρίσκεται δηλαδή μονίμως σε ένα έκπαγλο σημείο συστολής από το οποίο δεν εκπονείται απολύτως τίποτε ποιητικό. Παρά μόνον ένας περιορισμένος, πιθανόν αυτιστικός λόγος, που δεν είναι τίποτε άλλο από χαμηλοβλεπούσα σύνταξη και γραμματική, δεν αποτελεί μήτε ποιητικό ιδίωμα, αλλά κυρίως, μήτε σπανιότητα».
Είναι που χρειάζεται μια  ριζική αλλαγή στον άνθρωπο για να γραφτεί ποίηση, μα αλλάζουν μάταια τη γραφίδα και παραμένουν πιο αδίστακτοι και ακόμη πιο ενημερωμένοι. Απορροές θηλαστικής φρενίτιδας.
Τα χαρακτηριστικά ετούτα αρδεύουν την ποίηση των περισσοτέρων σύγχρονων ποιητών, ανεξαρτήτου ηλικίας. Αυτό κι αν είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός. Όχι λιγότερο δυσάρεστο από την ευρύτερη υστερία που επικρατεί. Και αλίμονο σ’ αυτόν που διαβάζει μόνο για να επισημαίνει τα λάθη των άλλων· αν και κανένας δεν γνωρίζει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια βαλίτσα με άπλυτα.
Συνοψίζω γιατί: ο ποιητής είναι κακός ποιητής. Αυτοί που τείνουν στην ποίηση είναι καλοί· γιατί είναι ήδη ολοκληρωμένοι και άρτιοι σε σχέση με μία συνθήκη που δεν υπάρχει· είναι μόνον επικαλούμενη. Αν λοιπόν οι σχετικοί με την ποίηση είναι πολύ καλοί, οι ποιητές είναι θεοί. Μα δεν υπάρχουν ποιητές θεοί. Ούτε ημίθεοι. Ο ποιητής είναι εξάλλου μια έννοια ολική που δεν επιδέχεται πάσης φύσεως συνοδευτικά.
Μου αρέσουν οι συμπαθητικοί άνθρωποι αλλά και ορισμένοι ασυμπαθείς. Συμπαθείς ποιητές όμως ή ασυμπαθείς, δεν βρίσκω. Για αυτό και ονομάζονται ποιητές και όχι συμπαθείς. Το έρεισμα βεβαίως, δεν είναι πάντα σημαντικό, και ας είναι, μπορεί να είναι τραγικό, υπό την έννοια του αντι-δημιουργικού, και να μην είναι. Κάποιος χρειάζεται να γνωρίζει. Αυτός είναι ο επόπτης, δηλαδή ο ίδιος ο ποιητής. Αν η εποπτεία δεν καθίσταται δυνατή, δεν καθίσταται δυνατή η ποίηση.
Και εξηγώ: πράγματι, ως και η συμφωνία του ποιητικού αιτήματος αιωρείται (ποτέ όμως η συνθήκη του αιτήματος), τούτο όμως δεν σημαίνει πως κάθε πικραμένος θα περιφέρεται σαν λιγωμένος επιτάφιος, στην λεωφόρο των επιταφίων. Απαιτώντας μάλιστα να εκχριστιανιστούμε, ή να πάθουμε κάτι εξίσου ειδεχθές, (όπως να στραφούμε λόγου χάρη προς όποια ιδεολογική κατεύθυνση) ώστε να θρηνήσουμε, ποιον άραγε, άπαντες· φιλολογικά καταξιωμένοι και κοινωνικά αλώβητοι.
Φλυαρούν απεγνωσμένοι μες στην αδυναμία των θανάτων τους. Γιατί δεν ξέρουν να πεθάνουν και δεν μπορούν να πεθάνουν. Οπωσδήποτε δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αν και το παραδέχονται σπανίως· μα τουλάχιστον ας προσπαθήσουν να μην τον κάνουν χειρότερο.
Το έρεισμα βρίσκεται στον ποιητή και όχι στον αναγνώστη, ομοίως ο κρότος είναι από το ποίημα, όχι από τον άνθρωπο, παρότι το ποίημα απευθύνεται σ’ αυτόν· θέλω να πω, ο κρότος ο μικρότερος που κατακλύζει το μικρό διαθέσιμο διαπερατό, γιατί υφίσταται μεγαλύτερος κρότος, εκείνος που διαπερνά το μέγιστο αδιαπέραστο: η ύπαρξη του ποιητή.
Το εφ’ όλης της ύλης ασύμφωνο είναι να αρέσκεται κανείς (όχι μόνον μέσω της ανάγνωσης ενός ποιήματος, αλλά και μέσω της γραφής) στις επισημάνσεις των τύπων μίας προσωπικότητας. Όσο πιο συγγενικής, τόσο καλύτερα. Όσο πιο καταναλώσιμης, μέσω της επιβεβαίωσης ανόητων και συχνά τιποτένιων δοκιμασιών που έχει προετοιμάσει η αυτοεκτίμηση και η ξέφρενη φαντασία του καθενός, τόσο το καλύτερο. Καταλαβαίνεις.
Το σημείο τριβής μεταξύ κειμένου και αναγνώστη, σε κάθε τέτοια περίπτωση, δεν είναι παρά μία ριγήλα που προέρχεται από την αναγνώριση κοινών ραμμάτων γούνας. Αυτό δεν είναι ποιητικό, από καμία εκ των δύο πλευρών. Αφορά στο έλλειμμα ενός πρώτου επιπέδου επικοινωνίας το οποίο έρχονται να καλύψουν η φιλία, ο έρωτας, ο αλληλοσεβασμός, η καθημερινή επικοινωνία. Αν έρχονται βέβαια.  Ή το μίσος, η ασέβεια, η ιδιώτευση και άλλα.
Η γραφή λοιπόν, πόσο μάλλον η ποίηση, διακατέχεται αποκλειστικά από διαφορετικά, πιο οξυμένα, πιο διαπεραστικά και επιπλέον σημαίνοντα επίπεδα τα οποία εμπερικλείουν όλα τα υπόλοιπα. Αναδεικνύει κατά κόρον εκείνα που οι διευκρινήσεις και η ανάληψη των γοητευτικών ευθυνών τους, κατευθύνουν με τον πλέον άμεσο τρόπο, ή ακόμη και καθιστούν αυτομάτως, τον άνθρωπο, άλλον. Δηλαδή τον επιφορτίζουν με όλες εκείνες τις ενέργειες ώστε να γίνει κάτι πιο ανθρώπινο και ολοκληρωμένο – διότι ο άνθρωπος δεν γίνηκε ακόμη. Για τούτο ο ποιητής εμπιστεύεται τον χρόνο, όχι το παραδομένο λείψανο.
Το γεγονός της ποίησης είναι κάτι απόλυτο, η μέγιστη διαφορά μέσα στο ίδιο πράγμα, ώστε -κάποτε- να καταστήσει το όλο πράγμα διαφορά και να κινητοποιηθεί για αλλού. Μιλάω για την απόκλιση μεταξύ θέλησης και πράξης. Την εικασία, δηλαδή, μιας «ποιητικής» ψυχολογίας, σε αντίθεση με την τεκμηριωμένη ποίηση.
Η δημιουργική διάνοια είναι ακραιφνώς συνυφασμένη με την καθημερινή εμπειρία· η ποίηση είναι ζωή. Ο ποιητής δεν μπορεί να ερμηνεύει αν δεν ασκείται. Υπ’ αυτήν την έννοια η άσκηση είναι η φύση του ποιητή, όχι η κατοχύρωση κάποιας επίγνωσης. Εξάλλου η επίγνωση είναι κάτι απολύτως λειψό, το ποιητικό όργανο τουναντίον, είναι πλήρες, ενορατικό (εποπτεία).
Οι περιφερειακοί κατακλυσμοί λοιπόν, που φυσιολογικά εντάσσονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής τηλεφωνημάτων, ενός καημού, μιας εμπιστευτικής κουβέντας στο τραπέζι ενός καφενείου, ή ενός διαπληκτισμού, είναι ακριβώς αυτό που εκφράζουν τα ουσιαστικά και τα επίθετά τους.
Κατανοώ, φυσικά, για τούτο και αναφέρθηκα σε όλα τα παραπάνω, την ευαπόκτητη γλύκα του να καταφεύγει κανείς σε πρόχειρες λύσεις, στο λιβάνισμα της αδυναμίας και τον εκθειασμό της στασιμότητας, του υπαρξιακού λοιμού· με τα οποία έχει την εντύπωση πως ξεμπερδεύει μετονομάζοντάς τα σε, λεπτότητα, σταύρωση ή αλήθεια· προωθώντας τα για αναψηλάφηση στο εκδοτικό εμπόριο, δημοσιοποιώντας τα ως κορυφαίο δράμα. Ο γράφων μπορεί να αποκτά μία ψευδαίσθηση αυτό-θεραπείας αλλά βρίσκεται εκτός ποίησης, ομοίως ο αναγνώστης αντλεί ψευδαίσθηση θεραπείας αλλά όχι ποίηση.
Σαφώς όλα αυτά θα μπορούσαν να μην δημοσιοποιούνται, αυτό όμως θα αποτελούσε συγκλονιστική ειλικρίνεια. Όμοια και ισάξια με εκείνη που δεν επιτρέπεται να παραμένει στο σκοτάδι. Αυτή που όταν εκφράζεται δεν γίνεται να μη θίγει. Γιατί η ειλικρίνεια ανήκει σε άλλη (θαλάμη και σε άλλη) σφαίρα. Στην ποίηση.
Δεν εξαιρείται, ευτυχώς, ουδείς από την μετέπειτα (μελλοντική) κρίση ή εκτίμηση των λόγων, των αξιών, που φέρει· οτιδήποτε λέμε ή γράφουμε, και συνοδεύεται από την πραγματική μας υπογραφή (φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας), κάπου παραμένει. Δεν είναι συνεπώς μονάχα φρόνιμο να είναι κανείς υπεύθυνος για όσα καταθέτει, τώρα, τον χειμώνα του 2010 στην Ελλάδα.
Τα λόγια όμως είναι πάντοτε λόγια και οι ιδέες ιδέες· οφείλουν να εδράζουν υποχρεωτικά σε ένα ποιητικό σώμα, την απόδειξη επί χάρτου (ποιήματα), μέσω του οποίου εξασφαλίζεται ο δευτερότερος λόγος, σαν αυτόν που εκτυλίσσεται εδώ, ως κείμενο αναφοράς. Η παράλληλη ύπαρξη ενός, αναλόγου, αντιστοίχου, opus*.
Πολλάκις σκέφτομαι πως σαν ανοίγει μια τέτοια κουβέντα μοιάζει λέμε κατά κόρον δυσάρεστα πράγματα, όμως τα πράγματα δεν είναι στην πραγματικότητα δυσάρεστα. Απλώς τα πράγματα δεν είναι για όλους το ίδιο πραγματικά. Παρηγορείται κανείς αλλά δεν παρηγορείται εσαεί γιατί εμφανίζεται ο ποιητής. Αυτός που τιμά την ύπαρξη αψηφώντας την.
Προχωράμε διατηρώντας το χιούμορ και το γέλιο μας. Η σειρά έχει επεκταθεί όσο ακριβώς χρειάζεται, λίγο. Ποτέ εξάλλου δεν χρειάστηκαν παραπάνω απ’ όσοι όντως χρειάζονται ποιητές. Το ίδιο και αναγνώστες. Αντιθέτως οι λίστες μακραίνουν όπως μακραίνει μια ουρά. Όλοι βγάζουμε βιβλία αλλά δεν κοιμόμαστε όλοι ήσυχοι – κάποιοι μάλιστα έχουν χάσει τον ύπνο τους εντελώς. Τα πράγματα δεν είναι απλά, είναι πολύ απλά.
Απίστευτη τύχη. Οι αντιθέσεις είναι πιο μεγάλες απ’ όσο φαντάζουν και θα πάθουν αυτό ακριβώς που τους αξίζει ενόσω οι διαφορές θα πληθαίνουν. Κατάλαβε και με την καρδιά.
Ως την επόμενη συνάντησή μας λοιπόν, σε χαιρετώ. Να κοιτάξουμε μόνο να πάμε σε κανένα άλλο μαγαζί, εκεί μέσα ήταν πολύ βαρετά, αν και του αλλάξαμε τα φώτα.


Ο φίλος σου,
Γ. Λ.



* «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ» (Ηριδανός 2008), «Άτη»(Κέδρος 2011).

“Musica Lontana” Sakis Papadimitriou - Vincenzo Mastropirro


The new CD “Musica Lontana” has been released in England, by Leo Records
  • Georgia Sylleou vocals
  • Sakis Papadimitriou compositions and pian
  • Vincenzo Mastropirro compositions and flute
  • Vittorino Curci poetry and sax
  • Agamemnon Mardas double bass
  • Christos Yermenoglou drums

Evan Parker - At Somewhere There (Barnyard Records, 2011)




Poetry changes

It is not a matter of “for” or “against”; and Rothenberg is really a nice man, but the rally of “100000 Poets for A Change” is not only a pleonasm but it also seems to define that there were no poets until yesterday.
The idea of “change” is always present as the main offering of the poetry. If there is.

John Coltrane & 15 Poems For Jazz, back in print! (C.C. Marimbo 2008)


For orders contact: http://ccmarimbo.com/celebrated_press_list

John Coltrane & 15 Poems, Yannis Livadas,
Trans. by Jack Hirschman & Dimitri Charalambous

ISBN 1-930903-46-4, 8 X 11, 40 pages, perfect bound, 2008, $19.95

The Jazz Poet of Greece, Yannis has succinctly clariried his approach to poetry and jazz: Jazz is pure art. And it is not restricted to the music area. If we consider it as such then we ignore its greatest importance: the fact that above all Jazz is a way of life, an attribute of thinking and doing and, in my case as a poet, a way of writing, of getting into the heart of the poem.


Γ. Λειβαδάς: Κεράσιον ευαισθησίας [Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 3/09/2011


http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=306168

Ενός έργου από τα τόσα ή εν τω συνόλω χρειάζεται να μην του περισσεύει τίποτα. Και ποιος δεν συμφωνεί μ' αυτό. Ασχέτως που διαβάζονται, επειδή γράφονται, πολυλογίες κάθε είδους, διαφόρων βηματισμών και εντάσεων.
 Πάντως να το δούμε χαλαρά το θέμα, μην οργιάζουμε και μην οργιζόμαστε. Να έχουμε κατά νου και την ακαδημία και τις αγέλες των ζηλωτών με τα περιοδικά. Αβέρτα επιχειρήσεις. Κάποιος πρέπει να προλαβαίνει τα μεγαλεία, να ενημερώνει για σήκωμα του κεφαλιού από το σκάμμα. Κάτι πρέπει να κερδίζεις αν πας στο σκάμμα. Είναι επιβεβαιωμένο: ριγούν από εναλλακτική συγκίνηση.
Εκείνο το έργο, λοιπόν, για το οποίο μιλήσαμε, για πού τράβηξε; Το από πού προήλθε το γνωρίζουμε, μα αυτή η πληροφόρηση καταχωρίστηκε αναλυτικά σε κάποιο κεφάλαιο βιβλιογραφίας. Αυτό ήταν όλο. Χαλάρωσε...
Πιάνεις το βιβλίο στα χέρια σου και του αλλάζεις τα φώτα. Το συσκοτίζεις, το φωτίζεις ξανά, το πετάς, το σηκώνεις, το διαβάζεις ακόμη και ανάποδα. Εντάξει. Το δουλεύεις κιόλας. Οπως τον εαυτό σου δουλεύεις δουλεύοντας.
Δεν πας να γράψεις τίποτα καλύτερα; Θα το κάνεις κι αυτό σύντομα. Το έχει αποδείξει πυρ και μανία η ίδια η ιστορία.
Ανοίγει λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος το βιβλίο και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να δει, έτοιμος να φτύσει, άμα το πόνημα συνοδεύεται από κεράσιον ευαισθησίας, το κουκούτσι. Και να τα επίμετρα και άλλοτε να οι εισαγωγές. Παράφραση να' ναι κι ότι να 'ναι. Αλλά τι να γίνει, βλέπεις, η οψιμάθεια, που μπορεί να έχει προσβληθεί και από κάποια καταγωγή. Πού να γνωρίζεις ίσαμε πού φτάνει το σόι. Νιώθεις υπέροχα όμως γιατί είσαι κάπως δημιουργός και ο χρόνος σε έφερε να βαστάς τα ηνία· ακόμα και αν δεν μπορείς να τα τραβήξεις, μπορείς όμως ιστορικά να φωτογραφηθείς. Με πιάνεις τώρα, με καταλαβαίνεις καλύτερα...
Μέχρι και υπουργοί παρασύρονται και διαβάζουν τρομερά πράγματα. Τα πανεπιστήμια γεννοβολούν αβέρτα ειδικευμένους στο παίξιμο του κρέατος και στο κοπάνισμα του αέρα. Γι' αυτό λέμε, άμα η κοινωνία διαθέτει πολιτισμό, τι τα θες τα υπόλοιπα. Μάλιστα. Γύρισε και λιγάκι προφίλ τώρα.
Μόνο το χέρι σού πιάνω και τρέμεις, νομίζεις ότι σε φυλακίζω. Είναι από το απανωτό μέτρημα των γωνιών εκεί που είσαι κλεισμένος. Και το χειρότερο απ' όλα είναι πως δεν μπορείς μήτε να διανοηθείς πως όλα τα μυστικά σου τα ξέρω. «Πάντα κάτι θα ξεφεύγει» ψιθυρίζεις μέσα στο μυαλό σου και να τα γραψίματα, να οι επικεφαλίδες, να τα συνημμένα κείμενα. Πηγαίνεις μ' εκείνο που έχεις χάσει, και είναι κατάδικό σου, να διακριθείς. Θα διακριθείς, αν αυτός είναι ο σκοπός σου, αλλά ο καιρός πάνω απ' το μνήμα δεν πρόκειται ν' αλλάξει τίποτα.
Μέχρι και ο Σελίν φύσηξε τα δάχτυλά του απ' την καυτή πατάτα. Εκαμε ένα έργο (με κεφαλαία γράμματα), μα υπέκυψε, κι όμως απίστευτο, στη χθαμαλή φροντίδα τού Εσο. Αράδιασε και κάτι συνομιλίες. Μετά, και το μετά ορισμένες φορές φέρνει επικινδύνως στο εάν. Τώρα θα μου πεις, τι σκαλίζεις και δεν αφήνεις τα πράγματα να κυλήσουν ήσυχα στην αγορά. Μα είναι που δεν μου αρέσει η αγορά. Στα πράγματα, ακόμη και υπό τη λαβή ενός συνδέσμου υποθετικού, φέρνομαι πάντα φιλικά.
Τουλάχιστον να μάθαινε κανείς από το διάβασμα. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα έφτανε στο ώστε. Ενεργώντας διά μέσου εκλεπτυσμένης εκδίκησης, που θα κέρδιζε σε διάρκεια. Η εκδίκηση ήταν ανέκαθεν ένα βασιλικό προνόμιο. Για τον βασιλιά άνθρωπο. Κάτι πρέπει να γίνει όμως και με τους παράσιτους. Κοίταξέ τους πώς αδιαφορούν. Πώς να σωπάσει η καλοσύνη μιας τέτοιας καλής τύχης.
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον υπήρξαμε κάποτε παιδιά είμαστε κατά κάποιο βάθος, έστω, καλοί άνθρωποι. Λες; Τότε σε ποιου το ρουθούνι προσπαθείς να μπεις;
Στα ενηβητήρια που δροσίζεις ανέμελα τα πονεμένα σου πόδια τηρούν τη δικαιοσύνη αλιγάτορες.

Αναζήτηση στην αρχειοθήκη του ιστολογίου

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man

Yannis Livadas: The Margins Of A Central Man
Graffiti Kolkata, India (May 2010)